Μπαίνουμε σε μια απολύτως κρίσιμη πολιτικά περίοδο. Έχει έντονα μεταβατικά χαρακτηριστικά, μέσα σε αυτήν θα διαμορφωθεί ο συσχετισμός δυνάμεων που θα καθορίσει, τελικά, τις εξελίξεις.

1. Να μην κρυβόμαστε πίσω από τις αδυναμίες του μαζικού κινήματος
Συζητώντας για τις πολιτικές εξελίξεις, πολλοί σ. (φυσιολογικά...) δίνουν την έμφαση στην κάμψη του μαζικού κινήματος, στα φαινόμενα απογοήτευσης κόσμου (και στελεχών!!) ως αποτέλεσμα της προδοσίας του ΣΥΡΙΖΑ και των δυσκολιών για ένα «νέο ξεκίνημα» κ.ο.κ. Τα φαινόμενα αυτά τα έχουμε αντιμετωπίσει από πέρυσι και η γραμμή μας παραμένει σταθερή: οι αγωνιστές/τριες της Αριστεράς οφείλουμε να αντισταθούμε σε αυτό το «ρεύμα» παθητικότητας και να καταβάλουμε μεγαλύτερη οργανωτική προσπάθεια για να γίνονται αποτελεσματικότερα οι αναγκαίες πρωτοβουλίες αντίστασης. Η οργανωμένη αντίσταση στο «ρεύμα» παθητικότητας σε ανάλογες περιόδους, συνηθισμένες στην ταξική πάλη, είναι ένας από τους λόγους ύπαρξης των οργανώσεών μας. Η αναγκαία αντοχή και επιμονή δεν είναι «σισύφεια»: το πότε η οργή του κόσμου ενάντια στο Μνημόνιο 3 θα «γυρίσει» σε ανοιχτή δράση είναι ένα ερώτημα ρευστό. Το ξέσπασμα στη Γαλλία (όπου κυριαρχούσε η απελπισία από τις προδοσίες Ολάντ και την κρίση της Αριστεράς) αποδεικνύει ότι οι απαισιόδοξες προφητείες είναι επισφαλέστατες και δεξιόστροφες. Μία ακόμα παρατήρηση στο θέμα αυτό. Ο Τσίπρας είναι μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης: Η επιβίωσης της κυβέρνησής του προϋποθέτει την παγίωση και ενίσχυση της αποθάρρυνσης του κόσμου. Ταυτόχρονα, όμως, αν αυτό συμβεί προετοιμάζει την πτώση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ από τα δεξιά.
Γι’ αυτό οι σ. που εγκλωβίζονται σε αυτήν τη θεματολογία, περί της κάμψης του κινήματος, εγκλωβίζονται στα «ρηχά». Η περίοδος είναι εξαιρετικά σημαντική, μεταβατική και όχι τελική φάση, μέσα σε αυτήν θα αναδιαταχθούν ρεύματα και συσχετισμοί, θα προετοιμαστεί η νέα κατάσταση. Σε τέτοιες περιόδους η πολιτική παρέμβαση των οργανώσεων της Αριστεράς είναι αποφασιστικής σημασίας. Και οι αφορμές για πολιτική παρέμβαση και δράση θα είναι πολλές, γιατί γύρω μας εξελίσσεται ένας Αρμαγεδδώνας. 
2. Το βάθεμα της κρίσης διεθνώς είναι καθοριστικός παράγοντας
Αυτοί που έλεγαν ότι το 2016 είναι χρόνος εξόδου από το τούνελ, τώρα λένε ότι η χρεοκοπία του κορεατικού γίγαντα Hinjing θα έχει συνέπειες ανάλογες με τη χρεοκοπία της Lehman Brothers. Σε αυτό το τοπίο οι ανταγωνισμοί οξύνονται διεθνώς, όχι μόνο στα γεωπολιτικά (Συρία, Ουκρανία, Θάλασσα της Κίνας κ.λπ.) αλλά και στα οικονομικά: μία εβδομάδα μετά την ανακοίνωση προστίμου 13 δισ. ευρώ στην Apple από την Κομισιόν, οι ΗΠΑ απειλούν με πρόστιμο 14 δισ. ευρώ στη Deutsche Bank γιατί η Fed θυμήθηκε ότι η DB δεν τηρεί το τραπεζικό fair play. Η Ιαπωνία ανακοινώνει κρατικοποιήσεις τεράστιων εταιρειών και πολιτική «κουρέματος» του χρέους της. Οι Ρωσία, Ινδία και Κίνα απαιτούν αποχώρηση των αμερικανικών τραπεζών και επιχειρήσεων από την Κεντρική Ασία κ.λπ.
Αυτό το κλίμα λειτουργεί ως «δόκανο» για τον Τσίπρα: Στις επόμενες εβδομάδες οφείλει να υλοποιήσει τα «προαπαιτούμενα» που εκκρεμούν από την 1η αξιολόγηση, αλλά και ταυτόχρονα τα «προαπαιτούμενα» για τη 2η (με καυτό σημείο τα εργασιακά). Μέσα σε αυτά, οφείλει να ελαφρύνει τους Έλληνες καπιταλιστές από τα «κόκκινα» επιχειρηματικά δάνεια, όπως απαίτησε ο Μητσοτάκης στη ΔΕΘ (μαζί με πρωτοφανείς φορολογικές και ασφαλιστικές «ελαφρύνσεις» των επιχειρήσεων...), αλλά όπως και –σε έναν βαθμό– σήμερα επιχειρούν οι τράπεζες (Μαρινόπουλος) και ο υπόσχεται ο Σταθάκης. Πρόκειται για προσπάθεια τετραγωνισμού του κύκλου.
3. Ένταση της πολιτικής αστάθειας 
Ο Τσίπρας στη ΔΕΘ είχε ελάχιστες «φιλολαϊκές» υποσχέσεις: πχ το πάγωμα χρεών των μικρομεσαίων και των αυτοαπασχολούμενων και τον ακατάσχετο λογαριασμό κίνησης των επιχειρήσεων. Σε ελάχιστες μέρες η τρόικα τις κατάργησε, παρόλο που δεν είναι και τόσο «φιλεργατικές» υποσχέσεις.
Ο Τσίπρας στη ΔΕΘ ανέδειξε ως προοπτική του (για να βγάλει πέρα και το συνέδριο...) την ελάφρυνση του χρέους. Σε δύο μέρες ο Δραγασάκης δήλωσε ότι αυτό είναι ανέφικτο και ότι το χρέος μπορεί να «ρυθμιστεί» μόνο στο πλαίσιο μιας... πανευρωπαϊκής συμφωνίας, που θα ρυθμίζει το ιταλικό, ισπανικό και πορτογαλικό χρέος. Ζήσε Μάη μου...
Ο Παππάς έστησε με φροντίδα το σκηνικό του «πολέμου κατά της διαπλοκής» με τις αδειοδοτήσεις στα κανάλια. Σε ελάχιστες μέρες βρέθηκε να έχει στα χέρια του την καυτή πατάτα του πόθεν έσχες του Καλογρίτσα (βοσκοτόπια Ιθάκης κ.ά.), που απειλεί να μετατραπεί σε αποκάλυψη του σκανδάλου της Τράπεζας Αττικής, την οποία πολλοί πλέον παρομοιάζουν με την... Τράπεζα Κρήτης (δηλαδή το σκάνδαλο Κοσκωτά, που γκρέμισε το πανίσχυρο τότε ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου...).
Η πολιτική αστάθεια θα κλιμακώνει τους πολέμους μεταξύ ομίλων και καπιταλιστών (η οικογένεια Βαρδινογιάννη έμεινε –απειλητικά!– εκτός του διαγωνισμού, ενώ το τρίγωνο Μαρινάκη - Αλαφούζου - Μελισσανίδη έχει ήδη φτάσει στις... χειροβομβίδες!). Θα κλιμακώνει όμως και τις συγκρούσεις μέσα στους κρατικούς μηχανισμούς, ακόμα και τους πιο «κυριλέ», όπως η Δικαιοσύνη (π.χ. υπόθεση Ντογιάκου). 
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Τσίπρας θα έχει να ολοκληρώσει την εφαρμογή του Ασφαλιστικού (με κρίσιμα ζητήματα όπως π.χ. η κατάργηση του αγγελιόσημου στον Τύπο), να ανατρέψει τα εργασιακά δεδομένα τής μετά τη μεταπολίτευση εποχής και να λύσει τα «κόκκινα» δάνεια τσακίζοντας τον κόσμο αλλά βγάζοντας λάδι τους καπιταλιστές.
Σε αυτές τις πραγματικές συνθήκες θα έχουμε να επιμείνουμε για την εργατική-λαϊκή αντίσταση, αλλά και τη μάχη για τη διαμόρφωση εναλλακτικής πολιτικής λύσης.
4. Ο κρίσιμος ρόλος της αντιμνημονιακής ριζοσπαστικής Αριστεράς
Από την επομένη της κρίσης του ΣΥΡΙΖΑ κάναμε την επιλογή της ΛΑΕ, περιγράφοντάς την ως τον καλύτερο «τόπο» για τις αναγκαίες πολιτικές και κινηματικές πρωτοβουλίες, με στόχο μια «κοινή κοίτη της αντιμνημονιακής, αντικαπιταλιστικής, ριζοσπαστικής Αριστεράς». 
Από αυτήν την επιλογή και από αυτόν το στόχο δεν θα κάνουμε πίσω.
Όμως στη συγκεκριμένη «στιγμή», οφείλουμε να τροποποιήσουμε την τακτική και τις εμφάσεις μας, κάνοντας ένα βήμα στο πλάι...
Η πολιτική απόφαση της συνδιάσκεψης της ΛΑΕ μιλούσε για ανατροπή των μνημονίων και της λιτότητας, για την αναγκαία σύγκρουση με την ευρωζώνη και την έξοδο από το ευρώ, υπό αριστερή-εργατική ηγεμονία, στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού. Η θέση αυτή δεν είναι η ίδια με μια «στενή» ανάγνωσή της, που μιλά για «αντιμνημονιακή ανατροπή εθνικής ανεξαρτησίας, με μετάβαση στο εθνικό νόμισμα». Δεν συμφωνούμε σε ένα κεντράρισμα στο Grexit, αποδυναμωμένο από τις πολιτικές και κοινωνικές προϋποθέσεις. Δεν θεωρούμε ότι υπάρχει ένας ομιχλώδης (πέραν του ξενοφοβικού ρεύματος, π.χ. του ΕΠΑΜ) «αντιμνημονιακός-πατριωτικός χώρος» που θα μπορούσε να συμμαχήσει πολιτικά (ή και εκλογικά) με τη ριζοσπαστική Αριστερά, στο όνομα της «μετάβασης στο εθνικό νόμισμα». Δεν συμμεριζόμαστε τις αναφορές στη «μικρομεσαία επιχειρηματικότητα» στο όνομα και στην προοπτική μιας κάποιας «παραγωγικής ανασυγκρότησης». Θεωρούμε ότι ανάλογα λάθη καθυστερούν τις πραγματικά αναγκαίες πρωτοβουλίες συνεργασιών (κινηματικών, αλλά και ευρύτερα πολιτικών) με τις υπαρκτές δυνάμεις της «άλλης» ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Πλεύση Ελευθερίας, Δικτύωση κ.ο.κ.) δίνοντας επίσης άλλοθι σε μικροηγεμονισμούς και σεχταρισμούς.
Θεωρούμε ότι η συγκυρία θα λειτουργήσει στη συνέχεια «εκπαιδευτικά»: Στο πεδίο των άμεσων διεκδικήσεων, π.χ. οι θέσεις του Μητσοτάκη και του Σταθάκη για μια «σεισάχθεια» προσανατολισμένη κυρίως στα χρέη των μεγάλων επιχειρήσεων θα διευκολύνουν την Αριστερά να ξεκαθαρίσει ότι κυρίως διεκδικεί τη διαγραφή χρεών των λαϊκών νοικοκυριών. Στο πεδίο του προγραμματισμού των δράσεων, θα αποδειχθεί ότι οι άξονες παρέμβασης υπαρκτών και δραστήριων τοπικών ή κλαδικών οργανώσεων παραμένουν τα ταξικά ζητήματα αντίστασης στα μνημόνια και όχι η φυγή προς έναν προπαγανδισμό για τις «θετικές» επιπτώσεις μιας αλλαγής νομίσματος. Στο πεδίο των συμμαχιών, η ίδια η ζωή (π.χ. η σκληρή αντιπαράθεση στο ζήτημα των προσφύγων) θα αποδεικνύει ότι ο χώρος της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι ένα φυσιολογικό «σύνορο» για τις πρωτοβουλίες μας. 
Με αυτόν τον τρόπο θα παραμείνουμε ενεργοί και δραστήριοι στις οργανώσεις και τις διεργασίες της ΛΑΕ: Συμμετέχοντας στην πρώτη γραμμή των δράσεων για τα αντιμνημονιακά-ταξικά αιτήματα του κόσμου μας. Συνεχίζοντας τη συζήτηση για την πολιτική γραμμή που μπορεί να μας οδηγήσει στη νίκη. Επιμένοντας στην πολιτική ενότητας στη δράση, αλλά ενότητας της ριζοσπαστικής Αριστεράς, των «εργατικών» κομμάτων και οργανώσεων. 
Με αυτήν τη στάση θα συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε την πιο «ανοιχτή», πιο δημοκρατική λειτουργία της ΛΑΕ που αποτελεί άλλωστε και προϋπόθεση για τη διεύρυνσή της προς την άλλη ριζοσπαστική Αριστερά, διεύρυνση για την οποία θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε.
Θεωρούμε ότι η κατεύθυνση αυτή όχι μόνο δεν έρχεται σε αντίφαση, αλλά συνδυάζεται με την έμφαση που θα δώσουμε σε κίνηση με βάση τις ιδέες μας και την πολιτική μας, σε πρωτοβουλίες όπως το Ινστιτούτο Κοινωνικών και Πολιτικών Ερευνών «Κομούνα», στο «στέκι» συζητήσεων και αυτομόρφωσης, στην ενίσχυση της εφημερίδας μας κ.ο.κ.