Το «σίριαλ» της διαπραγμάτευσης για τη δεύτερη αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος δεν έχει μόνο επικοινωνιακές τεχνικές και σκηνοθετικές απάτες, αλλά και παραπλανητικό τίτλο. Οι διεργασίες και οι ανταγωνισμοί στο... πολύγωνο που σχηματίζεται από τους δανειστές (ΔΝΤ, Βρυξέλλες και Βερολίνο) και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν αφορούν προφανώς κάποια αξιολόγηση του τρέχοντος, τρίτου μνημονιακού προγράμματος, αλλά τη συνέχεια ύστερα από τη λήξη του παρόντος το 2018, μέχρι και το 2023 ή και το 2025! Έτσι, ακόμα και το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής κάνει επισήμως λόγο για 4ο μνημόνιο.

Πέρα κι απ’ αυτό όμως, τα πολιτικά ζητήματα με τα οποία εμπλέκεται αυτή η μεσομακροπρόθεσμη επιμήκυνση του ελληνικού μνημονιακού προγράμματος είναι σοβαρά, με διεθνή διάσταση και με υψηλό βαθμό πολυπλοκότητας. 
Ο «χρησμός» του ΔΝΤ
Τα αποτελέσματα της συνόδου του Εκτελεστικού Συμβουλίου του ΔΝΤ τη Δευτέρα 6/2 έκαναν τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα και περίπλοκα. Το ανακοινωθέν της συνόδου είχε και «μαστίγιο» και «καρότο» –μόνο που το «καρότο» ήταν... δηλητηριασμένο. Συγκεκριμένα, αυτά στα οποία συμφώνησαν τα μέλη του ΕΣ είναι:
• Το ελληνικό χρέος είναι «εξαιρετικά μη βιώσιμο». Και μόνο αυτή η διαπίστωση δεν προδιαγράφει συμμετοχή του ΔΝΤ στο τρέχον ελληνικό πρόγραμμα και πολύ περισσότερο στη μακροχρόνια επιμήκυνσή του.
• Τα νέα μέτρα τώρα, είναι απαραίτητα. Η απαίτηση αυτή συγκεκριμενοποιείται σε μέτρα «διεύρυνσης της φορολογικής βάσης» (δηλαδή μείωση αφορολόγητου), μείωσης των δαπανών για τις συντάξεις (δηλαδή άμεση μείωση συντάξεων μέσω κατάργησης της προσωπικής διαφοράς) και επέκτασης των διαρθρωτικών αλλαγών στην αγορά εργασίας (ευφημισμός της απαίτησης για απελευθέρωση ορίου απολύσεων). Επιπλέον εκτίμησε ότι πρέπει να επιταχυνθεί η διαδικασία διαχείρισης των «κόκκινων» δανείων ώστε οι τράπεζες να μη χρειαστούν νέα κεφαλαιακή ενίσχυση. 
Το δηλητηριασμένο «καρότο» είναι η πρόταση να συνδυαστεί η μείωση του αφορολόγητου και η περικοπή των συντάξεων με τη διάθεση ποσών για «κοινωνική αρωγή» και για μείωση των φορολογικών συντελεστών στα κέρδη των επιχειρήσεων αλλά και στα υψηλά εισοδήματα (ανώτατος φορολογικός συντελεστής για τα φυσικά πρόσωπα). Το «καρότο» είναι δηλητηριασμένο όχι μόνο για το ταξικό του πρόσημο, αλλά και γιατί σημαίνει ότι τα νέα μέτρα θα είναι δημοσιονομικά ουδέτερα και άρα η ελάφρυνση του χρέους είναι ακόμη πιο απαραίτητη. Γεγονός που μεταφέρει το «μπαλάκι» στο γήπεδο των ευρωπαϊκών αντιθέσεων, αφού ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έχει... απαγορεύσει ακόμη και τη συζήτηση για ελάφρυνση του χρέους. 
Ευρώπη δύο «ταχυτήτων»
Δεν μπορούν όλες οι χώρες να συμμετάσχουν με τους ίδιους ρυθμούς στη διαδικασία της ενοποίησης, δήλωσε στο περιθώριο των εργασιών της πρόσφατης, άτυπης ευρωπαϊκής συνόδου κορυφής στη Μάλτα η κ. Άνγκελα Μέρκελ. Ήταν η πρώτη επίσημη δήλωση υπέρ της Ευρώπης των τουλάχιστον δύο ή και πολλών «ταχυτήτων», από τα χείλη της πολιτικού που εκπροσωπεί την ηγετική αυτήν τη στιγμή ευρωπαϊκή δύναμη. Για να αντιληφθούμε την έκταση της συναίνεσης που δημιουργείται στην ιδέα της Ευρώπης των δύο ή και πολλών «ταχυτήτων», αρκεί να δούμε τη χθεσινή δήλωση του γνωστού μας κ. Ρομάνο Πρόντι στην ιταλική «Ρεπούμπλικα» ότι «Η Ευρώπη των δύο ταχυτήτων μπορεί να δώσει, επιτέλους, μια απάντηση. Οι Τραμπ και Λε Πεν αποτελούν απειλή». 
Αν όμως η Ευρώπη των δύο «ταχυτήτων» είναι ante portas, τότε η Ελλάδα είναι στον «προθάλαμο» για να περάσει πρώτη στο «σαλόνι» της δεύτερης «ταχύτητας». Και η δεύτερη αξιολόγηση μπορεί να αποδειχθεί η πόρτα που οδηγεί από τον προθάλαμο στο σαλόνι. Αν όχι άμεσα, πάντως βραχυμεσοπρόθεσμα. Διότι, υπό το κράτος των απειλών αποσύνθεσης, όλοι πλέον βιάζονται... 
Κυβέρνηση: ψάχνει συμβιβασμό, αλλά...
Η κυβέρνηση είναι φανερό ότι ψάχνει συμβιβασμό, αλλά έχει δύο «υπαρξιακά» προβλήματα: Πρώτο, σε όλους τους συνδυασμούς λύσεων καλείται να πάρει νέα μέτρα τώρα. Δεύτερο, βλέπει ότι η απειλή της υπαγωγής της Ελλάδας στη δεύτερη ευρωπαϊκή «ταχύτητα» πλησιάζει γοργά. 
Έχει ήδη συμφωνήσει με την επέκταση του «κόφτη» για την περίοδο ύστερα από το 2018, έχει συμφωνήσει στα θηριώδη πλεονάσματα 3,5% για σειρά ετών, και τώρα δηλώνει έτοιμη για περαιτέρω συμβιβασμούς (άρα ακόμη και νομοθέτηση νέων μέτρων τώρα...), θέτοντας ως ύστατο όρο το «αντάλλαγμα» της συμμετοχής των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Στο παρασκήνιο διαπραγματεύεται τη μείωση του ύψους των νέων μέτρων στο μισό από αυτό που ζητεί το ΔΝΤ, δηλαδή περί τα 2,5 δισ. ευρώ! 
Ωστόσο, οι περιπλοκές είναι τέτοιες ώστε το σενάριο ενός τέτοιου συμβιβασμού να μη φαίνεται καθόλου πιθανό, αφού για τη συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο QE ο Μάριο Ντράγκι θέτει ως προϋπόθεση τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, που όμως αρνείται η Γερμανία. 
Σε αυτό το πλαίσιο, οι πιέσεις είναι ασφυκτικές και ανατροφοδοτούν διαρκώς την πολιτική κρίση και αστάθεια, καθώς πλησιάζουμε στο «σημείο της κρίσεως»...