«Η διαπραγμάτευση θα κλείσει εντός του Ιανουαρίου και χωρίς νέα μέτρα», προβλέπει η υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης Έφη Αχτσιόγλου, θυμίζοντας τον Αλέκο Φλαμπουράρη που από το Φεβρουάριο του 2015 μέχρι και τη μνημονιακή στροφή τον Ιούλιο του ίδιου έτους δεν κουραζόταν να διαβεβαιώνει ότι «δεν υπάρχει ούτε μία στο εκατομμύριο περίπτωση να μην υπάρξει συμφωνία»...

Αντίθετα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος δεν έδειξε την ίδια αυτοπεποίθηση στη συνέντευξη που έδωσε στο Euro2day: στο ερώτημα αν υπάρχει κίνδυνος να συρθεί η διαπραγμάτευση για αρκετούς μήνες και να οδηγηθούμε σε πιστωτικό γεγονός, απάντησε στρεψόδικα ότι «αν κάποιοι σκέφτονται την επανάληψη του σεναρίου αυτού, θα πρέπει να απομονωθούν πολιτικά». Θα πρέπει όμως να μας πει αν έχει καμιά καλή ιδέα πώς θα απομονωθεί πολιτικά ο «άξονας» Σόιμπλε - ΔΝΤ… 
Πέρα από τη διατεταγμένη «αισιοδοξία» των κυβερνητικών στελεχών, οι γνωρίζοντες καλύτερα ανησυχούν όχι μόνο για την τύχη της διαπραγμάτευσης αλλά και για το ενδεχόμενο το μπλοκάρισμά της να φέρει τεκτονικές ανατροπές στη σχέση της Ελλάδας με την Ευρωζώνη (βλέπε και σελίδα 3).
Το χρονολόγιο του τρόμου
Η διαπραγμάτευση έχει στην πραγματικότητα «παγώσει». Το ΔΝΤ έχει κατ’ ουσίαν προσωρινά αποσυρθεί, επικαλούμενο την ανάγκη να ενημερωθεί και να δώσει τις οδηγίες του ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Ωστόσο, το ΔΝΤ έχει καταθέσει τις ανελαστικές απαιτήσεις του: νέα μέτρα περικοπών ύψους άνω των 4 δισ. ευρώ για την τριετία ’18 - ’20 (μείωση αφορολόγητου στις 5.000 ευρώ, μείωση συντάξεων) αλλά και πλήρη αποδιάρθρωση της αγοράς εργασίας (ομαδικές απολύσεις, νέα μείωση κατώτατου μισθού).
Η γερμανική κυβέρνηση αλλά και κυβερνήσεις άλλων χωρών-μελών ζητούν συμβιβασμό με το ΔΝΤ, επικαλούμενες τις αποφάσεις των κοινοβουλίων τους, που ψήφισαν υπέρ της συμμετοχής στη χρηματοδότηση του τρίτου μνημονιακού προγράμματος υπό τον όρο της συμμετοχής του ΔΝΤ, απαιτούν «σεβασμό» στις θέσεις του ΔΝΤ. 
Το γερμανικό ιμπεριαλιστικό κέντρο επίσης δεν έχει λόγους να βιάζεται. Τα αποτελέσματα των εκλογών στην Ολλανδία το Μάρτιο και στη Γαλλία στα τέλη Απριλίου και στις αρχές Μαΐου αναμένεται να ενισχύσουν το μπλοκ των «σκληρών» της Ευρωζώνης. Επιπλέον, από τις 20 Απριλίου αρχίζουν για το ελληνικό Δημόσιο οι υποχρεώσεις αποπληρωμής σημαντικών δόσεων ομολόγων που λήγουν: στις 20 Απριλίου 1,353 δισ. ευρώ που κατέχουν οι κεντρικές τράπεζες και ύστερα στις 17 Ιουλίου 3,867 δισ. ευρώ που κατέχει η ΕΚΤ και στις 17 Αυγούστου 1,62 δισ. ευρώ προς τον ESM.  
Ήδη η συνεδρίαση του EuroWorking Group στις 12 Ιανουαρίου θα έχει τον τυπικό χαρακτήρα καταγραφής των δεδομένων, στο Eurogroup της 26ης Ιανουαρίου προεξοφλείται ότι δεν θα καταγραφεί καμία ουσιαστική πρόοδος, ενώ για να υπάρξει πρόοδος και ακόμη περισσότερο συμφωνία στο Eurogroup της 20ής Φεβρουαρίου θα πρέπει η ελληνική κυβέρνηση να αποφασίσει να συμβιβαστεί «πρόωρα» με τις απαιτήσεις των δανειστών κάνοντας θεαματική στροφή αλά Ιούλιος 2015. 
Το σενάριο του συμβιβασμού με τους δανειστές υπονομεύεται και για έναν άλλο, σημαντικό λόγο: ότι η Γερμανία αρνείται να συζητήσει για μεσοπρόθεσμα και πολύ περισσότερο μακροπρόθεσμα μέτρα για το ελληνικό χρέος πριν από τις γερμανικές εκλογές και, με δεδομένο αυτό, η ΕΚΤ αρνείται να εντάξει τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής «χαλάρωσης». Θα πρόκειται λοιπόν για έναν συμβιβασμό χωρίς κανένα αντάλλαγμα και κανένα όφελος, γεγονός που τον κάνει ακόμη πιο ανέφικτο πολιτικά. 
Πολιτική αστάθεια
Η κυβέρνηση άρχισε ήδη να διερευνά τα περιθώρια συμβιβασμού εντός των ορίων αντοχής της. Έχει ήδη αποδεχθεί την παράταση ισχύος του περιβόητου «κόφτη» και για τα έτη ύστερα από το 2018, ενώ δημοσιεύματα που φέρουν έντονο το «άρωμα» κυβερνητικής διαρροής λένε ότι συζητάει τώρα νέα μέτρα για μετά το 2018, με έμφαση στη μείωση του αφορολόγητου, αλλά στο θηριώδες ύψος που ζητούν οι δανειστές. Ωστόσο, το αποτέλεσμα είναι εντελώς αμφίβολο…
Η υπόθεση της δεύτερης αξιολόγησης φαίνεται λοιπόν να οδηγείται σε αδιέξοδο. Οι πιθανότητες αυτό να οδηγήσει σε όξυνση της πολιτικής αστάθειας και σε αναζήτηση άλλων λύσεων (κυβερνητικών και όχι μόνο) για τη διαχείριση του αδιεξόδου είναι ισχυρές. Το ενδεχόμενο η σκληρή στάση του γερμανικού ιμπεριαλιστικού κέντρου να μην είναι απλώς μια τακτική για τη συμμόρφωση της ελληνικής κυβέρνησης με τις απαιτήσεις του, αλλά να υπακούει σε άλλα, μείζονα σενάρια αντιδραστικής αναδόμησης της Ευρωζώνης και της ΕΕ (Ευρωζώνη πολλών «ταχυτήτων», με εξώθηση χωρών σε «ειδική σχέση» με το ευρώ κ.λπ.) εξετάζεται πλέον σοβαρά όχι από περιθωριακά αλλά από συστημικά κέντρα της ελληνικής αστικής τάξης, τροφοδοτώντας τη σχετική συζήτηση (βλέπε σελίδα 3). 
Οι προοπτικές αυτές βρίσκονται στη βάση της «νευρικότητας» που παρατηρείται στους κόλπους της αστικής τάξης και της κινητικότητας σε όλο το πολιτικό φάσμα. Όλοι δείχνουν να προετοιμάζονται για μεγάλα γεγονότα και για το ενδεχόμενο «μη ομαλών» εξελίξεων. 
Τούτων δοθέντων, έχει επείγοντα χαρακτήρα για την Αριστερά ένα σχέδιο συγκέντρωσης δυνάμεων και κεντρικής πολιτικής παρέμβασης, μέσα από το μέτωπο δυνάμεων της ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής και κομουνιστικής Αριστεράς, που θα δημιουργήσει τη δυναμική για την ανασυγκρότηση του κινήματος αντίστασης και την αντεπίθεση από τα αριστερά.