Όσο τα μέτρα της κυβέρνησης και της τρόικας «πετυχαίνουν» το στόχο της εξαθλίωσης εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων και συνταξιούχων, τόσο πληθαίνουν τα παραδείγματα υποκριτικής «φιλανθρωπικής» δράσης από καπιταλιστές, κανάλια, Εκκλησία κ.ά. Στον αντίποδα αυτής της κοροϊδίας εξαπλώνεται η αλληλεγγύη του απλού κόσμου στους εργαζόμενους που αγωνίζονται. Σε αυτές τις συνθήκες έχει μεγάλη σημασία τι θέση και τι πρωτοβουλίες παίρνει η Αριστερά για τα δίκτυα αλληλεγγύης.

Η φτώχεια, η ανεργία και η εξαθλίωση εξαπλώνονται σαν ιός σε όλη τη χώρα, με πιο εμφανή τα σημάδια στην Αθήνα, όπου οι δρόμοι της έχουν γεμίσει με πάνω από 20.000 αστέγους. Οι δάσκαλοι στα σχολεία βλέπουν μαθητές τους να λιποθυμούν από ασιτία, ενώ εκτιμάται ότι οι άνεργοι στην Ελλάδα έχουν ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο. Το αντίδοτο που προτείνεται για την αντιμετώπιση αυτής της τραγικής κατάστασης είναι η αλληλεγγύη.

 

Φυσικά, όταν «οι από πάνω» μιλούν για κοινωνική αλληλεγγύη δεν εννοούν την αλληλεγγύη των ανθρώπων με ίδια συμφέροντα. Εννοούν τη φιλανθρωπία και την ελεημοσύνη που ακολουθεί μετά τα συντρίμμια που αφήνει η πολιτική τους. Δεν είναι τυχαίο ότι η εικόνα με την οποία μας βομβάρδισαν την πρώτη μέρα του χρόνου ήταν το γεύμα του τραπεζίτη πρωθυπουργού Παπαδήμου με τον δήμαρχο Αθήνας Καμίνη και τους αστέγους. Ο τίτλος του ρεπορτάζ: «Ο πρωθυπουργός στο πλευρό των φτωχών». Και ενώ ο τραπεζίτης και ο συνήγορος του πολίτη έβγαζαν αναμνηστικές φωτογραφίες με τα θύματα της πολιτικής τους, οι αστυνομικοί της ΕΛ.ΑΣ. και του δήμου εξαπέλυαν ανθρωποκυνηγητό τις μέρες των γιορτών, συλλαμβάνοντας μετανάστες, στοιβάζοντας αστέγους σε κλούβες, ξυλοκοπώντας χρήστες ναρκωτικών και ξηλώνοντας παγκάκια για να μην κοιμούνται οι άστεγοι και «χαλάνε» την εορταστική εικόνα της πόλης.

 

Εν τω μεταξύ, τα εορταστικά δελτία των 8 φρόντισαν να διαφημίσουν το φιλάνθρωπο έργο της εκκλησίας, των ΜΚΟ και γνωστών επιφανών οικογενειών. Όμως όλοι αυτοί που φωτογραφίζονται δίπλα στους φτωχούς και μοιράζουν δώρα είναι οι ίδιοι που δημιουργούν τη φτώχεια, που απολύουν, που ψηφίζουν μνημόνια, που κλείνουν νοσοκομεία. Για να μπορέσει όμως η φιλάνθρωπη εικόνα τους να γίνει πιστευτή, χρειάζεται να αποκτήσει και το ανάλογο ιδεολογικό περιτύλιγμα.

 

Ο πρώτος τρόπος είναι ο διαχωρισμός των φτωχών στους άξιους (ορφανά, ηλικιωμένοι) και ανάξιους (πόρνες, ναρκομανείς, «εγκληματίες» μετανάστες, φυλακισμένους, απεργούς), θυμίζοντάς μας τον πόλεμο κατά των φτωχών του 17ου αιώνα. Ο δεύτερος τρόπος είναι η αποτελεσματικότητα της φιλανθρωπίας μέσω της διαταξικότητας.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα η καμπάνια του Σκάι και της αρχιεπισκοπής Αθηνών «Όλοι μαζί μπορούμε», που κατάφερε να συγκεντρώσει 150 τόνους τροφίμων για τα συσσίτια της εκκλησίας. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: Η φτώχεια είναι αντικειμενικό γεγονός, σαν τους νόμους της φύσης. Αφού την αποδεχτούμε σαν τέτοιο, την αντιμετωπίζουμε όλοι μαζί, δίνοντας ο καθένας από το υστέρημα ή το πλεόνασμά του, με στόχο να μη γεμίσει πτώματα η πόλη μας. Αυτοί που τους περισσεύει ένα πιάτο φαΐ ή έχουν έναν εργαζόμενο στο σπίτι θα πρέπει να αισθάνονται τυχεροί, αφού όχι μόνο δεν πεινάνε αλλά μπορούν να βοηθήσουν και κάποιον που βρίσκεται ακόμα πιο χαμηλά από αυτούς. Φυσικά, η διάθεση των ανθρώπων που προσφέρουν είναι αυθεντική και συγκινητική και αποτελεί άλλη μια απόδειξη ότι η φύση του ανθρώπου δεν είναι ούτε κακή ούτε εγωιστική.

 

Συμπαράσταση

Στον αντίποδα αυτής της ελεγχόμενης και άκακης αλληλεγγύης, τους τελευταίους μήνες αναπτύχτηκε μια πιο επικίνδυνη αλληλεγγύη, η οποία θάφτηκε από τα επίσημα ΜΜΕ. Χιλιάδες ψηφίσματα συμπαράστασης στους απεργούς της Χαλυβουργίας, στους απλήρωτους εργαζόμενους του Alter, στους απολυμένους της «Ελευθεροτυπίας». Καθημερινές επισκέψεις στη Χαλυβουργία, ακόμα και τη μέρα της Πρωτοχρονιάς, συγκέντρωση τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης, με τις γυναίκες των χαλυβουργών στην πρώτη γραμμή. Ήταν η συνέχεια της συμπαράστασης που είχε δείξει ο κόσμος λίγους μήνες πριν στην κατάληψη της ΔΕΗ.

 

«Εναλλακτικά» δίκτυα

Παράλληλα με τις αυθόρμητες εκδηλώσεις συμπαράστασης, τον τελευταίο χρόνο επιχειρείται και μια πιο οργανωμένη προσπάθεια από κοινωνικές, αριστερές και αναρχικές συλλογικότητες. Έτσι, σε πολλές γειτονιές οργανώνονται συλλογικές κουζίνες, ανταλλακτικά παζάρια, κοινωνικά παντοπωλεία, μαθήματα ενισχυτικής διδασκαλίας, αλλά και πιο προωθημένες μορφές, όπως τα κοινωνικά ιατρεία, τα φαρμακεία και οι συνεταιρισμοί. Χρειάζεται να εξετάσουμε την αποτελεσματικότητά τους, μια και από πολλούς παρουσιάζονται ως βασική απάντηση στην κρίση. Κάποια από τα επιχειρήματα που ακούγονται είναι ότι η εμπλοκή του κόσμου σε τέτοια δίκτυα μπορεί να του διδάξει την αυτοοργάνωση και, κατ’ επέκταση, να αποκτήσει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του. Ένα άλλο επιχείρημα είναι ότι, αν η Αριστερά εμπλακεί σε πιο «καινούριες» και «εναλλακτικές» δράσεις, θα ξανακερδίσει το έδαφος που έχασε με το να διεκδικεί με «ξεπερασμένο» τρόπο από το κράτος. Από πολλούς ακούγεται επίσης η άποψη ότι είναι δουλειά της Αριστεράς να αναλάβει την αλληλεγγύη περιορίζοντας έτσι το ρόλο των ΜΚΟ, εκκλησίας και φασιστών. Τέλος, υπάρχει και η άποψη που λέει ότι οι καπιταλιστικές δομές ανατρέπονται τοπικά, οικοδομώντας παράλληλες αυτοδιαχειριζόμενες δομές. Είναι μια κλασική «αυτόνομη» άποψη, με την οποία όμως φλερτάρουν και κομμάτια της αριστεράς, όπως ο ΣΥΝ, η ΑΚΟΑ κ.λπ.

 

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι υπάρχουν άνθρωποι που πεινούν και κρυώνουν. Το να δώσεις σε κάποιον ένα πιάτο φαΐ ή ένα παλτό φαίνεται ό,τι πιο άμεσο και αποτελεσματικό μπορεί να γίνει, και σίγουρα δεν είναι κακό. Αν όμως οι άνθρωποι περιοριστούν απλά σε αυτό το επίπεδο αλληλεγγύης, τότε η φτώχεια δεν θα εξαλειφθεί ποτέ. Επομένως το θέμα δεν είναι να πούμε αν είναι λάθος να δίνει κανείς ένα πιάτο φαΐ σε κάποιον που πεινάει, αλλά να δούμε ποιος είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να οργανώσουμε την αντίσταση και, φυσικά, να αντιμετωπίσουμε τη φτώχεια. Για παράδειγμα, οι χαλυβουργοί δεν χρειάζονται μόνο μακαρόνια και ρύζι, παρόλο που και αυτά είναι πολύ χρήσιμα. Χρειάζεται να κερδίσουν, γιατί μαζί τους θα κερδίσει και ολόκληρη η κοινωνία. Το κύμα αλληλεγγύης και η δυναμική της απεργίας θα έπρεπε να αξιοποιηθούν για να βγουν απεργίες συμπαράστασης σε εργασιακούς χώρους, για να πιεστούν τα συνδικάτα να κηρύξουν γενική απεργία. Εξάλλου, στην περίπτωση της Χαλυβουργίας, η αυθόρμητη διάθεση του κόσμου να προσφέρει ξεκινούσε από την έμπνευση που έδιναν η δύναμη και η αντοχή μιας «ξεπερασμένης» μορφής αγώνα: της απεργίας. Με το ίδιο σκεπτικό η στήριξη της κατάληψης των εργαζόμενων στο Alter, που περιλαμβάνει και αυτοδιαχειριζόμενο εστιατόριο, είναι πολύ πιο σημαντική από μια συμβολική κατάληψη ενός κτιρίου στο κέντρο της Αθήνας.

 

Κοινωνικό κράτος

Το δεύτερο ζήτημα που χρειάζεται να λάβουμε υπόψη όταν μιλάμε για δίκτυα αλληλεγγύης είναι ότι κανένα δίκτυο δεν μπορεί να αντικαταστήσει το κοινωνικό κράτος που κατακτήθηκε από τους αγώνες των εργαζομένων σε όλη τη Μεταπολίτευση και που τόσα χρόνια συντηρείται από τους φόρους μας και από την υπερεργασία και το μεράκι των γιατρών, των νοσηλευτών, των δασκάλων, των κοινωνικών λειτουργών κ.λπ. Η Αριστερά θα καλλιεργούσε αυταπάτες αν υποσχόταν ότι ένα κοινωνικό ιατρείο μπορεί να αντικαταστήσει το νοσοκομείο που κλείνει ή ένα κοινωνικό φαρμακείο το γεγονός ότι βγαίνουν εκτός συνταγογράφησης όλα τα βασικά και καθημερινά φάρμακα ή, πολύ περισσότερο, ότι ένα συσσίτιο μπορεί να ταΐσει όλους τους πεινασμένους. Αντίθετα, το μόνο που μπορεί να μας γλιτώσει πριν φτάσουμε στη διαχείριση της φτώχειας είναι να αναπτυχθούν μαζικοί αγώνες που θα διεκδικούν αύξηση των μισθών, απαγόρευση της ακρίβειας και των απολύσεων, προσλήψεις προσωπικού στα νοσοκομεία. Οι δομές (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός, εμπειρία) των δημόσιων κοινωνικών υπηρεσιών θέλουμε να λειτουργούν προς όφελός μας γιατί μας ανήκουν και, όταν τις υπερασπιζόμαστε, δεν υπερασπιζόμαστε το κράτος, αλλά τις ζωές μας. Επιπλέον, το πρόβλημα δεν είναι ότι τόσα χρόνια η Αριστερά και τα συνδικάτα ακολούθησαν τις παραδοσιακές μορφές, αλλά ότι, δυστυχώς, βοήθησαν στην απαξίωσή τους.

 

Η εξουσία στους εργαζόμενους

Ένα τρίτο θέμα, ίσως το πιο σημαντικό, είναι ότι η αλληλεγγύη χρειάζεται να είναι κομμάτι ενός συνολικότερου σχεδίου αλλαγής της κοινωνίας. Η άποψη ότι ένα παζάρι ή μια κατάληψη αποτελούν ρωγμή στον καπιταλισμό και αρκεί να αναπαραχθούν σε κάθε γειτονιά για να αλλάξουμε τα πράγματα είναι λανθασμένη. Το κίνημα του 2001 στην Αργεντινή, που περιλάμβανε ανώτερες μορφές αυτοδιαχείρισης από αυτές που συζητάμε στην Ελλάδα (καταλήψεις εργοστασίων), συντρίφτηκε γιατί δεν διεκδίκησε ποτέ την εξουσία, με αποτέλεσμα τα καλά παραδείγματα να εκφυλιστούν μόλις η άρχουσα τάξη πήρε τα πάνω της. Το ζήτημα είναι ποια είναι η κινητήρια δύναμη αλλαγής στην κοινωνία και ποια είναι η κατεύθυνσή μας. Σε αυτό η Αριστερά χρειάζεται να είναι ξεκάθαρη. Ο στόχος μας είναι να αλλάξουμε τον κόσμο. Να χτίσουμε μια κοινωνία που θα αποφασίζουν και θα κυβερνούν οι εργαζόμενοι.

 

Ακόμα και η Χεζμπολάχ και η Χαμάς αξιοποίησαν την αλληλεγγύη για να αποκτήσουν ρίζες στην κοινωνία, υπηρετώντας παράλληλα το στρατηγικό τους στόχο - δυστυχώς, το κτίσιμο μιας ισλαμιστικής κοινωνίας. Αλλά και το ΕΑΜ, μαζί με την αντίσταση, οργάνωσε με μαζικούς όρους τη σίτιση του κόσμου, κάνοντας όμως σαφές σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας ποιο ήταν το όραμά του. Η σίτιση ήταν μέσο, δεν ήταν αυτοσκοπός.

 

Σε αυτήν τη συγκυρία χρειάζεται να δώσουμε βάρος στην αντίσταση. Στο να μεταφέρουμε παντού το μήνυμα ότι όχι μόνο δεν χάσαμε, αλλά μπορούμε να νικήσουμε, οργανώνοντας την αντίσταση σε κάθε εργοστάσιο, σε κάθε χώρο δουλειάς. Φυσικά, η αλληλεγγύη έχει την ξεχωριστή της θέση σε αυτήν τη μάχη. Ακόμα όμως και στο επίπεδο της αλληλεγγύης χρειάζεται ένας διαχωρισμός. Άλλο βάρος έχουν οι πρωτοβουλίες που οργανώνονται από τα σωματεία και αφορούν την κάλυψη συναδέλφων από το απεργιακό ταμείο, τη συλλογή τροφίμων, την ενισχυτική διδασκαλία στα σχολεία και άλλο το να οργανώνει η Αριστερά συσσίτια αντί για απεργίες.

 

Χρειάζεται να καλλιεργήσουμε την ταξική αλληλεγγύη, αυτή που αυθόρμητα ξεδιπλώνεται κάθε φορά που ο λαός μπαίνει σε κίνηση, που σημαίνει απεργίες συμπαράστασης, ομάδες που επανασυνδέουν το κομμένο ρεύμα, που εμποδίζουν κατασχέσεις σπιτιών, που, αν χρειαστεί, θα καταλαμβάνουν νοσοκομεία και σχολεία προκειμένου να μην κλείσουν, απεργιακές φρουρές σε ιδιωτικούς χώρους στις γειτονιές, ομάδες εργαζομένων που θα αναλαμβάνουν τη διοίκηση ενός νοσοκομείου, πρωτοβουλίες που θα καλλιεργούν την αλληλεγγύη μεταξύ μεταναστών και Ελλήνων σε μια γειτονιά, που θα υπερασπίζονται τους ναρκομανείς και δεν θα απαιτούν να φύγουν οι μονάδες απεξάρτησης από τη γειτονιά τους, που θα υπερασπίζονται τους μαθητές που κάνουν καταλήψεις.

 

Ταυτόχρονα να κάνει υπόθεση του εργατικού κινήματος το μεγάλο θέμα της ανεργίας. Η ανεργία δεν αφορά μόνο τους ανέργους, που, δυστυχώς, δεν έχουν καμιά συλλογικότητα. Αφορά τους εργαζόμενους και το πώς θα εντάξουν τους ανέργους στον αγώνα τους έτσι ώστε να προλάβουν φαινόμενα ανταγωνισμού.

 

Κυρίως, χρειάζεται η Αριστερά να πιστέψει ότι οι εργαζόμενοι μπορούν να νικήσουν και να δώσει όλες της τις δυνάμεις στο να αποδείξει στον κόσμο ότι έχει τη δύναμη στα χέρια του. Η Αριστερά δεν μπορεί να υποσχεθεί ότι μια συλλογική κουζίνα μπορεί να ταΐσει όλους τους πεινασμένους. Δεν αρκεί μια ασπιρίνη που απαλύνει τον πόνο των φτωχών. Η Αριστερά πρώτα απ’ όλα χρειάζεται να πει δυνατά και καθαρά ότι, αν οι εργαζόμενοι πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους και σχεδιάζουν την κοινωνία σύμφωνα με τις ανάγκες όλων, τότε θα ξεμπερδέψουμε μια και καλή με την πείνα, τη φτώχεια και τη δυστυχία.