Η  στιγμή με τους χειρότερους οιωνούς για να εγκαινιαστεί ένα νέο εγχείρημα της επαναστατικής και διεθνιστικής Αριστεράς ήταν τον Σεπτέμβρη του 1915, μέσα στο γενικευμένο μακελειό του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν δηλαδή συγκλήθηκε η διάσκεψη στο Τσίμερβαλντ της Ελβετίας.

Συμμετείχαν σαράντα περίπου αντιπολιτευόμενα στελέχη της Αριστεράς από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Σκοπός τους να συντονίσουν τις ενέργειές τους κατά του πολέμου. 
Σχεδόν παντού στην Ευρώπη, τα κόμματα της Αριστεράς είχαν προδώσει τις διακηρύξεις τους για την αλληλεγγύη των εργατών και την υπόσχεσή τους για κήρυξη «γενικής απεργίας κατά του πολέμου». Οι ηγεσίες των εργατικών κομμάτων είχαν ανακαλύψει, ξαφνικά, την «εθνική στρατηγική»: στήριξαν τις κυβερνήσεις των χωρών τους στον πατριωτικό παροξυσμό και, συχνά, ηγετικά στελέχη τους έγιναν υπουργοί και «συντόνιζαν» το ξεκλήρισμα εκατομμυρίων εργατών. 
Το σθένος και η αυτοπεποίθηση των αγωνιστών και αγωνιστριών της Αριστεράς που επέμεναν στις ιδέες τους ήταν πιο χαμηλό από ποτέ... Αυτό το κλίμα δεν άφησε ανεπηρέαστο και τα πιο πρωτοπόρα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στο Τσίμερβαλντ.
Παρ’ όλα αυτά, δύο χρόνια μετά, οι μικρές ομάδες που είχαν εκπροσωπηθεί στη διάσκεψη ήταν ήδη εξουσία στη Ρωσία ή είχαν μετατραπεί σε σχετικά μαζικά κόμματα, όπως στη Γερμανία, την Αυστρία, την Ιταλία, τη Βουλγαρία κ.λπ., και απειλούσαν να ανατρέψουν κυβερνήσεις και καθεστώτα!
Τα θεμέλια και οι βασικές ιδέες γι’ αυτό το ανέλπιστο «come-back» είχαν ζυμωθεί και διατυπωθεί στη συνάντηση στο Τσίμερβαλντ...
Το συνέδριο αρχίζει 
Οι σύνεδροι που βρέθηκαν στο ελβετικό χωριό δεν ήταν ακριβώς ομοϊδεάτες, οι οποίοι απλώς συγκεντρώθηκαν για να καταρτίσουν ένα πλάνο δράσεων για τη επίτευξη του στόχου τους. Αντίθετα, τους χώριζαν τεράστιες διαφορές πάνω στο πώς και με ποια μέσα θα έπρεπε να παλέψουν ενάντια στον πόλεμο. 
Μάλιστα από δύο πολύ σημαντικές χώρες (Γερμανία, Γαλλία) είχαν καταφέρει να περάσουν τα σύνορα της Ελβετίας οι αντιπρόσωποι που είχαν πιο χλιαρές θέσεις, ενώ οι πιο ξεκάθαροι αγωνιστές κατά του πολέμου ήταν στη φυλακή ή σε πλήρη απομόνωση. 
Η διάσκεψη χωρίστηκε ανοιχτά σε πλειοψηφία και μειοψηφία. 
Οι συντριπτικά περισσότεροι είχαν συγκεχυμένες ιδέες για το τι ήθελαν να κάνουν, περιοριζόμενοι στο καθήκον της προπαγάνδας υπέρ της ειρήνης και του αφοπλισμού –ενώ ο πόλεμος είχε δεκάδες χιλιάδες νεκρούς κάθε μέρα! 
Η πλειοψηφία, περίπου 30 άτομα, στήριζαν τα επιχειρήματά τους στην αποθάρρυνση της εργατικής τάξης από τον πόλεμο και την προδοσία των κομμάτων τους: «Στη Γαλλία ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια ολοκληρωτικά απογοητευμένη εργατική τάξη, η οποία αυτήν τη στιγμή έχει χάσει την πίστη της. Θα μας ακούσουν αν μιλήσουμε για ειρήνη, αλλά όχι αν επαναλάβουμε τα παλιά κλισέ» δήλωσε ο μετριοπαθής Μερίμ. Ως παλιά κλισέ εννοούσε τις συνεδριακές αποφάσεις για μετατροπή των άδικων πολέμων σε επαναστάσεις κατά των κεφαλαιοκρατών. 
Το σημείο όπου επέμεναν οι πιο αριστεροί εκπρόσωποι ήταν το ότι δουλειά κατά του πολέμου σημαίνει αναγκαστικά εθνική προδοσία: 
Όταν ξεκινάνε απεργίες ενώ διεξάγονται πολεμικές επιχειρήσεις, όταν ζητάνε οι γυναίκες ψωμί και γάλα για τα παιδιά τους κι όχι κανόνια για το μέτωπο, όταν συναδελφώνονται οι φαντάροι των αντίπαλων στρατών στα χαρακώματα, τότε «προδίδουν το έθνος», δηλαδή τα συμφέροντα των πλούσιων που συσσωρεύουν κέρδη από την ανθρωποσφαγή. 
Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να υπερασπίσει τον εαυτό της η εργατική τάξη σ’ έναν άδικο πόλεμο από το να διαπράξει προδοσία, δηλαδή να στρέψει τα πυρά της κατά του δικού της επιτελείου και να δώσει το χέρι στα αδέλφια της, τους φαντάρους του υποτιθέμενου «εχθρικού» στρατού. 
Στο συνέδριο διαβάστηκε, σε κλίμα ενθουσιασμού, μήνυμα του Καρλ Λίμπκνεχτ, μοναδικού βουλευτή στο γερμανικό κοινοβούλιο που αρνήθηκε να ψηφίσει τις πολεμικές πιστώσεις και γι’ αυτό βρέθηκε σε τάγμα εργασίας και μετά στη φυλακή. «Είμαι δέσμιος του μιλιταρισμού. Είμαι αλυσοδεμένος. Αλλά η καρδιά και το μυαλό μου, όλη μου η ύπαρξη είναι μαζί σας». Αλλά ο Λίμπκνεχτ ζητούσε «ένα αμείλιχτο ξεκαθάρισμα με τους προδότες του διεθνισμού σε Γερμανία, Αγγλία, Γαλλία» κ.λπ. 
Στο συνέδριο πήρε μετά το λόγο ο Λέντεμπουργκ, επικεφαλής της ομάδας των «αριστερών» Γερμανών βουλευτών που επέκριναν τον πόλεμο στους λόγους που έβγαζαν μέσα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, αλλά στη βουλή ψήφιζαν κανονικά όσα τους ζητούσαν: 
«Δεν ήταν δυνατόν η μειοψηφία να μιλήσει στο Ράιχσταγκ, εκτός εάν είχαμε δημιουργήσει μια νέα φράξια, κάτι το οποίο αποφύγαμε, προκειμένου να μη διασπάσουμε το κόμμα. Στη διάρκεια του πολέμου είναι ιδιαίτερα σημαντικό να παραμείνουμε ενωμένοι, έτσι ώστε να μη χάσουμε την επιρροή μας στις μάζες». 
Όλη η πλειοψηφία ήταν στο ίδιο μήκος κύματος: Δεν ήθελαν να κόψουν τους δεσμούς τους με τις ηγεσίες της Αριστεράς που στήριζαν τις καπιταλιστικές κυβερνήσεις, ούτε να προκαλέσουν την οργή του κρατικού μηχανισμού των χωρών τους ενάντια στις ομάδες τους.
Ο Λένιν κάνει τη διαφορά
Η μειοψηφία, κάπου 8 εκπρόσωποι, επέμεναν πως η γενικευμένη καταστροφή της Ευρώπης φέρνει στην ημερήσια διάταξη την Επανάσταση. Και «κάθε τάξη που είναι επαναστατική δεν μπορεί παρά να εύχεται την ήττα της κυβέρνησής της στον πόλεμο» ήταν τα λόγια του Λένιν, επικεφαλής της μειοψηφίας. Η «Αριστερά του Τσίμερβαλντ», όπως έγινε γνωστή τα επόμενα χρόνια, έγραψε στη σημαία της ένα παλιό σύνθημα της Γαλλικής Επανάστασης: «Ειρήνη στις καλύβες, πόλεμος στα παλάτια». Τα επόμενα χρόνια θα γινόταν η κραυγή μάχης εκατομμυρίων εργατών και εργατριών... 
Ο Λένιν ψήφισε –χωρίς ενθουσιασμό– το τελικό, γενικόλογο κείμενο της διάσκεψης. Το επιχείρημά του: είναι κακή συμφωνία, αλλά μπορεί να κινητοποιήσει την εργατική τάξη σε πόλεμο κατά του πολέμου. 
Όσες οργανωτικές αποφάσεις πήρε η Διάσκεψη στο Τσίμερβαλντ ατόνησαν ή ξεχάστηκαν τους επόμενους μήνες. Τα περισσότερα στελέχη της πλειοψηφίας, αν και έλεγχαν το Γραφείο που εκλέχτηκε, αποχώρησαν σιγά σιγά από το σχήμα και επέστρεψαν στα συμβιβασμένα κόμματά τους και στην «καθώς πρέπει» πολιτική. 
Όμως οι ομάδες που συσπειρώθηκαν γύρω από το Λένιν και τους μπολσεβίκους έγιναν διακριτό ρεύμα, και οι «ακραίες» θέσεις τους, επίπονα και χωρίς τύχη στην αρχή, πιο εύκολα αργότερα, βρήκαν το δρόμο τους προς τα πιο ανήσυχα κομμάτια της εργατικής τάξης που έψαχναν το τι μπορούν να κάνουν για να βάλουν τέλος στην αιματοχυσία. Η μικροσκοπική «Αριστερά του Τσίμερβαλντ» τέσσερα μόλις χρόνια αργότερα είχε γίνει η Κομουνιστική Διεθνής... 
Το μυστικό της επιτυχίας των ιδεών του το εξηγεί ο ίδιος ο Λένιν: 
«Οι ιδέες που έχουν πεθάνει, είναι αυτές που εμφανίζονται με κομψότητα, χωρίς ίχνος δριμύτητας ή τόλμης. Είναι νεκρές, γιατί χαίρουν καθημερινής γενικής κυκλοφορίας μέσα στην κοινωνία, αποτελούν μέρος των ιδεολογικών αποσκευών του ατέλειωτου στρατού των μικρόψυχων διανοούμενων. 
Οι ρωμαλέες ιδέες είναι αυτές που σοκάρουν και σκανδαλίζουν, που ξεσηκώνουν αγανάκτηση, θυμό, εχθρότητα σε κάποιους και ενθουσιασμό σε κάποιους άλλους».