Στις 15 και 16 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε στην πόλη Dojran (Δοϊράνη) της Δημοκρατίας της Μακεδονίας διεθνής συνάντηση επαναστατικών σοσιαλιστικών οργανώσεων.

Τη συνάντηση διοργάνωσε το Λέβιτσα (Αριστερά), η μόνη αριστερή οργάνωση στη γειτονική χώρα. Στόχος της πρωτοβουλίας ήταν να ενισχυθεί η καμπάνια του Λέβιτσα ενάντια στη ΝΑΤΟϊκή προέλαση στα Δ. Βαλκάνια και συνακόλουθα ενάντια στη συμφωνίες της κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Μακεδονίας με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία, που συνήφθησαν ακριβώς στο πλαίσιο αυτής της προέλασης.
Στη συνάντηση της Δοϊράνης, από την Ελλάδα συμμετείχαν οι εξής οργανώσεις: ΔΕΑ, ΕΕΚ, ΝΑΡ, ΟΚΔΕ, ΣΕΚ. Επίσης συμμετείχαν to DIP και το EΜEP από την Τουρκία, καθώς και η οργάνωση Marks21 από τη Σερβία. Στην αντιπροσωπεία της ΔΕΑ συμμετείχε και η πρώην βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ (από τη Θεσσαλονίκη) Γιάννα Γαϊτάνη, η πρώτη βουλευτής που είχε πει «Όχι» στη δεξιά στροφή του κόμματος από την ψηφοφορία για την εκλογή Παυλόπουλου κιόλας).
Η συνάντηση κατέληξε σε μια διακήρυξη η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει: «Είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ότι αυτή η συμφωνία [με την Ελλάδα] δεν ήταν προϊόν μιας γνήσιας εκατέρωθεν επιθυμίας να λυθεί το εθνικό ζήτημα και να ισχυροποιηθεί η φιλία μεταξύ των εθνοτήτων, αλλά μια κίνηση που επιβλήθηκε από τους θεσμούς του δυτικού ιμπεριαλισμού, κυρίως του ΝΑΤΟ και της ΕΕ […] Η είσοδος της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ θα αποτελούσε ένα ακόμη βήμα στην εξάπλωση αυτής της στρατιωτικής συμμαχίας –χωρίς αμφιβολία της μεγαλύτερης απειλής για την παγκόσμια ειρήνη στην εποχή μας– σε όλα τα Βαλκάνια και θα ασκούσε επιπλέον πίεση στα υπολειπόμενα κράτη που δεν είναι μέλη (Βοσνία & Ερζεγοβίνη και Σερβία) να ενταχθούν, πράγμα που θα οδηγούσε σε περαιτέρω αποσταθεροποίηση της περιοχής. Η επέκταση του ΝΑΤΟ έρχεται ως τμήμα της ευρύτερης γεωπολιτικής στρατηγικής του για περικύκλωση της Ρωσίας, ως του κύριου ανταγωνιστή του στην περιοχή, καθώς και για έλεγχο των ενεργειακών δικτύων. Επίσης και για τη χρησιμοποίηση των βαλκανικών χωρών ως τείχος ενάντια στους πρόσφυγες».
Η συμφωνία για το όνομα, συνεχίζει η διακήρυξη, «βασίζεται στην άρνηση του δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού περιορίζοντας το δικαίωμα του λαού της Μακεδονίας να ονομάζουν τη χώρα τους». «Έτσι διευκολύνει τον ελληνικό εθνικισμό και απειλεί με επιδείνωση των δι-εθνοτικών συγκρούσεων στην περιοχή. Με αυτή την έννοια, πιστεύουμε ότι η απόπειρα της άρχουσας τάξης της Δημοκρατίας της Μακεδονίας να την επιβάλει [τη συμφωνία] στον ίδιο της τον λαό θα πρέπει να βρει απέναντί της σθεναρή αντίσταση». 
Η διακήρυξη καταλήγει αναφέροντας τα εξής: «Εμείς, οι οργανώσεις που υπογράφουμε το παρόν κείμενο, εκφράζουμε την πλήρη μας υποστήριξη και την αλληλεγγύη μας με τον λαό της Δημοκρατίας της Μακεδονίας και με το κόμμα Λέβιτσα, ως την πολιτική δύναμη που εκπροσωπεί τα συμφέροντά του στον αγώνα του ενάντια στην επέκταση του ΝΑΤΟ και την υποταγή της κυβέρνησή του […] Μια νίκη των αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων στη Μακεδονία θα αποτελούσε μια σημαντική υποχώρηση στη στρατηγική του δυτικού ιμπεριαλισμού, θα μπλοκάριζε τα πολεμικά σχέδια του ιμπεριαλιστικού οδοστρωτήρα για επαναχάραξη συνόρων στα Βαλκάνια και θα εξέπεμπε δυνατά μηνύματα έμπνευσης και αυτοπεποίθησης παγκόσμια.
Στρεφόμενοι και εμπνεόμενοι στον κοινό αγώνα και το επαναστατικό παρελθόν της περιοχής μας, λέμε:
• Θάνατος στον ιμπεριαλισμό,
• Κάτω ο σοβινισμός,
• Λευτεριά στους λαούς
• Έξω το ΝΑΤΟ από τα Βαλκάνια!».
Η συνάντηση, πέρα από τη διακήρυξη αυτή που αφορά κυρίως το δημοψήφισμα στη γειτονική χώρα, συζήτησε και ένα ευρύτερο αντικαπιταλιστικό κείμενο, ως βάση διαρκούς συνεργασίας των οργανώσεων που συμμετείχαν (αλλά και αυτών που δεν συμμετείχαν για διάφορους λόγους –είχαν δηλώσει συμμετοχή και οργανώσεις από Βουλγαρία, Αλβανία, Κροατία και Κόσοβο).
Εννοείται ότι η συνάντηση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο μιας πιο συνολικής και εξαιρετικά αναγκαίας πρωτοβουλίας του Λέβιτσα για ένα μόνιμο φόρουμ συνεργασίας των βαλκανικών οργανώσεων με τακτικές συναντήσεις και κοινές δράσης σε αντικαπιταλιστική-σοσιαλιστική, αντιεθνικιστική και αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση.