Με οριακή αύξηση των εκλογικών τους ποσοστών, ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ ουσιαστικά κινήθηκαν ξανά σε «χαμηλές πτήσεις», πληρώνοντας την αδιέξοδη-σεχταριστική πολιτική γραμμή των ηγεσιών τους.

Το ΚΚΕ με 338.138 ψήφους ανέβασε το ποσοστό του κατά 1% σε σχέση με τον Ιούνιο του 2012, φτάνοντας το 5,47%. Ποσοστό όμως που είναι κατά 3 μονάδες μικρότερο από το Μάη του 2012. «Επιβεβαιώνεται η θετική τάση συσπείρωσης στο ΚΚΕ, ανάκτησης απωλειών ψήφων, εισροής νέων», τονίζει σε ανακοίνωσή της για το εκλογικό αποτέλεσμα η ΚΕ του ΚΚΕ.
Η συνεργασία ΑΝΤΑΡΣΥΑ-Μετωπική Αριστερή Συμπόρευση (Σχέδιο Β - Παρέμβαση) πήρε 39.473 ψήφους και ποσοστό 0,64%. Στις πρόσφατες ευρωεκλογές, ΑΝΤΑΡΣΥΑ και Σχέδιο Β είχαν πάρει αθροιστικά 0,92% και 52.463 ψήφους. Η ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ εκτιμά το αποτέλεσμα της πολιτικής συνεργασίας ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΜΑΡΣ ως θετικό, μιας και υπήρξε διπλασιασμός δυνάμεων σε σχέση με τις εκλογές του Ιούνη του 2012 (20.416 ψήφους). 
Τα υπόλοιπα εκλογικά κατεβάσματα στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς (ΚΚΕ μ-λ και ΜΛ-ΚΚΕ, ΕΕΚ, ΟΚΔΕ) απλά κατέγραψαν λίγες χιλιάδες ψήφους το καθένα. 
Παρά τις κατανοητές «ενέσεις» κομματικού πατριωτισμού στις παραπάνω ανακοινώσεις, είναι προφανές ότι ο κόσμος δεν πείστηκε από τις θέσεις της «άλλης» Αριστεράς. Όπως κάνει από το 2012 και μετά, επέλεξε το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ για να εκφράσει μαζικά την καταδίκη του στην πολιτική της άγριας λιτότητας και την ελπίδα του για την ανατροπή της. Παρά το εμφανές αυτό ρεύμα όμως, οι ηγεσίες των ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ παραμένουν καθηλωμένες σε μια επίμονη αυτοαναφορικότητα. Με πρόσχημα υπαρκτές ιδεολογικές διαφορές, διευκολύνουν έτσι την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ σε αποφάσεις όπως η κυβερνητική συνεργασία με τους εθνικιστές των ΑΝΕΛ. 
Παρόλο που οι τακτικισμοί του ηγετικού κέντρου του ΣΥΡΙΖΑ υπονόμευσαν κάθε δυνατότητα συγκρότησης κυβέρνησης της Αριστεράς (μέσα από τη στήριξη ή την ανοχή του ΚΚΕ), η επιμονή του Περισσού σε μια σφοδρή πολεμική κατά του ΣΥΡΙΖΑ ναρκοθέτησε εξίσου μια τέτοια εναλλακτική. 
Η σεχταριστική τακτική του ΚΚΕ και η επιθετικότητά του προς την υπόλοιπη Αριστερά και ειδικά προς τον ΣΥΡΙΖΑ μόνο κακές υπηρεσίες προσφέρει στα λαϊκά στρώματα, που υποφέρουν από τη φτώχεια και την ανεργία. Οι ιδεολογικές αναφορές στελεχών του για τη «λαϊκή εξουσία» δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη γραμμή των ανύπαρκτων πολιτικών συμμαχιών του και τον χαρακτηρισμό οποιουδήποτε φιλολαϊκού μέτρου (σε εποχή βαθιάς κρίσης) ως «ψίχουλων». 
Ρήξη
Η άποψη αυτή αποτελεί ευθεία ρήξη με την παράδοση του κομουνιστικού κινήματος, στην οποία ποτέ δεν υπήρξε υποτίμηση για τις κατακτήσεις προς όφελος των εργαζομένων μέσα στον καπιταλισμό, δίνοντας έτσι νέα αυτοπεποίθηση στους «από κάτω» για την πορεία με στόχο να τον ανατρέψουν. Κυρίως όμως αποτελεί ευθεία ρήξη με τις επεξεργασίες του 4ου Συνεδρίου της Κομουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), όπου επιβεβαιώθηκε η ενιαιομετωπική τακτική των εργατικών κομμάτων και το πώς μια «εργατική κυβέρνηση» μπορεί να επιταχύνει τις διαδικασίες σύγκρουσης με το αστικό καθεστώς. 
Η ΚΟΜΕΠ (1/2015) χαρακτηρίζει το ζήτημα της απόφασης του 4ου Συνεδρίου της ΚΔ «ανιστόρητο παραλληλισμό των στρατηγικών επεξεργασιών και επαναστατικών πειραματισμών της ΚΔ στις συνθήκες του 1922 με τη διεκδίκηση κυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισμού στις σημερινές συνθήκες». Μάλλον, στον καπιταλισμό του 21ου αιώνα, η ηγεσία του ΚΚΕ θεωρεί μάταιη μια κυβέρνηση της Αριστεράς που θα επιτρέψει την κλιμάκωση της ταξικής πάλης, ώστε να ξανακερδίσουμε όλα όσα χάσαμε τα τελευταία χρόνια, ξηλώνοντας το αυταρχικό καθεστώς της εκμετάλλευσης και της πανευρωπαϊκής εποπτείας. 
Η ενότητα στη δράση της Αριστεράς, αλλά και μεταξύ των οργανώσεων και των κομμάτων της στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο, είναι ο μόνος ασφαλής δρόμος για μια κυβέρνηση της Αριστεράς που θα γκρεμίσει τα αντεργατικά μνημόνια, θα διαγράψει το χρέος και θα υπερασπιστεί αποφασιστικά τα εργατικά-λαϊκά συμφέροντα. Ταυτόχρονα, αποτελεί βασική προϋπόθεση για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η σφοδρή αντίδραση του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου, εντός και εκτός χώρας, που πρέπει να θεωρείται δεδομένη.
 Σε κάθε περίπτωση, ο κόσμος του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ παραμένει ένα κρίσιμο και σεβαστό μέγεθος. Ιδιαίτερα λόγω των χαρακτηριστικών του (ταξική σύνθεση, εκπαιδευμένος στις πολιτικές μάχες) αποτελεί ένα υπερπολύτιμο δυναμικό για τη διαδικασία εφαρμογής του προγράμματος της ΔΕΘ, μέσα από την ενεργοποίηση του μαζικού κινήματος, αλλά και για τη διεκδίκηση βαθύτερων αλλαγών. Η χρόνια διάσπαση στο συνδικαλιστικό πεδίο, με αποτέλεσμα πολλά σωματεία να βρίσκονται ακόμα στα χέρια του εργοδοτικού συνδικαλισμού, θα είναι τεράστιο εμπόδιο για να επιβληθούν τα 751 ευρώ και το πλαίσιο των Συλλογικών Συμβάσεων στα αφεντικά, κάτι που αποτελεί και προμετωπίδα των αιτημάτων του ΠΑΜΕ. 
Επιλογή ήττας
Αντίθετα, η «συμμαχία» ενός τμήματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς με τμήματα της αστικής τάξης και του πολιτικού της προσωπικού είναι σίγουρη επιλογή ήττας, που έχει επαληθευτεί με πλήθος ιστορικά παραδείγματα. Η οριστική αντιστροφή των πληγμάτων που επέφεραν τα μνημόνια στον κόσμο μας και η υλοποίηση ενός ριζοσπαστικού μεταβατικού προγράμματος, με ανοιχτή τη σοσιαλιστική προοπτική, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη συμπαράταξη των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς. 
Το μόνο σίγουρο είναι ότι ενδεχόμενη αποτυχία του «πειράματος ΣΥΡΙΖΑ» δεν θα αφήσει αλώβητο ούτε το ΚΚΕ ούτε την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ανοίγοντας έτσι το δρόμο σε ακόμα πιο αντιδραστικές λύσεις. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι συνέπειες για όλη την Αριστερά θα είναι καταστροφικές. Κι αυτό κάνει τις ευθύνες όλων μας ακόμα πιο ιστορικές...