Μετά την ανακοίνωση της σουηδικής κυβέρνησης ότι προτίθεται να αναγνωρίσει την Παλαιστίνη ως κράτος, ήρθε η αντίστοιχη μη δεσμευτική απόφαση του βρετανικού κοινοβουλίου, ενώ αντίστοιχη συζήτηση πιθανώς να διεξαχθεί στο ισπανικό κοινοβούλιο.

Η τάση σίγουρα αντικατοπτρίζει σε έναν βαθμό την πίεση που δέχονται οι δυτικές κυβερνήσεις να πάρουν κάποιες αποστάσεις από την πολιτική «τυφλής στήριξης» του Ισραήλ –την «αλλαγή κλίματος» που έχει προκαλέσει το διεθνές κίνημα αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη αλλά και οι δράσεις του ίδιου του Ισραήλ, για την οποία έχουμε ξαναγράψει. 
Ωστόσο τα καλά νέα σταματούν εκεί. Δεκάδες χώρες παγκοσμίως έχουν ήδη αναγνωρίσει το «κράτος της Παλαιστίνης», ανάμεσά τους και κάποιες ευρωπαϊκές, δίχως να έχουν αλλάξει πολλά για τους Παλαιστινίους. Η οργή του Ισραήλ και η άρνηση των πιο στενών συμμάχων του (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία) να δεχτούν τέτοιες ενέργειες δεν δείχνουν πως η «αναγνώριση κράτους» είναι επικίνδυνη. Δείχνουν πόσο ακραία επιθετική είναι η ισραηλινή πολιτική. 
Ειρηνευτική διαδικασία
Η τάση «αναγνώρισης παλαιστινιακού κράτους» στη Δύση εκφράζει την προσπάθεια κάποιων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων να αναστήσουν το (νεκρό από την ίδια τη ζωή) Όσλο και να σερβίρουν ξαναζεσταμένη την «ειρηνευτική διαδικασία». Συμβαδίζει με τις προσπάθειες του Αιγύπτιου προέδρου Σίσι να ηγηθεί ενός «νέου διμερούς διαλόγου», επαναφέροντας μια παλιότερη πρόταση της Σαουδικής Αραβίας. Συμβαδίζει επίσης με την παλαιστινιακή συμφωνία για την κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Αν προχωρήσει η υλοποίησή της (παραμένουν εμπόδια και τριβές), θα σημάνει την αποκατάσταση της εξουσίας της παλαιστινιακής Αρχής υπό τον Μαχμούτ Αμπάς σε όλα τα «παλαιστινιακά εδάφη», βάζοντας υπό τον έλεγχό της και την «ατίθαση» Γάζα. Για τον Αμπάς όλες αυτές οι εξελίξεις είναι ένα «σωσίβιο», καθώς για χρόνια η ηγεσία του προσφέρει μόνο υποχωρήσεις και αποτυχίες στον παλαιστινιακό λαό. Για τις δυτικές δυνάμεις, ανοίγει τη δυνατότητα να αποκατασταθεί μια κάποια «ομαλότητα», που θα τους επιτρέπει να κρύβουν τη σιωπηλή συνενοχή τους στην κατοχή. Αντίστοιχες είναι οι προτεραιότητες των αραβικών καθεστώτων όπως η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία, που θέλουν να συνεχιστεί η τροχιά «κανονικοποίησης» των σχέσεών τους με το Ισραήλ, χωρίς να εκτίθενται στους λαούς τους. 
Για το ίδιο το Ισραήλ, έχει γίνει σαφές από την ίδια τη ζωή και τις ίδιες του τις πράξεις ότι οι «ειρηνευτικές συνομιλίες» δεν είναι τίποτε άλλο παρά φύλλο συκής για τη συνέχεια της κατοχής, ένα προπέτασμα καπνού πίσω από το οποίο συνεχίζει ασταμάτητα εδώ και δεκαετίες τον εποικισμό και την αρπαγή παλαιστινιακής γης. 
Γι’ αυτούς τους λόγους, μπροστά σε μια διαφαινόμενη τάση αναζωπύρωσης της συζήτησης για την «κρατική οντότητα» της Παλαιστίνης πρέπει να κρατάμε τουλάχιστον μικρό καλάθι. Ακόμα και όσοι αλληλέγγυοι στον αγώνα των Παλαιστινίων βλέπουν ως απάντηση τη λύση «δύο κράτη στα σύνορα του 1967» θα πρέπει να ανησυχήσουν με το γεγονός ότι από τη σχετική συζήτηση απουσιάζουν αναφορές σε σύνορα, συγκεκριμένες δεσμεύσεις κ.λπ. Αυτό που «αναγνωρίζεται», μάλλον, θα είναι η υπαρκτή παρωδία «κράτους», που θυμίζει τα μπαντουστάν στη Νότια Αφρική, τα οποία λειτουργούσαν ως προκάλυμμα «ανεξαρτησίας» των μαύρων, ενώ στην ουσία συντηρούσαν το απαρτχάιντ. Η τότε σουηδική κυβέρνηση, στηρίζοντας τον αγώνα των μαύρων για αυτοδιάθεση, ορθά δεν αναγνώριζε τα μπαντουστάν. 
Το ζήτημα γίνεται ακόμα πιο σύνθετο αν σκεφτεί κανείς την οπτική του ακτιβιστή Ali Abunimah, πως η αναγνώριση ενός παλαιστινιακού «κράτους» όχι μόνο δεν βοηθά σε κάτι χειροπιαστό άμεσα, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ακόμα και ενάντια στους Παλαιστίνιους μακρυπρόθεσμα. 
«Εβραϊκό κράτος»
Ο Abunimah έχει ισχυριστεί πως η συζήτηση για τα «δύο κράτη» δεν έχει στόχο να ενισχύσει τον παλαιστινιακό αγώνα αλλά το «δικαίωμα» του Ισραήλ «να υπάρχει ως εβραϊκό κράτος». Και έχει εξηγήσει πειστικά πως αυτό το «δικαίωμα» προϋποθέτει την άρνηση του δικαιώματος των Παλαιστινίων στην αυτοδιάθεση (επιστροφή των προσφύγων, δικαιώματα μη Εβραίων πολιτών του Ισραήλ κ.λπ.).
Με μια παρόμοια λογική άλλωστε, ο Τζορτζ Γκάλογουεϊ, που στο παλαιστινιακό ζήτημα τουλάχιστον έχει κρατήσει μια συνεπή στάση, απείχε από την ψηφοφορία στο Λονδίνο, εξηγώντας πως «παρά τις καλές προθέσεις όσων με πιέζουν να υπερψηφίσω» η απόφαση του βρετανικού κοινοβουλίου δεν βοηθά τον παλαιστινιακό αγώνα. 
Αντί επιλόγου, οι προτάσεις του Ali Abunimah προς τη σουηδική κυβέρνηση, που είναι χρήσιμες για κάθε κράτος που θέλει πράγματι να ασκήσει φιλοπαλαιστινιακή πολιτική και όχι απλώς να κρύψει τη σιωπηλή συνενοχή του:
«Να κάποιες ιδέες που η νέα κυβέρνηση της Σουηδίας θα μπορούσε να υλοποιήσει: 
•Να καθοδηγήσει μια εκστρατεία για τον άμεσο, άνευ όρων τερματισμό της παράνομης πολιορκίας της Γάζας από το Ισραήλ, που ισοδυναμεί με «συλλογική τιμωρία».
•Να σταματήσει τις αγορές όπλων της Σουηδίας από το Ισραήλ και να καλέσει όλες τις χώρες να επιβάλουν εμπάργκο όπλων.
•Να τερματίσει τη στρατιωτική συνεργασία της Σουηδίας με το Ισραήλ.
•Να σταματήσει τη χρηματιστική υποστήριξη της Σουηδίας και της ΕΕ στην ισραηλινή κατοχή.
•Να σταματήσει η ερευνητική υποστήριξη της ΕΕ στην ισραηλινή κατοχή.
•Να στηρίξει τις προσπάθειες να οδηγηθούν οι Ισραηλινοί εγκληματίες πολέμου στη δικαιοσύνη, συλλαμβάνοντας υπόπτους για εγκλήματα πολέμου που πατάνε το πόδι τους στη Σουηδία και ενθαρρύνοντας άλλα κράτη να πράξουν το ίδιο.
•Να απαγορεύσει την εισαγωγή στη Σουηδία όλων των αγαθών που προέρχονται από ισραηλινούς εποικισμούς και να ενθαρρύνει κι άλλες χώρες της ΕΕ να πράξουν το ίδιο.
•Να πιέσει τα κράτη της ΕΕ να ακυρώσουν τη Συμφωνία Συνεργασίας ΕΕ-Ισραήλ.
Είναι καιρός πια για τη Σουηδία και τις άλλες χώρες να σταματήσουν να κρύβουν τη συνενοχή τους με το ισραηλινό απαρτχάιντ πίσω από τη λεγόμενη «λύση δύο κρατών» και να στηρίξουν ανοιχτά πλήρη δικαιώματα και ισότητα για όλους τους Παλαιστινίους σε όλη την ιστορική Παλαιστίνη».
Κρίσιμες υπενθυμίσεις μπροστά στο ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης της Αριστεράς στην Ελλάδα, αλλά και απέναντι στην ωμή πραγματικότητα που λέει πως το Ισραήλ ποτέ δεν διέκοψε (στην πράξη) το εποικιστικό σχέδιο της εξαφάνισης των Παλαιστινίων από τη γη τους, ούτε πρόκειται ποτέ να το εγκαταλείψει εθελοντικά.