Οι καπιταλιστές της υγείας πραγματοποίησαν ένα ιδιότυπο λοκ άουτ από τις 10 ως τις 13 Ιούνη.

Η λεγόμενη από τους ιδιοκτήτες των μεγάλων διαγνωστικών απεργία πραγματοποιήθηκε ως μέσο πίεσης για τις οικονομικές απαιτήσεις τους από το Δημόσιο, δηλ. από τον ΕΟΠΥΥ (Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας). Την τελευταία μάλιστα μέρα της κινητοποίησης συνέχισαν με έτερη μορφή το λοκ-άουτ, ζητώντας από τους ασφαλισμένους να πληρώσουν για τις εξετάσεις τους το σύνολο του ποσού που θα έπρεπε να πληρώσουν τα ασφαλιστικά ταμεία, δηλ. το 85% του κόστους της εξέτασης. Αποτέλεσμα ήταν όλοι οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι να αδυνατούν προσωρινά να κάνουν τις απαραίτητες για τη ζωή τους εξετάσεις, αφού είναι αδύνατον να πληρώσουν τέτοια ποσά (π.χ. σε μια μαγνητική τομογραφία η συμμετοχή του ασφαλισμένου ήταν 16,6 ευρώ, ενώ το ποσό που έπρεπε να πληρώσει τη μία μέρα ήταν 100 ευρώ!). 
Μπορεί το πρόβλημα να μην πήρε διαστάσεις λόγω του ότι το συγκεκριμένο μέτρο ασκήθηκε παράνομα από τα διαγνωστικά κέντρα για 1 μέρα αλλά οι συνθήκες που το δημιούργησαν δεν έχουν τελειώσει. Καταρχήν ακόμη και όσοι ασφαλισμένοι κατόρθωσαν να βάλλουν το χέρι βαθιά στην τσέπη και να πληρώσουν τα έξτρα χρήματα, φαίνεται ότι δεν θα τα πάρουν πίσω. Το υπουργείο Υγείας δήλωσε πως δεν υπάρχει τέτοια νόμιμη διαδικασία και μόνο αν η επόμενη κυβέρνηση ψηφίσει μια αντίστοιχη ρύθμιση θα επιστραφούν στους ασφαλισμένους τα χρήματα αυτά. 
Από τις πιθανές βέβαια κυβερνήσεις μετά τις 7 Ιούλη δεν περιμένουμε πολλά πράγματα. Ήταν οι μνημονιακές κυβερνήσεις που επέτρεψαν στους επιχειρηματίες της υγείας να στήσουν ένα τρελό πάρτι, καταστρέφοντας και καταργώντας τη δυνατότητα των δημόσιων φορέων (κυρίως των νοσοκομείων) να πραγματοποιούν διαγνωστικές και απεικονιστικές εξετάσεις.
Τα διάφορα διαγνωστικά κέντρα που ξεπετάγονταν σαν μανιτάρια σε όλη την Ελλάδα από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 ήταν ουσιαστικά η πρώτη φάση της πορείας ιδιωτικοποίησης της υγείας. Ο υπογράφων ως καρκινοπαθής έχει ιδία εμπειρία από αυτή τη διαδικασία και στην Ελλάδα αλλά και στη Γερμανία.
Η σημερινή κυβέρνηση φυσικά δεν τα «έβαλε» (ούτε) με αυτούς τους καπιταλιστές. Πώς θα μπορούσε να γίνει άλλωστε αφού κορυφαίο κυβερνητικό στέλεχος συνδέεται άμεσα με τέτοιο διαγνωστικό κέντρο στην Άρτα;
Το σημερινό αίτημα των ιδιοκτητών των κέντρων, τους οποίους συντονίζει ο γνωστός πρόσφατα εκλεγμένος περιφερειάρχης Πατούλης, είναι να τους καταβάλει το Δημόσιο 60 εκατ. ευρώ που τους χρωστάει από το 2009. Κι όχι μόνον αυτό. Ζητούν να διαγραφούν δικά τους χρέη ύψους 60 εκατ. ευρώ, οφειλή που προέκυπτε από τον μνημονιακό νόμο του 2013 περί clawback. Βέβαια η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ τους έχει ήδη καταβάλει πάνω από 200 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2013-2018. Μάλιστα το 2018 η κυβέρνηση αύξησε το όριο δαπάνης για τα διαγνωστικά κέντρα από 328 εκατ. που ήταν το 2014 σε 357 εκατ. ευρώ. Στις τωρινές διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση αύξησε, για το 2019, το ποσό αυτό φτάνοντάς το στα 366 εκατ. Και μετά ο υπ. Υγείας, Α. Ξανθός, δεσμεύθηκε για άλλα 30 εκατ. εκτοξεύοντας στα 400 εκατ. ευρώ τα δημόσια χρήματα που θα πάνε στους καπιταλιστές αυτούς. Χρήματα που δεν είναι σίγουρο πόσο άμεσα θα μπορεί η επόμενη κυβέρνηση να τους καταβάλλει ώστε να μην αρχίσουν ξανά το ιδιότυπο λοκ άουτ με την αφαίμαξη των ασφαλισμένων.
Η αλητεία των μεγάλων ΜΜΕ φυσικά που σχεδόν όλα τους διαπλέκονται ΚΑΙ με εξεταστικά κέντρα βρίσκει δίκαια τα αιτήματα των καπιταλιστών του κλάδου. Βρίσκει επίσης δίκαιη την ανατροπή μνημονιακών νόμων. Αν απεργούσαν βέβαια οι εργαζόμενοι στον κλάδο ή στα δημόσια νοσοκομεία, τότε τα ίδια ΜΜΕ θα βυσσοδομούσαν για τους «ανεύθυνους που παίζουν με την υγεία των πολιτών». Και φυσικά θα έβρισκαν παντελώς ιερόσυλο πράγμα την ανατροπή μνημονιακού νόμου.
Το σημερινό λοκ-άουτ οι καπιταλιστές δεν θα το τολμούσαν τους πρώτους μήνες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Τότε ο λαός θα έμπαινε μπροστά και θα υποχρέωνε με τη βία το να ανοίξουν τα διαγνωστικά κέντρα και να περιορίσουν τις απαιτήσεις τους στη συμμετοχή του ασφαλισμένου. Όμως τώρα μπορούν να κάνουν αυτό το λοκ-άουτ και να μην ανοίγει μύτη. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ φρόντισε να υπνωτίσει το εργατικό κίνημα και να εξαφανίσει ή να καταστείλει με τη βία, κάθε άλλο διεκδικητικό κίνημα («δεν πληρώνω», κίνημα κατά των πλειστηριασμών κ.λπ.).
Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, απαιτείται από τις 8 Ιούλη να οργανώσουμε τις αντιστάσεις ασφαλισμένοι, ανασφάλιστοι και εργαζόμενοι στη δημόσια υγεία για να ξαναλειτουργήσουν τα διαγνωστικά κέντρα των φορέων του δημοσίου που είχαν κλείσει πλήρως στελεχωμένα και με καινούργιο εξοπλισμό για να υπερασπίσουμε έτσι πιο αποτελεσματικά το δικαίωμά μας στη ζωή.