Είναι προφανές ότι η κλεψύδρα έχει σχεδόν αδειάσει: η ακροδεξιά κυβέρνηση δεν μπορεί να παραμείνει ως έχει. Ο πιο παραστατικός δείκτης του συσχετισμού δυνάμεων είναι ο πανικός που αναδίνουν τα πρωτοσέλιδα των «Νέων».

 

Η απόσταση μεταξύ λαϊκής θέλησης και κυβερνητικής πολιτικής είναι πρωτοφανής τόσο για τα μεταπολιτευτικά χρονικά όσο και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν και πάλι πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και πολύ υψηλά ποσοστά στην παράσταση νίκης, όπως ακριβώς και πριν από ένα χρόνο. 
 
Αυτή η αποσάθρωση των κυβερνητικών-μνημονιακών δυνάμεων δεν οφείλεται στα βάρβαρα αντιλαϊκά μέτρα που πήραν από το 2010 και μετά. Μια σειρά χώρες του κόσμου έχουν πάρει αντίστοιχα μέτρα χωρίς να φθαρούν τόσο γρήγορα οι κυβερνήσεις. Όμως στην Ελλάδα, τα μέτρα συνάντησαν μια τεράστια αντίσταση: Τριάντα περίπου γενικές απεργίες, συγκεντρώσεις εκατομμυρίων στις πλατείες, ανατροπή δύο κυβερνήσεων μπορεί να μην οδήγησαν σε οικονομικές νίκες, ωστόσο ροκάνισαν την κοινωνική βάση της άρχουσας τάξης και συνακόλουθα τα κόμματά της. Και η αντίσταση δεν λέει να σωπάσει ούτε και σήμερα. Η ΕΡΤ, οι διοικητικοί υπάλληλοι των ΑΕΙ και οι πανεπιστημιακοί, οι γιατροί και οι νοσηλευτές ΕΟΠΥΥ, οι καθαρίστριες του υπ. Οικονομικών δείχνουν ότι το εργατικό κίνημα, λέει ένα διαρκές «όχι» στην πιο άγρια καπιταλιστική επίθεση στην ιστορία.
 
Σε αυτές τις συνθήκες τα κόμματα της άρχουσας τάξης δεν θέλουν εκλογές, γιατί μετά από αυτές δεν θα μπορούν να διατηρήσουν τον έλεγχο της κυβέρνησης. Γι’ αυτό καταφεύγουν σε διαρκείς επιθέσεις ενάντια στον κύριο πολιτικό τους αντίπαλο, τον ΣΥΡΙΖΑ, εκσφεδονίζοντάς του όλα τα πυρομαχικά που έχουν στο οπλοστάσιό τους: εκβιασμούς, καταστολή, συκοφαντίες, σκευωρίες, πειραγμένες δημοσκοπήσεις, δελτία των οκτώ. 
 
Βιάζονται να βρουν λύση πριν από την έναρξη της ελληνικής προεδρίας το Γενάρη –τότε οι αλλαγές θα είναι πιο δύσκολες για όλους. Η πιο συγκροτημένη από τις «προτάσεις» τους είναι η ιδέα για αλλαγή πρωθυπουργού και κυβέρνησης χωρίς εκλογές, δηλ. από την «παρούσα βουλή». Στο έδαφος αυτής της ιδέας η Ντ. Μπακογιάννη πρότεινε επιστροφή της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση. Το σενάριο δεν προχωρά όμως από δύο πλευρές: Μπορεί τα λιγούρια της εξουσίας τύπου Ψαριανού, να έραψαν ήδη κουστούμια υπουργού, ωστόσο ο Κουβέλης αρνείται τη συνεργασία, ενώ μια άλλη πτέρυγα του κόμματος (Πανούσης) μιλάει για συμμαχία με τον ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη, στη ΝΔ οι καραμανλικοί λένε ότι αλλαγή πρωθυπουργού γίνεται μόνον με εκλογές. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Καραμανλής στηρίζει το Σαμαρά –κάθε άλλο. Στη συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας ο Καραμανλής ήταν απών κατά τη διάρκεια της ομιλίας Σαμαρά, ενώ απουσίασε και από την ψηφοφορία για τα ψηφιακά δωράκια στους καναλάρχες –πράγμα που συνέβη για πρώτη φορά σε ονομαστική ψηφοφορία.
 
Αυτή η τριχοτόμηση των δύο κομμάτων του μνημονίου μαζί και η δημοσκοπική κατακρήμνιση και οι διαρκείς κοινοβουλευτικές απώλειες του ΠΑΣΟΚ οφείλονται στον ίδιο «δράστη» που περιγράψαμε παραπάνω: την ανειρήνευτη αντίσταση του κόσμου από τα κάτω. Μιαν αντίσταση που εξώθησε την άρχουσα τάξη στην κατανάλωση όλων των πολιτικών εφεδρειών της. 
Μιαν αντίσταση που δείχνει ότι το ταξίδι στην κόλαση μπορεί να σταματήσει μέσα από άλλα «προαπαιτούμενα»: Να πέσει η κυβέρνηση, να καταργηθεί το μνημόνιο, να διαγραφεί ένα μεγάλο μέρος του δημόσιου χρέους. Να μην υπάρξει κανένας δισταγμός ενώπιον ευρωπαϊκών εκβιασμών αν το δίλημμα είναι ευρώ ή διάσωση του λαού. Να μπουν σε δημόσια ιδιοκτησία και δημόσιο έλεγχο όλες οι τράπεζες και να οργανωθεί ένα ηράκλειο σχέδιο, με κέντρο το κράτος, για την αντιμετώπιση, της ανεργίας, δηλ. του νούμερο ένα προβλήματος του κόσμου της εργασίας. Η ανοιχτή, σαφής και χωρίς υπεκφυγές σταθερή επανάληψη αυτών των αιτημάτων-στόχων από τον όλο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να μετατρέψει τη χλιαρή υποστήριξη σε θερμό αγκάλιασμα από τις μάζες εκείνες που ακόμη στέκονται με σκεπτικισμό, αλλά που είναι απαραίτητες για το μεγαλύτερο εγχείρημα της Αριστεράς στην Ευρώπη εδώ και πολλά χρόνια.