Ενότητα, αντίσταση, αλληλεγγύη

Αυτές τις μέρες βλέπουμε να κάνουν το γύρο των τηλεοράσεων καταγγελίες και εικόνες από την άθλια κατάσταση των προσφύγων στη Μόρια και τον εγκλωβισμό των προσφύγων στα νησιά. Από μόνο του, το γεγονός της ενημέρωσης για τις συνθήκες διαβίωσης στα στρατόπεδα των προσφύγων μπορεί να εκληφθεί θετικά. Ωστόσο, το όψιμο ενδιαφέρον και η όψιμη «φρίκη» των συστημικών ΜΜΕ για τη ζωή των προσφύγων, ακόμα και του αρχηγού της ΝΔ που βρήκε ένα ακόμα πεδίο για να καταγγείλει την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, είναι προβληματικά και δεν σηματοδοτούν καμία απολύτως στροφή προς μια πιο ανθρώπινη πολιτική στο θέμα των προσφύγων. Γιατί το αίτημα που υποκρύπτεται, δεν είναι η αντίθεση προς τις αντιπροσφυγικές πολιτικές της ΕΕ, αλλά η ένταση των απελάσεων και των πολιτικών αποτροπής, ο περιορισμός των προσφυγικών αφίξεων διαμέσου μιας εντατικότερης εφαρμογής της συμφωνίας Τουρκίας-ΕΕ, η αύξηση των πνιγμών στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο. Και φυσικά, η συγκαλυμμένη απεύθυνση προς ένα εκλογικό ακροατήριο που διεκδικεί και η ακροδεξιά, «πασπαλισμένη», για λόγους διαφοροποίησης, με μια προσποιητή ευαισθησία για τους πρόσφυγες.
Αντιπροσφυγική πολιτική
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ όχι απλώς ακολουθεί με συνέπεια την αντιπροσφυγική πολιτική της ΕΕ, αλλά και συμβάλλει ενεργά στη χάραξή της. Να θυμηθούμε ότι την αρχική διαπραγμάτευση για την αντιπροσφυγική συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας την έκανε ως προπομπός ο ίδιος ο Τσίπρας με τον Ερντογάν, ενώ η Μέρκελ, στη συνάντησή της με τον Ερντογάν λίγες μέρες αργότερα, επικύρωσε το αποτέλεσμα αυτής της διαπραγμάτευσης, που υιοθετήθηκε αμέσως από το Συμβούλιο των αρμόδιων υπουργών της ΕΕ.
Το στοιχείο που διαφοροποιεί σήμερα την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ από τις προκάτοχές της στο προσφυγικό είναι κυρίως η επικοινωνιακή της ρητορεία. Μια ρητορεία που επικαλείται γενικόλογες εξαγγελίες «αρχών», οι οποίες ουδεμία σχέση έχουν με την πολιτική που εφαρμόζει. Αυτήν ακριβώς την επικοινωνιακή τεχνική εφάρμοσε ο πρωθυπουργός κατά την επίσκεψη του στη Λέσβο, την ίδια ώρα που το υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής συρρίκνωνε τις δυνατότητες νομικής άμυνας των προσφύγων κατά των πανομοιότυπων και σωρηδόν εκδιδόμενων απορριπτικών αποφάσεων των Επιτροπών, που κρίνουν τα αιτήματα ασύλου, ενώ ο υπουργός Δ. Βίτσας ξεκαθάριζε ότι όσοι δεν αποκτούν αυτό το δικαίωμα, θα απελαύνονται.
Άλλωστε, η εκ πρώτης όψεως παράλογη και για τα συμφέροντα της ίδιας της ελληνικής κυβέρνησης εμμονή στον εγκλωβισμό των προσφύγων στα νησιά δεν έχει μόνο το νόημα της αποστολής ενός αποτρεπτικού μηνύματος για τη μετανάστευση των προσφύγων, ούτε αποτελεί απλώς συμμόρφωση με τις επιταγές της ΕΕ για τη διατήρησή τους σε απόσταση «ασφαλείας» από τα ερμητικά κλεισμένα σύνορα της Ευρώπης-Φρούριο. Συγχρόνως, καθιστά ευκολότερη τη διαδικασία απέλασής τους, όταν η συμφωνία Τουρκίας-ΕΕ θα εφαρμοστεί σε όλο της το εύρος, από αυτή ή την επόμενη κυβέρνηση.
Με την προοπτική, άλλωστε, μιας διευρυμένης εφαρμογής των απελάσεων έγινε δεκτή από την ελληνική κυβέρνηση η επιστροφή χιλιάδων προσφύγων από τη Γερμανία στην Ελλάδα, στο απαράδεκτο πλαίσιο των επιστροφών που προβλέπει ο Κανονισμός του Δουβλίνου.
Την ίδια ώρα, το Τείχος του Έβρου –το πρώτο του είδους του στην Ευρώπη– όχι μόνο παραμένει στη θέση του, αλλά, με την ανοχή και κάλυψη (αν όχι πρωτοβουλία) των επίσημων στρατιωτικών και αστυνομικών αρχών, πραγματοποιούνται συστηματικά παράνομες απελάσεις  προσφύγων προς την Τουρκία, που συνοδεύονται από διώξεις αυτών που τις καταγγέλλουν.
Ευρωπαϊκός ρατσισμός
Παρά το γεγονός ότι οι προσφυγικές αφίξεις στην Ελλάδα κατέγραψαν φέτος σαφώς μικρότερους αριθμούς, οι ηγέτες της ΕΕ ανησυχούν για μια νέα διόγκωση των προσφυγικών ρευμάτων μετανάστευσης προς την Ευρώπη. Ως απόρροια της συνέχισης των πολεμικών συγκρούσεων στη Συρία και της πιθανής κλιμάκωσής τους, τον πόλεμο ενάντια στους Κούρδους, την άγρια στρατιωτική καταστολή στην Παλαιστίνη, τον πόλεμο στην Υεμένη και τους πολέμους στην Υποσαχάρεια Αφρική. Και γι’ αυτό εντείνουν τα μέτρα τους ενάντια στα θύματα των πολέμων που υπέθαλψαν και της οικονομικής και οικολογικής καταστροφής που επέφεραν με τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς τους και τις καπιταλιστικές  νεοφιλελεύθερες πολιτικές τους σε ένα τεράστιο τμήμα του πλανήτη. Η ενίσχυση των πολέμαρχων της Λιβύης και του δουλεμπορίου τους με θύματα πρόσφυγες είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του κυνισμού αυτής της απεχθούς πολιτικής. Σημειωτέον ότι, και σε αυτή τη συμφωνία με τη Λιβύη, η επίσημη ελληνική κυβέρνηση δεν προέβαλε κανένα είδος αντίστασης.
Στην ίδια την Ευρώπη, διαμέσου της καλλιέργειας της ισλαμοφοβίας, επιβάλλεται ένας θεσμικός ρατσισμός, που σκοπό έχει να διχάσει και να αποπροσανατολίσει τις κοινωνίες. Όλο και περισσότερες «μετριοπαθείς» κυβερνήσεις της ΕΕ υιοθετούν στο προσφυγικό την ατζέντα και τα αιτήματα της ακροδεξιάς, την οποία, υποτίθεται, αντιπαλεύουν. Συμβάλλοντας έτσι σε μια μεγαλύτερη ανάπτυξη της επιρροής της. Το γεγονός αυτό καθιστά ακόμη επιτακτικότερη την ανάγκη της «διεθνοποίησης» των κινημάτων αλληλεγγύης και αντίστασης.
Από τη σκοπιά της προοπτικής αυτών των κινημάτων, υπάρχει ένα ενιαίο νήμα που συνδέει τις αντιρατσιστικές αντιστάσεις αλληλεγγύης προς τους πρόσφυγες και τους μετανάστες με το αντιφασιστικό κίνημα, το αντιπολεμικό και τα κινήματα ενάντια στη φτώχεια και την εργασιακή υπερεκμετάλλευση.
Ο κίνδυνος να διευρύνουν την επιρροή τους και στην πολιτική ζωή της χώρας μας ακροδεξιά και φασίζοντα μορφώματα, σε αναλογία με τα όσα συμβαίνουν σε πολλές χώρες της Ευρώπης και της ΕΕ, είναι υπαρκτός. Ο φασισμός και η ακροδεξιά χρησιμοποιούν ως όχημα για την κοινωνική διείσδυσή τους την ξενοφοβία, τον ρατσισμό και τον εθνικισμό, αλλά, ιδίως στην Ελλάδα, «πατούν» επίσης στο έδαφος της συνεχιζόμενης (παρά τις φαιδρές εξαγγελίες της κυβέρνησης περί του «τέλους» των μνηνονίων) μνημονιακής βαρβαρότητας, προκειμένου να εμφανίσουν ένα ψευδές «αντισυστημικό» προσωπείο και να αυξήσουν τα εκλογικά ποσοστά τους, απειλώντας το σύνολο της κοινωνίας.
Υποβοηθούνται σε αυτό τόσο από τον θεσμικό ρατσισμό που καλλιεργείται από τον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό και τα συστημικά ΜΜΕ, τα οποία αντιμετωπίζουν τους πρόσφυγες με τον κυνισμό των ακραίων σε βαρβαρότητα πολιτικών της ΕΕ, όσο και από τη μετάλλαξη και προσχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ στο νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο, ο οποίος ανάλωσε σε μεγάλο βαθμό το ηθικό πλεονέκτημα που, ιστορικά και διαχρονικά, κατέκτησε η Αριστερά με τους κοινωνικούς, εργατικούς και αντιφασιστικούς της αγώνες. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που και στο πλατύ αντιφασιστικό πεδίο, ως Λαϊκή Ενότητα, έχουμε αρνηθεί σταθερά να συνεργαστούμε με οργανωμένα σχήματα που, αμέσως ή εμμέσως, εκπροσωπούν τον ΣΥΡΙΖΑ και τις πολιτικές του.
Αναγκαίο κίνημα αλληλεγγύης
Είναι αναγκαίο, ωστόσο, ένα ευρύ κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο ριζοσπαστικών δυνάμεων και κινημάτων αλληλεγγύης προς τους πρόσφυγες και αντιπαράθεσης στο φασισμό και τον ρατσισμό. Από αυτή την πλευρά, η διχαστική εμφάνιση των αντιρατσιστικών και αντιφασιστικών δυνάμεων στις κινητοποιήσεις για την επέτειο της  δολοφονίας του Παύλου Φύσσα (παρά την πετυχημένη και μαζική πορεία στο Κερατσίνι) με διαφορετικούς σχεδιασμούς και στρεβλή αντίληψη από ορισμένες δυνάμεις για το όριο των πολιτικών συμμαχιών που μπορούμε να συγκροτούμε στο αντιφασιστικό πλαίσιο, μας πήγε ένα βήμα πίσω από το μέχρι σήμερα κοινό κεκτημένο.
Ελπίζουμε ωστόσο ότι το κίνημα αντίστασης και αλληλεγγύης θα καταφέρει όχι μόνο να ανακτήσει τα σημεία της ενότητάς του, αλλά και να κάνει ένα μεγάλο προωθητικό πολιτικό βήμα μπροστά. Αυτό είναι ένα πρώτιστο καθήκον που θα καθορίσει την αποτελεσματικότητα των επόμενων αγώνων μας. Γιατί η πολυδιάσπαση των αριστερών ριζοσπαστικών δυνάμεων, κινηματικά και πολιτικά, οδηγεί, απλά, σε περιθωριοποίηση των κινημάτων και των πολιτικών, αξιακών και ιδεολογικών προοπτικών μιας αξιόπιστης αντίστασης απέναντι σε πολιτικές που απειλούν εξίσου πρόσφυγες και ντόπιους.
Χρέος μας είναι, προτάσσοντας αυτή την ενότητα, να θέσουμε ως προτεραιότητες:
• Την ακύρωση της συμφωνίας Τουρκίας-ΕΕ, των απελάσεων και όλων των διεθνών αντιπροσφυγικών συμφωνιών, που οδηγούν σε εκατόμβες νεκρών στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο.
• Τα ανοιχτά σύνορα για τους πρόσφυγες σε όλη την Ευρώπη.
• Τον απεγκλωβισμό των προσφύγων και μεταναστών από τα νησιά.
• Ανθρώπινες συνθήκες ισότιμης ένταξης των προσφύγων στις κοινωνίες υποδοχής τους, συμπεριλαμβανομένης της χώρας μας.
• Το κλείσιμο των hot spots και των κέντρων κράτησης μεταναστών και προσφύγων.
Με όπλο αυτή την ενότητα, να οικοδομήσουμε ένα αντιπολεμικό κίνημα με σαφείς στοχεύσεις και αιχμές, ενάντια στις νατοϊκές βάσεις και τη σχεδιαζόμενη επέκτασή τους στην Ελλάδα, σε κάθε είδους συμμετοχή των δυνάμεων της χώρας μας σε περιπολίες του ΝΑΤΟ ή εμπόλεμες επιχειρήσεις, ενάντια στον άξονα συμμαχίας Ισραήλ-Αιγύπτου- Ελλάδας-Κύπρου. Ένα κίνημα που θα αντιστρατεύεται τον εθνικισμό και τα νατοϊκά σχέδια επέκτασης, προωθώντας παντού τη φιλία, τη συνεργασία και την αντίσταση των λαών, ιδιαίτερα στην ευαίσθητη περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου.
Με όπλο αυτή την ενότητα, να αναπτύξουμε ένα κοινό κίνημα αντίστασης ελλήνων και μεταναστών εργατών, εντάσσοντας τις διεκδικήσεις τους στο πλαίσιο των αγώνων του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.
Για ένα κίνημα που θα παλεύει στο δρόμο, αλλά θα ξέρει επίσης να πείθει και να κατακτά τις συνειδήσεις και τις καρδιές των ανθρώπων.
Μπορούμε.

*Μέλος της Επιτροπής Δικαιωμάτων της ΛΑΕ. Το κείμενο αυτό βασίζεται στην ομιλία της στην 12η Αντιρατσιστική Γιορτή του ΚΣΜ.