Να κερδίσουμε την πλειοψηφία της εργατικής τάξης, να οικοδομήσουμε μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία με τα φτωχά λαϊκά στρώματα και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης και του χωριού που καταστρέφονται. Αντί για μια πολιτική (υποτιθέμενου) «πολιτικού εύρους», να κάνουμε μια πολιτική «κοινωνικού βάθους».

Στη σύνοδο της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ το Σαββατοκύριακο 2-3 Φεβρουαρίου, σχηματοποιήθηκαν για πρώτη φορά τόσο ευδιάκριτα δύο πολιτικοί προσανατολισμοί: Από τη μια, όσοι/ες υποστηρίζουν τη γενική στροφή στον πολιτικό «ρεαλισμό» που παίρνει τα χαρακτηριστικά ενός «ιστορικού συμβιβασμού» με το σύστημα. Από την άλλη, όσοι/ες υποστήριξαν ότι ο ριζοσπαστισμός δεν είναι το πρόβλημα αλλά η λύση και ότι επομένως χρειαζόμαστε μια νέα εμβάθυνση των αριστερών και αντισυστημικών χαρακτηριστικών του ΣΥΡΙΖΑ.

Κυβέρνηση της Αριστεράς
Το θεμελιώδες ερώτημα γύρω από το οποίο περιστράφηκε η συζήτηση και αντιπαράθεση είναι: για να διαμορφώσουμε τους όρους για την κυβέρνηση της Αριστεράς, απαιτείται στροφή στο κοινωνικό και πολιτικό «κέντρο» και κυβέρνηση με πολιτικά κόμματα αυτού του «κέντρου» ή, ακόμη, και με αντιμνημονιακά κόμματα της «λαϊκής κεντροδεξιάς»;   

Από τη μια, υπάρχει η εξής «μεγάλη αφήγηση»: τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ έχουν καθηλωθεί περί το 30%, το ΚΚΕ αρνείται μέχρι τέλους κάθε συνεργασία ή στήριξη κυβέρνησης της Αριστεράς, άρα σε περίπτωση εκλογών θα βρεθούμε στην καλύτερη περίπτωση στη θέση της σχετικής - αδύναμης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που δεν θα μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση. Εάν εκβιάσουμε τα πράγματα με συνεχείς εκλογές για να πετύχουμε αυτοδυναμία, θα πετύχουμε τα ανάποδα αποτελέσματα. Χρειαζόμαστε επομένως στροφή στο κοινωνικό και πολιτικό κέντρο ώστε να πετύχουμε το αναγκαίο κοινωνικό και πολιτικό εύρος…

Η απάντηση σε αυτό είναι προφανής: Ο πολιτικός διπολισμός ΝΔ - ΠΑΣΟΚ είναι η «απόδειξη» μιας πρωτοφανούς ταξικής πόλωσης, που έχει ακριβώς οδηγήσει στην κατάρρευση του πολιτικού κέντρου. Από την άλλη, η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού έχει «υπαρξιακά» χαρακτηριστικά, είναι δομική και μακρόχρονη. Η πλήρης υποταγή ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ στη στρατηγική Σαμαρά αποδεικνύει ότι το σύστημα δεν αφήνει κανένα περιθώριο για «ενδιάμεσες» πολιτικές, ακόμη και για ξεθυμασμένες αποχρώσεις ενδιάμεσων πολιτικών. Γι’ αυτό δεν υπάρχει «πολιτικό κέντρο» ούτε μπορούν να αναστηθούν τα πολιτικά πτώματα του κέντρου ούτε μπορεί να εφευρεθεί ένα νέο κέντρο.

Δεν υπάρχει επίσης «κοινωνικό κέντρο». Ασφαλώς υπάρχουν μεσαία στρώματα με όρους ταξικούς και κοινωνιολογικούς, αλλά μικρό μόνο μέρος από αυτά εκφράζεται ή αναζητεί «ενδιάμεσες», πιο «ήπιες» πολιτικές – αν υπήρχαν τέτοια, θα υπήρχε και ισχυρό πολιτικό κέντρο. Στην πλειονότητά τους τα μεσαία στρώματα ελκύονται από τα «άκρα» της Αριστεράς και της Δεξιάς.

Είναι βέβαιο ωστόσο ότι υπάρχει η εργατική τάξη, η τάξη των μισθωτών εργαζομένων, και ότι είναι κοινωνική πλειοψηφία, όπως λένε και οι επίσημες στατιστικές. Ο ΣΥΡΙΖΑ -και η Αριστερά στο σύνολό της- έχουν κερδίσει πολιτικά και εκλογικά ένα μέρος μόνο της εργατικής τάξης. Να λοιπόν που είναι η απάντηση: Να κερδίσουμε την πλειοψηφία της εργατικής τάξης, να οικοδομήσουμε μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία με τα φτωχά λαϊκά στρώματα και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης και του χωριού που καταστρέφονται. Αντί για μια πολιτική (υποτιθέμενου) «πολιτικού εύρους», να κάνουμε μια πολιτική «κοινωνικού βάθους».

Η πολιτική έκφραση που αντιστοιχεί σε αυτή την κατεύθυνση είναι η Αριστερά, το πολιτικό μέτωπο της Αριστεράς, ο αγώνας για την ανατροπή της κυβέρνησης Σαμαρά, η κυβέρνηση της Αριστεράς. Και στο βαθμό που συγκροτείται ένα τέτοιο κοινωνικό μπλοκ αγώνα στη βάση του πολιτικού σχεδίου για κυβέρνηση της Αριστεράς, τα κάστρα του σεχταρισμού μέσα στην ίδια την Αριστερά θα πέσουν αργά ή γρήγορα.

Συνεπαγωγές
Οι απαντήσεις στο θεμελιώδες αυτό ερώτημα έχουν αυτόματες συνεπαγωγές σε όλες τις βασικές επιλογές:

1. Από τη μια, η «στροφή στο κέντρο» συνδυάζεται αναπόφευκτα με «στρογγύλεμα» της γραμμής και την ανάδειξη μιας ρεάλ πολιτίκ σε όλα τα επίπεδα: στις θέσεις για το χρέος, για τις τράπεζες και τις ιδιωτικοποιήσεις, για το άμεσο πρόγραμμα της κυβέρνησης της Αριστεράς, για την ανάγκη να πατάξουμε τη διαφθορά αλλά να στηρίξουμε τις παραγωγικές επενδύσεις των «μη διεφθαρμένων» καπιταλιστών... Αυτός ο «ιστορικός συμβιβασμός» με την ελληνική αστική τάξη «τεκμηριώνεται» με την επανεμφάνιση της αλήστου μνήμης θεωρίας των σταδίων: τώρα είναι η ώρα να «σταματήσουμε την καταστροφή» και της «ανόρθωσης της χώρας», μαζί με κάποια ψήγματα αναδιανομής – δεν είναι η ώρα να θίξουμε την καπιταλιστική ιδιοκτησία ούτε να δώσουμε μάχη για την αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων. Εξ ου και η «κυβέρνηση εθνικής (ή κοινωνικής) σωτηρίας».  

2. Η στροφή στο κέντρο σημαίνει επίσης ότι η πόλωση ανάμεσα σε Αριστερά - Δεξιά θεωρείται αντί για πλεονέκτημα, πρόβλημα: ακούγονται επιχειρήματα του τύπου «πώς θα κυβερνήσουμε χωρίς να υπάρχει κάποιο κέντρο» και έρχονται στο προσκήνιο οι παλιές συζητήσεις για το ΕΑΜ (που η ηγεσία του έκανε τη δική της πλατιά συμμαχία με το «κέντρο» ή και με άλλες «εθνικές δυνάμεις»), την ΕΔΑ (που έκανε τη δική της «στροφή στο κέντρο»), ακόμη ακόμη τον Μπερλίνγκουερ, που «σκάλωσε» σε υψηλά ποσοστά αλλά σχετικής πλειοψηφίας και «αναγκάστηκε» να προχωρήσει στον «ιστορικό συμβιβασμό». Για τις καταστροφικές συνέπειες της πολιτικής «εθνικής ενότητας» της ηγεσίας του ΕΑΜ (που οδήγησαν στη Βάρκιζα), της στροφής στο κέντρο της ηγεσίας της ΕΔΑ (που την έκανε ουρά της Ένωσης Κέντρου) και του «ιστορικού συμβιβασμού» του Μπερλίνγκουερ (από την οποία ξεκίνησε η αργόσυρτη διαδικασία ολοκληρωτικής διάλυσης του κραταιού ιταλικού Κ.Κ.) ούτε λόγος… Στο πλαίσιο αυτό, ακούγεται ότι το Αριστερά - Δεξιά είναι σχέδιο πολιτικού αποπροσανατολισμού και ότι δεν πρέπει να «τσιμπάμε» στις… προκλήσεις του Σαμαρά που επιχειρεί να ιδεολογικοποιήσει την αντιπαράθεση!    

Το αναπόφευκτο συμπλήρωμα είναι η αναζήτηση διεθνών ερεισμάτων όχι στα κινήματα και την Αριστερά, αλλά στις αντιθέσεις των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των καπιταλιστικών οργανισμών (Ομπάμα και ΔΝΤ από τη μια, Μέρκελ από την άλλη) και η αναζήτηση διεθνών «υποδειγμάτων» στη Βραζιλία και την Αργεντινή κι όχι στη Βενεζουέλα, το Εκουαδόρ, την Ισλανδία…  

Η «μεγάλη αφήγηση» μιας τέτοιας δεξιάς στροφής εκτέθηκε στην Κ.Ε. αλλά δέχτηκε σκληρή και μαζική κριτική. Δεν κατάφερε να αποτυπωθεί στην πολιτική απόφαση, αλλά ταυτόχρονα η πολιτική απόφαση δεν την ακύρωσε. Η μάχη πολιτικού προσανατολισμού στον ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ανοιχτή. Η συνέχεια και η έκβασή της θα είναι αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση της ταξικής αναμέτρησης και την Αριστερά - ελληνική και όχι μόνο.