Το συνέδριο των Ρεπουμπλικάνων, που έδωσε και τυπικά το χρίσμα στον Ντόναλντ Τραμπ, ήταν ένα πανηγύρι της αντίδρασης. Τόσο οι ομιλίες από το βήμα, όσο και τα συνθήματα και οι ιαχές των συνέδρων, ήταν ένα μίγμα τρομοϋστερίας, ρατσισμού, ισλαμοφοβίας και κραυγής για «τάξη και ασφάλεια». Βαδίζοντας προς την εκλογική αναμέτρηση του Νοέμβρη, ο Τραμπ διαψεύδει τις εκτιμήσεις ότι στην τελική ευθεία θα γίνει πιο σοβαρός ως «υποψήφιος πρόεδρος της χώρας».

Απέναντί του βρίσκεται η Χίλαρι. Είναι η εκλεκτή της Γουόλ Στριτ, έχει κερδίσει την οικονομική στήριξη της επιχειρηματικής ελίτ, θεωρείται πιο «γερακίνα» από τον Ομπάμα, έπαιξε κεντρικό ρόλο στην εξόρμηση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στη Λιβύη και στο πραξικόπημα στην Ονδούρα, ζητάει απελάσεις των παιδιών από τη Λατ. Αμερική που περνούν τα σύνορα. Έχει πλέον την ανοιχτή στήριξη μερίδας του Ρεπουμπλικανικού κατεστημένου, ιδιαίτερα του εμπλεκόμενου με το βαθύ κράτος (πρώην αξιωματούχοι της CIA, πρώην στρατηγοί κλπ), που τη θεωρεί πιο «αξιόπιστη».
Οι ΗΠΑ βρίσκονται μπροστά στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Σε μια σειρά δημοσκοπήσεων, το δίδυμο Τραμπ-Χίλαρι αναδεικνύεται ως «η χειρότερη επιλογή» και ως η μάχη των δυο «πιο αντιπαθητικών υποψηφίων προέδρων», με τα ευρήματα να σαρώνουν ιδιαίτερα στις ηλικίες κάτω των 35. 
Μικρότερο κακό;
Η προσπάθεια της Χίλαρι να ενώσει πίσω της τα στελέχη της Γουόλ Στριτ με τους ακτιβιστές του «Occupy Wall Street» στηρίζεται στον τρόμο που προκαλεί ο Τραμπ. Το μοναδικό της επιχείρημα προς τον κόσμο που ενθουσιάστηκε και κινητοποιήθηκε από τη ρητορική του Μπέρνι Σάντερς είναι «ψηφίστε εμένα, γιατί δεν είμαι ο Τραμπ». Η παλιά καλή συνταγή του «μικρότερου κακού».
Το ευχάριστο είναι πως φέτος υπάρχει η δυνατότητα για όσους πίστεψαν το μήνυμα του Μπέρνι Σάντερς να ψηφίσουν αυτό που πραγματικά θέλουν. Η υποψήφια των Πρασίνων, Ζιλ Στάιν, κατεβαίνει με ένα πρόγραμμα πολύ κοντά σε όσα κινητοποίησαν το «ρεύμα Σάντερς»: Κατώτατο ωρομίσθιο 15 δολάρια, φορολόγηση των πλουσίων, επιθετικά μέτρα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής κ.ά. Επίσης στηρίζει ανοιχτά τα αντι-ιμπεριαλιστικά και αντιρατσιστικά κινήματα, τους εργατικούς αγώνες κλπ. Και δείχνει να έχει καλές προοπτικές για υποψηφιότητα στα αριστερά των Δημοκρατικών, αντίστοιχες με εκείνες του Ραλφ Νέιντερ το 2000. Αν και λιγότερο γνωστή από τον Νέιντερ, δημοσκοπήσεις της δίνουν μέχρι και 7%. Στους ψηφοφόρους κάτω των 45 ετών φτάνει μέχρι και διψήφια ποσοστά. Ακόμα και πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις, όπως το 3,5%, είναι ό,τι καλύτερο έχει καταγραφεί στα αριστερά των Δημοκρατικών εδώ και πάρα πολλά χρόνια. 
Πέρα από τις δημοσκοπήσεις υπάρχουν και κάποια άλλα σημάδια που αποτυπώνουν μια σχετική δυναμική. Αρκετοί υποστηρικτές του Σάντερς, που απογοητεύτηκαν από το Συνέδριο των Δημοκρατικών, στρέφονται προς τους Πράσινους, με εμβληματική την αποχώρηση 100 συνέδρων. Η προσπάθεια να συγκεντρωθούν (όπως επιβάλει ο εκλογικός νόμος) 500.000 δολάρια σε ένα μήνα βρήκε εντυπωσιακή ανταπόκριση. Όπως και με τον Σάντερς, ήταν ένα κύμα «μικρών» δωρεών που επέτρεψε στην καμπάνια της Στάιν να ξεπεράσει το ποσό μέσα σε δύο εβδομάδες. 
Απέναντι σε αυτή τη δυναμική, οι υποστηρικτές της Χίλαρι έχουν εξαπολύσει μια εκστρατεία δυσφήμισης και ψυχολογικού πολέμου. «Κάθε ψήφος για την Στάιν είναι ψήφος για τον Τραμπ» λένε και κατηγορούν όσους υποστηρίζουν την Στάιν ως «βολεμένους» που δεν τους νοιάζει «πόσο άθλια θα γίνει η ζωή για τους φτωχούς, τους μαύρους, τους μετανάστες, αν νικήσει ο Τραμπ». Είναι ένα επιχείρημα που «ξεχνάει» τι συνέβη σε όλους τους παραπάνω επί Ομπάμα, αλλά και τι πολιτικές πρόκειται να εφαρμόσει η Χίλαρι.
Πώς σταματιέται ο Τραμπ;
Ακόμα και ως απάντηση στην άνοδο του «ρεύματος Τραμπ», η Χίλαρι μπορεί να αποδειχθεί η πλέον αναποτελεσματική. Η Ζιλ Στάιν δήλωσε σε συνέντευξή της πως «δεν νικάς τον νεοφασισμό με νεοφιλελευθερισμό. Ο νεοφιλελευθερισμός θα δημιουργήσει περισσότερο νεοφασισμό». Πέρα από διαφωνίες για το αν ο Τραμπ εκφράζει κάποιο «νεοφασισμό», το επιχείρημα είναι απολύτως σωστό. Ο Τραμπ εμφανίζεται ως πλούσιος και αδίστακτος «νικητής», που όμως θα υπερασπιστεί τους αδυνάτους. «Κατέβηκα στην πολιτική ώστε οι ισχυροί να μην μπορούν πια να χτυπούν εκείνους που δεν μπορούν να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους».
Η δημοτικότητά του είναι συνδεδεμένη με την οργή ενάντια στο πολιτικό σύστημα, μετά από πολλά χρόνια κρίσης κι επιδείνωσης του βιοτικού επιπέδου. Η υπόσχεσή του «Να κάνουμε την Αμερική ξανά Σπουδαία» βρίσκει ανταπόκριση λόγω της ακροδεξιάς δημαγωγίας, αλλά και λόγω της πραγματικότητας που ζουν τα θύματα της κρίσης. Όταν η απάντηση της Χίλαρι (κεντρικό σύνθημα των Δημοκρατικών) είναι πως «η Αμερική είναι ήδη Σπουδαία», αυτό μάλλον θα αποξενώσει ακόμα περισσότερο όσους έχουν εξοργιστεί από την «υπαρκτή» Αμερική των τελευταίων χρόνων. Αν η εναλλακτική στον Τραμπ είναι η συνέχεια των ίδιων πολιτικών, ο «τραμπισμός» θα μπορέσει να επιβιώσει ή και να ενισχυθεί τα επόμενα χρόνια.  
Η ασφυκτική πίεση που ασκεί το επιτελείο της Χίλαρι στους προοδευτικούς ψηφοφόρους και η «ρεαλιστική επιλογή» ίσως πετύχουν να ανακόψουν τις διαρροές προς τους Πράσινους, όσο θα πλησιάζουμε στην εκλογική αναμέτρηση του Νοέμβρη. Αλλά υπάρχει για πρώτη φορά εδώ και χρόνια η δυνατότητα να είναι πολλοί αυτοί που θα σκεφτούν όσα δήλωσε η Στάιν σε συνέντευξή της στο socialistworker.org:
«Το να κατηγορούν… άλλους υποψήφιους τρίτου κόμματος είναι μια στρατηγική με στόχο να τρομοκρατήσει τον κόσμο και να τον εγκλωβίσει σε μια πολιτική του φόβου, όπου ψηφίζεις ενάντια σε αυτό που φοβάσαι, αντί να ψηφίσεις αυτό που πραγματικά πιστεύεις. Αλλά στην πράξη, η πολιτική του φόβου έφερε όλα όσα φοβόμασταν. 
Μπορούμε να απαριθμήσουμε όλους τους λόγους για τους οποίους λένε στον κόσμο να σωπάσει και να ψηφίσει το μικρότερο κακό. Φοβόμασταν την απώλεια θέσεων εργασίας, την επιδείνωση του κλίματος, τη συνέχεια των πολέμων, την επίθεση στις πολιτικές ελευθερίες και τα δικαιώματα των μεταναστών, την επέκταση των φυλακών κλπ. Κοιτάξτε γύρω σας. Όλα αυτά ακριβώς έγιναν. Και τα περισσότερα με έναν Δημοκρατικό στο Λευκό Οίκο».