Μόνη λύση οι κοινοί αγώνες και η ένταξη των συμβασιούχων στα σωματεία

Το εργασιακό τοπίο αλλάζει ραγδαία προς όφελος του κεφαλαίου και των ιδιωτών και το σημείο-κλειδί για να μην εμπεδωθούν οι αρνητικές μεταρρυθμίσεις για τον κόσμο της δουλειάς είναι η υπεράσπιση των συμβασιούχων.
Η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας επεκτείνεται με τρομερούς ρυθμούς, καθώς  από τα κάτεργα του ιδιωτικού τομέα, φτάνει ακόμα και στο κέντρο του Δημοσίου επηρεάζοντας κάθε τμήμα της ζωής της εργατικής τάξης.
Η ανάγκη ανατροπής της εφαρμοζόμενης πολιτικής της απόλυτης ελαστικοποίησης της εργασίας, μέσα στη ζούγκλα της αγοράς, που νομοθετείται και ασκείται από όλες τις μνημονιακές κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης και της σημερινής των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αναγνωρίζεται από όλη την Αριστερά, σε συνδικαλιστικό και πολιτικό επίπεδο. Οι διαπιστώσεις γίνονται ακόμα και από τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες των ΑΔΕΔΥ και ΓΣΕΕ, αλλά στην πράξη, οι μνημονιακές ηγεσίες τους αφήνουν εκτός συνδικάτων εκατοντάδες χιλιάδες συμβασιούχους, με δυσμενή αποτελέσματα τόσο για τα ίδια τα συνδικάτα όσο και για τα μέλη τους, αλλά και για τα μη μέλη τους. Το σύνολο της εργατικής τάξης βρίσκεται πιο εκτεθειμένο και ευάλωτο απέναντι στους ιδιώτες επιχειρηματίες, εργολάβους, που αρπάζουν ακόμα και παραδοσιακά δημόσιες λειτουργίες.
Επείγουν συνεπώς οι πρωτοβουλίες για έμπρακτη αντιμετώπιση της ζωής-λάστιχο που επιβάλλεται με τα διαδοχικά μνημόνια και τις πρόθυμες κυβερνήσεις που ιδιωτικοποιούν κάθε πτυχή της ζωής της κοινωνίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Κόκκινο Δίκτυο Εργαζομένων, δρώντας συνδικαλιστικά μέσα από το ΜΕΤΑ και επιδιώκοντας την κινητοποίηση και συσπείρωση ευρύτερων πολιτικών, συνδικαλιστικών και κοινωνικών δυνάμεων που βρίσκονται από την ίδια ταξική πλευρά, διοργάνωσε στον πολυχώρο Κομμούνα μια πρώτη σχετική εκδήλωση στις 12 Φλεβάρη.
Η προσπάθειά μας ήταν μια εκδήλωση με συμβασιούχους, όχι για συμβασιούχους, αλλά για όλες και όλους μας. Η ανταπόκριση υπήρξε πολύ θετική και η συμμετοχή, τόσο σε επίπεδο πάνελ ομιλητών όσο και προσέλευσης και διαλόγου που αναπτύχθηκε, μας φάνηκε προωθητική και υποσχόμενη για τα επόμενα αναγκαία βήματα. 
Η λέξη «αβεβαιότητα» ακούστηκε πάρα πολλές φορές από τους ομιλητές, ενώ κοινή διαπίστωσή τους ήταν η τεράστια ποικιλία εργασιακών σχέσεων, που συναντά κανείς πλέον και σε όλους τους χώρους του Δημοσίου.
Μεταφέρουμε χρήσιμα αποσπάσματα από ομιλίες και τοποθετήσεις, ενώ το σχετικό βίντεο είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του Rproject.gr.

Ο Δημήτρης Αντωνίου, 13 χρόνια συμβασιούχος στο ΕΚΠΑ (Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών), αποτύπωσε πολύ γλαφυρά την υπάρχουσα κατάσταση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: υπάρχουν πολλών ειδών συμβασιούχοι, που δουλεύουν με διαφορετική ασφάλιση, διαφορετικό μισθό, διαφορετικά δικαιώματα και διαφορετικούς εργοδότες (άμεσα προϊστάμενοι). Χαρακτηριστικό είναι ότι υπάρχει δυσκολία να βρεθούν οι εργαζόμενοι σε έναν κοινό χώρο και να συζητήσουν. Το 2006 έγινε η τελευταία μονιμοποίηση συμβασιούχων και έγινε προσπάθεια να μπουν στο σύλλογο των μονίμων, κάτι που δεν ήταν εύκολο.
Αναφερόμενος και στον πρόσφατο αγώνα (καλοκαίρι 2017) των συμβασιούχων των ΟΤΑ, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αγώνες ενώνουν τους εργαζόμενους και μπορεί να έχουν αποτελέσματα στην ισχυροποίηση των σωματείων, πέρα από την ικανοποίηση των συγκεκριμένων αιτημάτων.
Ο εργασιακός χώρος, όπως ανέφερε, πρέπει να καλύπτεται από τα σωματεία, ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν προβλήματα σε μέλη ή μη μέλη τους. Οι παρεμβάσεις των σωματείων στους χώρους δουλειάς πρέπει να είναι συνεχείς, και παρόλο πού το κομμάτι του συνδικαλισμού περνάει δύσκολη περίοδο, εμείς έχουμε υποχρέωση να το διατηρήσουμε ζωντανό.
Η Βάσω Ακριβού, σχολική καθαρίστρια, μιλώντας από το πάνελ αυτήν τη μέρα, που συνέπεσε με την απεργία των σχολικών καθαριστριών (στις 12/2 ήταν η 24ωρη, μαζική, πανελλαδική απεργία, με διεκδικήσεις για μόνιμη και σταθερή δουλειά και για ένταξη στα Βαρέα Ανθυγιεινά Επαγγέλματα), αναφέρθηκε κατ’ αρχάς στους πάνω από 700 απεργούς που διαδήλωσαν το ίδιο πρωί στο κέντρο της Αθήνας, αλλά και στο πρόβλημα συντονισμού τους, λόγω της ελλιπούς δράσης της ομοσπονδίας τους.
Οι σχολικές καθαρίστριες πληρώνονται με ελάχιστα λεφτά (ο μισθός τους καθορίζεται ανάλογα με τις αίθουσες που αναλαμβάνουν εξαιρώντας τους κοινόχρηστους χώρους και τις τουαλέτες). Με τις συγχωνεύσεις των σχολείων οι αίθουσες μειώνονται και τα προβλήματα των σχολικών καθαριστριών αυξάνονται.
Έτσι φαίνεται και πώς οι συγχωνεύσεις των σχολείων και η καθαριότητά τους αποτελούν κοινά προβλήματα για τους εκπαιδευτικούς, τις καθαρίστριες, τους μαθητές, τους γονείς, αλλά και την Τοπική Αυτοδιοίκηση που τα τελευταία χρόνια εμπλέκεται στα σχολικά κτίρια. Γι’ αυτό και ο αγώνας των συμβασιούχων σχολικών καθαριστριών αφορά όλη την εκπαιδευτική κοινότητα και στην ουσία όλη την κοινωνία.
Τις διεκδικήσεις των σχολικών καθαριστριών, όπως ανέφερε η Βάσω Ακριβού, θα έπρεπε να τις προβάλλουν όλες οι ΕΛΜΕ και η ίδια η ΟΛΜΕ. Αλλά και η Αριστερά, όπως τόνισε η Βάσω Ακριβού, πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της, καθώς το ξεχωριστό κατέβασμα του ΠΑΜΕ (που πραγματοποιήθηκε και σε αυτήν την απεργία των σχολικών καθαριστριών) δεν μπορεί να φέρει ικανοποιητικά αποτελέσματα.
Ο Δημήτρης Κάσσης, συμβασιούχος για 11 χρόνια και πρόεδρος του Πανελλήνιου Σωματείου του ΕΛΚΕΘΕ, παρουσίασε αναλυτικά την κατάσταση που επικρατεί στην έρευνα. Απ’ όλα τα ερευνητικά κέντρα στην Ελλάδα, μόνο τέσσερα είναι ΝΠΔΔ. Η πλειονότητα των εργαζομένων δουλεύει και εκεί με διαφόρων ειδών συμβάσεις και όχι με μόνιμη και σταθερή σχέση εργασίας.
Το ελπιδοφόρο είναι το ότι πολλοί συμβασιούχοι έχουν καταφέρει να είναι μέλη των σωματείων των μονίμων, αλλά αυτό έγινε με μεγάλη και συνειδητή προσπάθεια κάποιων.
Είναι απαραίτητο να σπάσουμε τη λογική της ανάθεσης και να πειστούν οι ίδιοι οι ελαστικά εργαζόμενοι να συσπειρωθούν στα σωματεία, ακόμα και αν δεν βοηθάει η αίσθηση ότι βρίσκονται για λίγο στην κάθε δουλειά, συνέχισε ο Δημήτρης.
Παρά την εργασιακή ανασφάλεια που δημιουργεί πρόβλημα, με κινητοποιήσεις των συμβασιούχων έχουν υπάρξει μικρές νίκες. Είναι υπαρκτές οι δυνατότητες μέσα από συλλογικές δράσεις.
Ο Ελισσαίος Φάκαρος, αναπληρωτής δάσκαλος, ξεκίνησε λέγοντας ότι ντρέπεται για τη στάση που κράτησαν τα συλλογικά όργανα των εκπαιδευτικών στην απεργία των σχολικών καθαριστριών.
Και περνώντας στα προβλήματα των εκπαιδευτικών, ανέφερε ότι από το 2009 έχουν σταματήσει εντελώς οι μόνιμοι διορισμοί στην εκπαίδευση και περισσότεροι από 21.000 εκπαιδευτικοί (το 1/4 του δυναμικού) δεν πληρώνονται από τον κρατικό προϋπολογισμό. 
Η ΟΛΜΕ δεν καλύπτει τους αναπληρωτές και παρότι τα προβλήματα είναι κοινά -όπως η αύξηση του ωραρίου των εκπαιδευτικών, οι συγχωνεύσεις, η «αξιολόγηση»- διατηρούνται οι τεχνητοί διαχωρισμοί.
Οι κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών στις αρχές Μάρτη είναι ευκαιρία να συναντηθούν όλοι οι συμβασιούχοι του Δημοσίου, τόνισε χαρακτηριστικά ο Ελισσαίος.
Η Ελένη Τόλη, συμβασιούχος στο ΕΚΠΑ, αναφέρθηκε και αυτή στα πάρα πολλά διαφορετικά καθεστώτα δουλειάς που ισχύουν για πάρα πολλούς συμβασιούχους και για τον αγώνα που έδωσαν όλοι μαζί να υπάρχει κοινό σωματείο με καθαρίστριες, ερευνητές, διοικητικούς και λοιπούς.
Και εκείνη τόνισε ότι ο αγώνας ενάντια στις διαθεσιμότητες των μονίμων άλλαξε τους συσχετισμούς στο πρώην «εργοδοτικό» σωματείο που υπήρχε, και όταν χρειάστηκε το σωματείο αυτό αγκάλιασε τους συμβασιούχους.
Ο Αντώνης Καραβάς, γιατρός στο Ασκληπιείο Βούλας, παρατήρησε ότι, παρά τη δύσκολη συγκυρία, το αίτημα για «μόνιμη και σταθερή δουλειά» θα συγκεντρώνει πολύ κόσμο. Είπε ακόμη ότι η ΕΙΝΑΠ φτιάχτηκε το 1979 από απλήρωτους ειδικευόμενους γιατρούς.
Ο μόνος τρόπος για να ζωντανέψουν τα συνδικάτα, όπως υποστήριξε, είναι να τα πάρουν στα χέρια τους οι συμβασιούχοι. Σε αυτό δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε τις υπάρχουσες ηγεσίες των συνδικάτων. Στο ΜΕΤΑ παλεύουμε γι’ αυτό, τόνισε, και θέλουμε να ανοίξουμε ευρύτερη καμπάνια.
Ο Θοδωρής Παναγιωτόπουλος, από την Ανεξάρτητη Πανελλαδική Ταξική Κίνηση, προερχόμενος από τον ιδιωτικό τομέα και το χώρο του μετάλλου, τόνισε ότι οι ελαστικές σχέσεις εργασίας είναι στρατηγικού περιεχομένου για τον καπιταλισμό.
Επίσης, εστίασε στις δυνάμεις της Αριστεράς οι οποίες θα πρέπει να σηκώσουν αυτό το θέμα πολύ ψηλά, καθώς είναι και ένα σημείο που μπορεί να συγκροτήσει ένα κοινό μέτωπο. Ακόμα και οι άνεργοι θα μπορούσαν να συμμετέχουν.
Ο Θοδωρής στάθηκε στη διάθεση των ίδιων των συμβασιούχων να συμμετέχουν και μας προέτρεψε να αναμετρηθούμε με αυτό το καθήκον.
Ο Σωτήρης Μάρταλης, εκπαιδευτικός/συνδικαλιστής, έκανε μια αναδρομή στη στάση της Αριστεράς, από παλιότερα, στο θέμα της ένταξης των συμβασιούχων στα υπάρχοντα σωματεία. Πρότεινε να συγκεντρωθούν υπογραφές συμβασιούχων για την εγγραφή τους στα συνδικάτα των μονίμων, αλλά και τα σωματεία συμβασιούχων να διεκδικήσουν να μπουν στις ομοσπονδίες.
Ο Χρήστος Ξαγοράρης, από την G400, ο οποίος αυτό το διάστημα διώκεται και από τον πρώην πρύτανη του ΕΚΠΑ, Φορτσάκη, για την έμπρακτη αλληλεγγύη του ως φοιτητής (τότε) στους εργαζόμενους του ΕΚΠΑ την περίοδο των διαθεσιμοτήτων, μίλησε ως ασκούμενος δικηγόρος και ανέφερε ότι δεν έχει κανένα εργασιακό δικαίωμα.
Ανέφερε ότι οι ελαστικές σχέσεις εργασίας δεν αφορούν μόνο οικονομικές περικοπές, αλλά με το καθεστώς πολυδιάσπασης καταστρέφεται όλο το πεδίο ενότητας συμφερόντων και αυτό είναι ο μεγαλύτερος εχθρός. Θεωρώντας ότι είναι κρίσιμη η πολιτική παρέμβαση σε αυτό το πρόβλημα, αποτίμησε ως σωστή κίνηση την καμπάνια για τους συμβασιούχους, βάζοντας αιτήματα που να ενοποιούν τους εργαζόμενους και να βοηθούν στην άρση των διαχωρισμών.
Η Κούλα Καραβά, που δουλεύει σε σχολείο σε κοινωφελή προγράμματα, τόνισε το πρόβλημα που έχουν οι συμβασιούχοι επειδή είναι διασκορπισμένοι και δεν μπορούν να ενωθούν.
Τέλος, ο Χρήστος Ρουμπάνης εντόπισε το πολιτικό πρόβλημα που προέρχεται από τις επιλογές του νεοφιλελευθερισμού.
Κλείνοντας η εκδήλωση αυτή, ήταν κοινή πεποίθηση ότι η χρησιμότητά της έγκειται στο ότι ήρθαν κοντά και συζήτησαν για το φλέγον θέμα της ελαστικής εργασίας συνδικαλιστές και αγωνιστές της βάσης, που προτίθενται να προωθήσουν έμπρακτα τον αγώνα για την ένταξη των συμβασιούχων στα σωματεία και τη διεκδίκηση για «μόνιμη και σταθερή δουλειά» από όλους για όλους, συνενώνοντας παρατάξεις της Αριστεράς, συνδικαλιστικά αλλά και πολιτικά, έχοντας επίγνωση των υπαρκτών προβλημάτων και γείωση με την «αληθινή ζωή» και τις πραγματικές δυσκολίες στους χώρους δουλειάς.