Η απορροφητικότητα των προγραμμάτων του ΕΣΠΑ έχει αναδειχθεί από τον πρωθυπουργό σε ύψιστη προτεραιότητα της χώρας.

Τώρα, βέβαια, πώς θα απορροφήσουν κοινοτικά κονδύλια με κουτσουρεμένες τις υπηρεσίες του δημοσίου, αυτό είναι ένα ταχυδακτυλουργικό κόλπο που ακόμη δεν το έχουν καταφέρει (όπως οι ίδιοι παραδέχονται άλλωστε), καθώς και μόνο οι γραφειοκρατικές διαδικασίες που απαιτούνται για την απορρόφηση και τον έλεγχο των ΕΣΠΑ απαιτούν στρατιά υπαλλήλων που θα ασχολούνται μόνο με αυτό.

Βέβαια, η κατεύθυνση δεν είναι γενικώς το να απορροφήσουμε τα κονδύλια του ΕΣΠΑ, αλλά να προσανατολιστούμε σε εκείνες τις μορφές που θα βοηθήσουν να διαλυθούν οι εργασιακές σχέσεις και κάθε κοινωνικό αγαθό, μέσα από τα περίφημα χρήματα της ΕΕ. Το αντίστοιχο που συνέβη για δεκαετίες με την αγροτική παραγωγή –με τη διαφορά ότι το πηγάδι έχει στερέψει και τώρα δίνονται κάποια ψίχουλα.

Για να γίνει κατανοητό το τι συμβαίνει, πρέπει κανείς να γνωρίζει ότι το δημόσιο δεν είναι πάντα «αντιπαραγωγικό», όπως θέλουν να το παρουσιάζουν. Αντιθέτως, οι δημόσιες υπηρεσίες έχουν εκτελέσει πάμπολλα έργα με αυτεπιστασία σε όλους τους τομείς, με κανονικές σχέσεις εργασίας και πολύ καλά αποτελέσματα.

Τι σημαίνει η αυτεπιστασία; Ότι τα κοινοτικά κονδύλια δίνονται στην ίδια τη δημόσια υπηρεσία, που προσλαμβάνει το απαραίτητο προσωπικό (εκεί που απουσιάζει) με κανονική ετήσια σύμβαση και το νόμιμο μισθό, κάνει τις προμήθειες και εκτελεί το έργο.

Με τον τρόπο αυτό εκτελούνται (ακόμη…) όλα τα έργα σε μνημεία από τις Υπηρεσίες Πολιτισμού, τα οποία έχουν δύο ακόμη θετικά: τα κονδύλια κατευθύνονται κατά 70% σε προσλήψεις προσωπικού (το υπόλοιπο σε υλικά), ενώ τα έργα διεξάγονται σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, δίνοντας εργασία σε περιοχές που πραγματικά υποφέρουν και αφήνοντας πίσω τους επισκέψιμα μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους που θα προσελκύσουν επισκέπτες.

Θα περίμενε κανείς τέτοια έργα να στηριχτούν σε μια τέτοια περίοδο. Κι όμως η αυτεπιστασία ροκανίζεται με κάθε τρόπο, προς όφελος των προγραμμάτων «καταπολέμησης της ανεργίας», με την πρόσληψη μέσω ΜΚΟ, για λογαριασμό του δημοσίου. Τα προγράμματα αυτά, που παρουσιάζονται ως πανάκεια και ο Ε. Βενιζέλος καλεί να αυξηθεί ο αριθμός των δικαιούχων σε 700.000(!), είναι το σύγχρονο δουλεμπόριο.

Οι υποψήφιοι εργαζόμενοι εργάζονται για 5-7μήνες, με 550 ευρώ το μήνα, χωρίς κανένα δικαίωμα (ούτε καν κανονικής άδειας), χωρίς εργασιακή σχέση με το δημόσιο και χωρίς δικαίωμα να ξαναεργαστούν σε παρόμοιο πρόγραμμα για το υπόλοιπο του έτους. Για το σκοπό αυτό, η ΜΚΟ μετατρέπεται σε «νταβατζή», εισπράττοντας 5% από τους μισθούς όσων έχει προσλάβει.

Δεν έχει σημασία αν οι άνθρωποι που θα εργαστούν στα νέας κοπής stage θα πραγματοποιήσουν κάποιο έργο ή όχι, αν θα καλύψουν θέση εργασίας που κανονικά έπρεπε να καλύπτεται από μόνιμο υπάλληλο και πώς θα καλύπτεται η ανάγκη αυτή τους υπόλοιπους μήνες. Σημασία έχει ότι έτσι οι άνθρωποι αυτοί, χωρίς να είναι κανονικοί εργαζόμενοι, δεν εγγράφονται πια στις λίστες των ανέργων. Σημασία έχει επίσης ότι έτσι μειώνεται ο μέσος μισθός, οι διεκδικήσεις και οι προσδοκίες, με την ανακύκλωση απελπισμένων ανέργων.

Παρόμοια χρήση έχουν τα χρήματα του ΕΣΠΑ (και είναι πολλά) που κατευθύνονται απευθείας στους εργολάβους, τόσο για μεγάλα κατασκευαστικά έργα (δρόμοι, γέφυρες, μετρό, ακόμη και ξενοδοχεία), όσο και για «ψηφιακές εφαρμογές» (με τέτοια προγράμματα θα στηριχτούν οι αναξιοπαθούντες ιδιοκτήτες των ΜΜΕ), χωρίς κανείς να ασχολείται με το αν πραγματικά απασχολούνται εργαζόμενοι, και με ποιους όρους, σε τέτοια «έργα».