Το Ισραήλ σύρθηκε σε μια εκεχειρία που ισοδυναμεί με ήττα. Δικαιολογημένα η Γάζα ξέσπασε σε πανηγυρισμούς, όταν ανακοινώθηκε. Είναι χαρακτηριστικό πως στο εσωτερικό του Ισραήλ κυριαρχεί η γκρίνια.

Το παλαιστινιακό σε μια Μέση Ανατολή που αλλάζει

 

Μετά από 8 μέρες ισραηλινών βομβαρδισμών, που απαντήθηκαν από την παλαιστινιακή αντίσταση με εκτοξεύσεις ρουκετών, η εκεχειρία στη Γάζα είναι το πρώτο δείγμα των αλλαγών, που βρίσκονται σε εξέλιξη στη Μέση Ανατολή.
Μετά από το ξέσπασμα της αραβικής άνοιξης, έχει επισημανθεί πολλές φορές η αμηχανία του Ισραήλ απέναντι στις εξελίξεις, όπως και ο κίνδυνος το κράτος-τρομοκράτης να απαντήσει με το μόνο τρόπο που ξέρει: την ωμή βία. Η εκστρατεία βομβαρδισμών ενάντια στη Γάζα εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο.

Το σιωνιστικό κράτος είχε αρκετούς λόγους να εξαπολύσει πόλεμο. Ένας ήταν η δοκιμή του αξιόμαχου της Χαμάς και της νέας ισραηλινής αντιπυραυλικής ασπίδας, ιδίως ενόψει ενδεχόμενου χτυπήματος στο Ιράν. Ένας άλλος λόγος ήταν οι εκλογές, στις οποίες το παλαιστινιακό αίμα χρησιμοποιείται συχνά ως σοβαρό προεκλογικό «επιχείρημα».

Αλλά ο σημαντικότερος λόγος έχει να κάνει με το γεωστρατηγικό τοπίο: Οι Ισραηλινοί ήθελαν να «δοκιμάσουν» τον νεοεκλεγμένο Ομπάμα, την Αίγυπτο των Αδελφών Μουσουλμάνων, την παλαιστινιακή ριζοσπαστικοποίηση, την απομόνωσή τους μετά το ξέσπασμα της αραβικής άνοιξης. Η επίδειξη ωμής δύναμης υποτίθεται πως θα λειτουργούσε σαν υπενθύμιση της ισραηλινής στρατιωτικής ισχύος στους Παλαιστίνιους, στις αραβικές μάζες και στις νέες αραβικές κυβερνήσεις.

Μετά τη λήξη της επιχείρησης «Πυλώνας Ασφαλείας», όπως ονομάστηκε η νέα ισοπέδωση της Γάζας, πράγματι βγήκαν πολύτιμα συμπεράσματα. Αλλά αυτά δεν είναι καθόλου ευχάριστα για το Ισραήλ. Και στρατιωτικά, όπου η Χαμάς συνέχισε τα χτυπήματα μέχρι και λίγο πριν την εκεχειρία και εξέθεσε την πολυδιαφημισμένη αντιπυραυλική ασπίδα, αλλά κυρίως πολιτικά.

Ο ρόλος της Αιγύπτου
Η χώρα που δικαιολογημένα συγκέντρωσε τα βλέμματα όλων ήταν η Αίγυπτος. Ο βομβαρδισμός της Γάζας ήταν μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για το νέο πρόεδρο Μόρσι. Αν ήθελε να κινηθεί στα χνάρια του Μουμπάρακ, είχε να λογοδοτήσει στη λαϊκή απαίτηση η επανάσταση της 25ης Γενάρη να φέρει αλλαγή στάσης της Αιγύπτου στο παλαιστινιακό.

Η ομοβροντία από την αριστερή και νασερική αντιπολίτευση, που απαιτούσε σκληρή στάση απέναντι στο Ισραήλ, η θέση του ίδιου του κόμματός του που απαιτούσε «πράξεις και όχι λόγια», η ιστορική πρωτοβουλία εκατοντάδων Αιγυπτίων να πορευτούν ως μέσα στη Γάζα κάτω από βομβαρδισμούς, οι οργισμένες διαδηλώσεις κατά του Ισραήλ, δημιούργησαν το πλαίσιο στο οποίο έπρεπε να κινηθεί ο Μόρσι.

Και επί Μουμπάρακ η Αίγυπτος έπαιζε το ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα στους Παλαιστίνιους και το Ισραήλ. Αλλά αυτή τη φορά η εκεχειρία διεκδικήθηκε πιο «επιθετικά» από την Αίγυπτο, επιβάλλοντας μια ατζέντα που το Ισραήλ δεν θα δεχόταν με τίποτα πριν λίγα χρόνια: Δεν υπήρξε η κλασσική συζήτηση για την ανάγκη η Χαμάς να αποκηρύξει τη βία, ο αποκλεισμός της Γάζας χαλάρωσε σημαντικά κλπ.

Όλα αυτά είναι κατώτερα των αναγκών, αλλά είναι ενδεικτικά της «νέας Αιγύπτου» που φιλοδοξεί να παίξει διαφορετικό ρόλο από αυτόν του πιστού συμμάχου του Ισραήλ.

Αδυναμία των ΗΠΑ
Στη στάση του Ισραήλ ο τελευταίος λόγος πέφτει πάντοτε στις ΗΠΑ. Και εκεί, η εκεχειρία ήταν αποκαλυπτική. Η υποστήριξη στο «δικαίωμα του Ισραήλ στην άμυνα» δεν έλειψε φυσικά από την Ουάσινγκτον. Όμως η αμερικανική κυβέρνηση επέλεξε να ρίξει το βάρος της στη διπλωματική πρωτοβουλία της Αιγύπτου. Ήταν ένα σαφές μήνυμα προς το Ισραήλ ότι οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν πόλεμο.

Για τον Ομπάμα είχε προτεραιότητα να κερδίσει χρόνο στην προσπάθειά του να προσεταιριστεί τις κυβερνήσεις του πολιτικού Ισλάμ (ιδιαίτερα την αιγυπτιακή) και έβαλε αυτό το στόχο πάνω από την άνευ όρων στήριξη στο αγαπημένο παιδί των ΗΠΑ. Είναι ένα ακόμα παράδειγμα της κρίσης της αμερικανικής ηγεμονίας, που αδυνατεί να ελέγξει τις εξελίξεις στην περιοχή με την άνεση που είχε κάποτε.

Η εικόνα συμπληρώνεται από τη ματιά στις υπόλοιπες περιφερειακές δυνάμεις. Η Αίγυπτος δεν κινείται μόνη της. Η κόντρα Τουρκίας-Ισραήλ και οι φιλόδοξες κινήσεις της μοναρχίας του Κατάρ στην περιοχή (αναδεικνύεται ως προστάτης της αραβικής άνοιξης και σε αυτό το πλαίσιο ο εμίρης του Κατάρ επισκέφτηκε τη Γάζα και υποσχέθηκε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια για την ανοικοδόμησή της) διαμορφώνουν ένα διαφορετικό τοπίο.

Νέοι συσχετισμοί
Προφανώς η «ανεξάρτητη» πολιτική αυτών των δυνάμεων έχει όρια. Η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ, το Κατάρ φιλοξενεί αμερικανικές βάσεις, η Αίγυπτος παραμένει η δεύτερη μετά το Ισραήλ χώρα σε υποδοχή αμερικανικής βοήθειας. Όμως το παραδοσιακό σχήμα «φιλοδυτικών» και «αντιδυτικών» καθεστώτων ξεπερνιέται. Στο μεσανατολικό «Ψυχρό Πόλεμο» (φιλοαμερικανική Σαουδική Αραβία ενάντια στο αντιαμερικανικό Ιράν) δημιουργείται ένας πόλος «αδέσμευτων» (Κατάρ, Τουρκία, Αίγυπτος) που φιλοδοξεί να παίξει ανεξάρτητο ρόλο.

Το τοπίο στη Μέση Ανατολή είναι υπό διαμόρφωση. Οι προσπάθειες των αραβικών αρχουσών τάξεων να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση και των ιμπεριαλιστών να εξασφαλίσουν τη συνεργασία των νέων κυβερνήσεων θα ενταθούν, αλλά το ίδιο ισχύει και για τους αγώνες των αραβικών μαζών. Προς το παρόν είναι «άγνωστο έδαφος», χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και αυτό δυσκολεύει τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.

Αυτός ο διαφορετικός συσχετισμός δυνάμεων καθόρισε και την έκβαση του 8ήμερου πολέμου. Το Ισραήλ σύρθηκε σε μια εκεχειρία που ισοδυναμεί με ήττα. Δικαιολογημένα η Γάζα ξέσπασε σε πανηγυρισμούς, όταν ανακοινώθηκε. Είναι χαρακτηριστικό πως στο εσωτερικό του Ισραήλ κυριαρχεί η γκρίνια.

Τα μεγάλα λόγια για «παραδειγματική τιμωρία της Γάζας» και «επιστροφή της στο Μεσαίωνα», η προετοιμασία για χερσαία εισβολή έδωσαν τη θέση τους στην αναδίπλωση. Ο Νετανιάχου δέχεται πυρά ως δειλός και αποτυχημένος.
Για να κωδικοποιήσουμε το νέο σκηνικό, θα λέγαμε πως σε αυτή τη σύγκρουση, ο «παρίας» της Μέσης Ανατολής δεν είναι η Χαμάς, αλλά το Ισραήλ.

Στους χαμένους βρίσκεται και η ηγεσία της Παλαιστινιακής Αρχής. Έχοντας επιλέξει το δρόμο της διπλωματίας και της συνδιαλλαγής με το Ισραήλ και τις μεγάλες δυνάμεις, έχει να επιδείξει μόνο αποτυχίες. Αντίθετα, το προφίλ της Χαμάς ενισχύθηκε και στη Δυτική Όχθη από την επιλογή της να αντισταθεί στον κατακτητή και από την επιτυχία της.

Όμως πολύ πιο σημαντική είναι η αυξανόμενη ριζοσπαστικοποίηση στους δρόμους της Παλαιστίνης. Αφορά κυρίως τη νέα γενιά, που εκφράζει την αποστροφή της προς τους «παλιούς ηγέτες» (αν και ξέρει να διακρίνει την προδοτική ηγεσία της Φατάχ από τους ηγέτες της Χαμάς ή των αριστερών οργανώσεων αντίστασης), αντιμετωπίζει το Όσλο ως μια καταστροφική αυταπάτη και κάνει σημαία την απελευθέρωση όλης της ιστορικής Παλαιστίνης. Στη ριζοσπαστικοποίηση αυτής της γενιάς προστίθεται πλέον το αίσθημα πως δεν είναι μόνη απέναντι στο Ισραήλ.

Οι αραβικές μάζες στο προσκήνιο
Αυτή η τελευταία παρατήρηση έχει τεράστια σημασία. Οι στρατιωτικές επιτυχίες της Χαμάς δεν θα αρκούσαν για να επιβάλουν την υποχώρηση του Ισραήλ. Ο μεγαλύτερος φόβος του σιωνιστικού κράτους ήταν ο «αραβικός δρόμος»: Οι οργισμένοι Αιγύπτιοι διαδηλωτές που πίεζαν τον Μόρσι να πάρει πιο επιθετική στάση, ο λαϊκός ξεσηκωμός ενάντια στο βασιλιά της Ιορδανίας (όπου η εξέγερση ενάντια στη φτώχεια συναντήθηκε με την οργή για όσα γίνονται στη Γάζα), η κυριαρχία των φιλοπαλαιστινιακών συνθημάτων στη συριακή εξέγερση.

Όπως έγραψε στους «Financial Times» ο πρώην επικεφαλής της Μοσάντ: «Αν (σ.σ.: η εκστρατεία βομβαρδισμών) εξαπλωθεί και μια χερσαία επέμβαση δημιουργήσει αναπόφευκτα φωτογραφίες νεκρών και τραυματιών, το πεζοδρόμιο σε όλες τις αραβικές πρωτεύουσες μπορεί να εκραγεί και να απελευθερώσει άγριες εξελίξεις».

Η αραβική άνοιξη ανέδειξε τη δύναμη της αραβικής εργατικής τάξης, που μπορεί να αποτελέσει το αντίβαρο στη στρατιωτική δύναμη του Ισραήλ και να παίξει τον καθοριστικό ρόλο στην απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
Εκτός από την παλαιστινιακή αντίσταση και τη δράση των αραβικών μαζών υπάρχει και μια τρίτη «συνιστώσα». Η ενεργή αλληλεγγύη από το κίνημα και την Αριστερά στη Δύση. Τα αντανακλαστικά του κινήματος αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη ήταν εντυπωσιακά παγκοσμίως και πρόσθεσαν έναν ακόμα πονοκέφαλο στους ιμπεριαλιστές και το Ισραήλ: το ενδεχόμενο, εκτός από τις αραβικές πρωτεύουσες, να εκραγούν και οι δυτικές.

Η πάλη ενάντια στις κυβερνήσεις μας, η κλιμάκωση των δράσεων αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη αποδυναμώνουν τους συμμάχους του Ισραήλ, τους δυσκολεύουν να το υποστηρίξουν ανοιχτά και μπορούν να κάνουν τη συνέχιση των δεσμών μαζί του «βάρος», όπως κάποτε οι κυβερνήσεις διεθνώς υποχρεώθηκαν από το κίνημα να απομονώσουν το κράτος του Απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική.

Αριστερά
Σε αυτή την πάλη χρειάζονται δύο επιλογές, που θα έπρεπε να είναι αυτονόητες.

Η πρώτη είναι η άνευ όρων υποστήριξη της παλαιστινιακής αντίστασης. Το να καταγγέλλεις την ισραηλινή βία, αλλά να δυσκολεύεσαι να υποστηρίξεις ανοιχτά την αντίσταση σε αυτή, δεν είναι αλληλεγγύη, αλλά οίκτος. Η «καταδίκη της βίας» και οι γενικόλογες εκκλήσεις για «ηρεμία» ξεχνούν μια απλή αριστερή θέση: Σε έναν πόλεμο ανάμεσα σε καταπιεσμένους και καταπιεστές, πάντα υποστηρίζουμε τους καταπιεσμένους.   

Η δεύτερη επιλογή είναι η διεκδίκηση της διακοπής όλων των σχέσεων με το Ισραήλ, διπλωματικών, στρατιωτικών, οικονομικών. Απέναντι στο κράτος-τρομοκράτη, το κράτος-απαρτχάιντ, δεν υπάρχουν «καλές» και «κακές» σχέσεις. Κάθε είδους νομιμοποίησή του, κάθε χρηματική συναλλαγή μαζί του, το διευκολύνουν να συνεχίζει το διαχρονικό έγκλημα ενάντια στον παλαιστινιακό λαό.

Ιδιαίτερα στην Ελλάδα που αναδεικνύεται σε «στρατηγικό σύμμαχο» των δολοφόνων και όπου ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αναδειχθεί στην κυβερνητική εξουσία, αυτή η «μονομέρεια» στην αντιμετώπιση του παλαιστινιακού πρέπει να τηρηθεί απαρέγκλιτα. Το «Νίκη στην Ιντιφάντα», το «Λευτεριά στην Παλαιστίνη», το «Δεν υπάρχει ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη», δεν είναι απλά συνθήματα. Είναι «οδηγοί» για την αναγκαία αριστερή πολιτική.