Η κρίση είναι παγκόσμια, είναι καπιταλιστική και οποιοδήποτε μέτρο δεν καταστρέφει την πηγή του προβλήματος, τον καπιταλισμό, είναι μακροπρόθεσμα καταδικασμένο σε αποτυχία.

Με αποτυχημένες συνταγές του παρελθόντος θέλουν να διασώσουν τον καπιταλισμό

 

Εκεί που φαινόταν ότι επιτέλους, μετά τις προτάσεις Ντράγκι και την απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, η ευρωζώνη έμπαινε σε ρότα διεξόδου από την κρίση, ο κανόνας επιβεβαιώθηκε: Στις 25/9, η Γερμανία, η Ολλανδία και η Φινλανδία αμφισβήτησαν τις αποφάσεις που είχε πάρει η Σύνοδος Κορυφής του Ιουνίου σχετικά με τη δυνατότητα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) να χρηματοδοτεί (να ανακεφαλαιοποιεί, όπως λένε κομψά) τις τράπεζες απευθείας και όχι μέσω των κρατών. Η τότε απόφαση είχε ληφθεί κάτω από την πίεση της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας, δηλ. του Μόντι, του Ολάντ και του Ραχόι. Τώρα ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Β. Σόιμπλε, η Φινλανδή ομόλογός του Γ. Ούρπιλαϊνεν και ο Ολλανδός Γ.Κ. ντε Γιάχερ δηλώνουν ότι o ESM μπορεί μεν να στηρίξει τράπεζες που αντιμετωπίζουν προβλήματα, τονίζοντας όμως ότι «προηγούμενα χρέη θα πρέπει να παραμένουν στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών» -δηλ., να βαραίνουν το δημόσιο χρέος.

Η δήλωση ερμηνεύθηκε από τους σχολιαστές ως απόπειρα να αμφισβητηθεί, ουσιαστικά, η απόφαση της Συνόδου, καθώς στη διατύπωση του Ιουνίου δεν γινόταν αναφορά σε «προηγούμενα χρέη». Ταυτόχρονα η γερμανική πλευρά δεν θέλει καθόλου να προχωρήσει η ενοποίηση του ελέγχου όλων των ευρωπαϊκών τραπεζών υπό έναν υπερεθνικό οργανισμό καθώς έτσι θα αποκαλύπτονταν και οι γερμανικές τραπεζικές ανεπάρκειες για τις οποίες το Βερολίνο κατηγορεί όλους τους άλλους.

Η σύγκρουση έρχεται και πάλι εν μέσω των αδιεξόδων στα οποία έχει περιπέσει η πολιτική της λιτότητας σε βάρος των εργαζομένων και των άλλων φτωχών στρωμάτων των ευρωπαϊκών λαών. Όπως έγινε γνωστό στα τέλη Σεπτέμβρη η ανεργία στην ευρωζώνη παρέμεινε και τον Αύγουστο σε ιστορικά υψηλά επίπεδα: Σύμφωνα με τη Eurostat, η ανεργία στα 17 κράτη-μέλη διαμορφώθηκε στο 11,4% τον Αύγουστο.

Στο επίκεντρο της κρίσης βρίσκεται πλέον και η Ισπανία, λόγω του μεγέθους της οικονομίας της. Σε δημοσκόπηση που διοργάνωσε το Ρόιτερ, η πλειοψηφία των οικονομολόγων που ρωτήθηκαν εκτιμά ότι μέσα στο ερχόμενο εξάμηνο η Μαδρίτη είναι κατά 80% πιθανό να καταφύγει, έστω για ένα περιορισμένο ύψος εξωτερικής οικονομικής βοήθειας, στον ESM. Σύμφωνα με έκθεση που συντάχθηκε για λογαριασμό της ισπανικής κυβέρνησης οι ισπανικές τράπεζες θα χρειασθούν 59,3 δισ. ευρώ, ωστόσο η Moody’s διπλασιάζει το ποσό που μπορεί να απαιτηθεί ανεβάζοντάς το στα 105 δισ. Αν επικρατήσει η γερμανική άποψη και τα ποσά αυτά φορτωθούν στην πλάτη του ισπανικού δημοσίου, η «ελλαδοποίηση» της Ισπανίας είναι ζήτημα λίγων μηνών.

Η ποσοτική χαλάρωση

Απέναντι στην κρίση η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) μαζί με τις άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες, την αμερικανική Fed και την Τράπεζα της Αγγλίας (BoE), ετοιμάζονται για νέα νομισματικά μέτρα για την τόνωση των οικονομιών της ευρωζώνης, των ΗΠΑ και της Βρετανίας πριν τελειώσει η χρονιά. Η ΕΚΤ αναμένεται να μειώσει το βασικό παρεμβατικό επιτόκιό της στο ιστορικό χαμηλό 0,5% έως τις 31/12, η BoE θα αγοράσει μέσα στο Νοέμβρη «χαρτιά» αξίας 400 δισ. στερλινών, ενώ η Fed αναμένεται να προχωρήσει σε «ποσοτική χαλάρωση» αγοράζοντας ενυπόθηκα χρεόγραφα αξίας 40 δισ. δολαρίων κάθε μήνα.

Όμως, όλος ο δυτικός κόσμος έχει περιπέσει στην κατάσταση που βρέθηκε η Ιαπωνία από τη δεκαετία του ’90. Τότε, η κεντρική τράπεζα της χώρας έφτασε να ρίξει τα επιτόκια στο απόλυτο μηδέν μπας και δανείσουν οι τράπεζες και επενδύσουν οι καπιταλιστές, έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί το πρωτοφανές κύμα ύφεσης και ανεργίας. Επειδή αυτό δεν λειτούργησε, η κεντρική τράπεζα άρχισε, αντί να τυπώνει νέο χρήμα, να αγοράζει τίτλους στεγαστικών δανείων, ομόλογα κ.λπ. προκειμένου να ρίξει εμμέσως λεφτά στις τράπεζες. Όμως ούτε αυτή η πολιτική, η λεγόμενη «ποσοτική χαλάρωση», δεν απέδωσε τίποτε, με αποτέλεσμα η Ιαπωνία να παραμείνει στάσιμη για δεκαετίες πλέον. Όπως λέει ο Βαρουφάκης «τότε, ο οικονομικός Τύπος στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη ήταν ιδιαίτερα σκωπτικός απέναντι σε αυτή την πολιτική. Έλεγαν, πολύ σωστά, ότι αντί η ιαπωνική κυβέρνηση να καθαρίσει τον Κόπρο του Αυγείου στο τραπεζικό σύστημα της χώρας (κάτι που δεν έκανε λόγω «πολύ καλών» σχέσεων πολιτικών και τραπεζιτών), η Κεντρική Τράπεζα έκοβε χρήμα προσπαθώντας να κάνει ένα θαύμα αντίστοιχο του να ξανα-επιπλεύσει ο Τιτανικός φουσκώνοντάς τον με αέρα (αλλά χωρίς να επιδιορθώνουμε τις τρύπες στο σκαρί του)».

Το ευρώ

Σε αυτό το περιβάλλον αρχίζει να ενισχύεται η φιλολογία για «ομαλή» κατάρρευση του ευρώ, η οποία θα πρέπει, λένε, να ξεκινήσει από μια γερμανική έξοδο από το ευρώ (άποψη που υποστηρίζει και ο Βαρουφάκης)! Η πιο πρόσφατη φωνή που ζήτησε κάτι τέτοιο ήταν ο Μπερλουσκόνι, ο οποίος στις 28/9 δήλωσε ότι δεν θα ήταν τραγωδία μια Γερμανία εκτός ευρώ. Μάλιστα ο «Καβαλιέρε» κατήγγειλε και τα μνημόνια που επιβάλλονται στις υπό διάσωση χώρες, τονίζοντας ότι αυτά οδηγούν στην κατάρρευση. Το Βερολίνο πήρε πολύ σοβαρά την πρόταση γι’ αυτό και εκπρόσωπος της Μέρκελ έσπευσε να μιλήσει για παράλογη ιδέα. Όμως οπαδός της… παράλογης ιδέας φέρεται να είναι ο ίδιος ο πρόεδρος της γερμανικής τράπεζας, της Bundesbank, ο Γενς Βάιντμαν.

Σε κάθε περίπτωση, οι έντιμοι οπαδοί μιας τέτοιας λύσης γνωρίζουν ότι απλώς αποτελεί ασπιρίνη, όπως ασπιρίνη θα αποτελέσει η γραμμή της ποσοτικής χαλάρωσης του Ντράγκι αν τελικά επικρατήσει. Το επαναλαμβάνουμε: Οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία δεν έχουν στο σβέρκο τους κανένα «ευρώ» με «κατασκευαστικά λάθη» και αντινομίες κι όμως κλυδωνίζονται. Η κρίση είναι παγκόσμια, είναι καπιταλιστική και οποιοδήποτε μέτρο δεν καταστρέφει την πηγή του προβλήματος, τον καπιταλισμό, είναι μακροπρόθεσμα καταδικασμένο σε αποτυχία. Βραχυπρόθεσμα, για να υπάρξει ελάφρυνση των εργαζομένων και των άλλων φτωχών στρωμάτων εντός του συστήματος πρέπει να σταματήσει εδώ και τώρα η λιτότητα. Όμως για να γίνει αυτό πρέπει η Αριστερά και το εργατικό κίνημα να συγκρουστούν με όλες τις εκδοχές της αστικής κυριαρχίας, με όλες τις προτάσεις που στον παρονομαστή τους έχουν μνημόνια και περικοπές.