«Τώρα έχουμε μια κυβέρνηση που μετά από παλινδρομήσεις παίρνει πολλά και σκληρά μέτρα, που μια συντηρητική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να πάρει, και ταυτόχρονα έχουμε μια φιλελεύθερη κυβέρνηση εν αναμονή που θα είναι φιλική υπέρ της επιχειρηματικότητας. Άρα δημιουργούνται προϋποθέσεις για ευστάθεια πολλών ετών». Ευάγγελος Μυτιληναίος (ομιλία σε συνέντευξη του ομώνυμου Ομίλου)

Η παραπάνω πολιτική εκτίμηση ενός εκ των βαρόνων της βιομηχανίας στον ελληνικό καπιταλισμό είναι ορθή μόνο εν μέρει: Μόνο σε ό,τι αφορά τον χαρακτηρισμό της πολιτικής τόσο του Τσίπρα όσο και του Μητσοτάκη. Ανάλογες εκτιμήσεις διαδεδομένες μέσα στους Έλληνες βιομήχανους (βλ. π.χ. την πρόσφατη ομιλία του προέδρου του ΣΕΒ) ερμηνεύουν τη «φιλικότητα» απέναντι στον Τσίπρα αυτού του καθοριστικού τμήματος της ντόπιας κυρίαρχης τάξης. Οι βιομήχανοι γνωρίζουν ότι η κυβέρνηση Τσίπρα «παίρνει σκληρά μέτρα που καμία συντηρητική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να πάρει» και γι’ αυτό στηρίζουν, όσο μπορούν, χωρίς να φτάνουν να εκτίθενται απέναντι «στη φιλελεύθερη κυβέρνηση εν αναμονή» του Κυριάκου Μητσοτάκη, που περιμένει να ολοκληρώσει ο Τσίπρας τη δουλειά και να κληθεί πλέον αυτός να αποδείξει πόσο «φιλικός απέναντι στην επιχειρηματικότητα» μπορεί να γίνει.
Κατάρρευση
Όμως η εκτίμηση περί επικείμενης «ευστάθειας πολλών ετών» είναι βαθιά νυχτωμένη. Μια απλή απόδειξη είναι η κατάσταση που επικρατεί στο «στρατόπεδο» του Αλέξη Τσίπρα: Η αρχική εκτίμηση της κυβέρνησης ότι αποδεικνύοντας μνημονιακή προσήλωση θα ανταμειβόταν με μια κάπως ευνοϊκή συμφωνία για το χρέος ενταφιάζεται στο Eurogroup. Δεν πρόκειται μόνο για διάψευση της υπερφίαλης αισιοδοξίας (υπόσχεση γραβάτας), ούτε απλώς για υποβάθμιση προσδοκιών (από τη διεκδίκηση για «επαναδιαπραγμάτευση» του χρέους στην έκπληξη για «ελάφρυνσή» του), αλλά για πλήρη κατάρρευση της κυβερνητικής πολιτικής: Οι δανειστές δηλώνουν πλέον σε όλους τους τόνους ότι οι υπογεγραμμένες συμφωνίες σημαίνουν μνημονιακή υπερλιτότητα ως το... 2060 (!), ενώ η διαμάχη μεταξύ ΕΕ και ΔΝΤ μετατοπίζεται στις εκτιμήσεις για την αντοχή της οικονομίας στην Ελλάδα και το χρονοδιάγραμμα κατανομής των πληρωμών σε αυτόν τον ατελείωτο χρονικό ορίζοντα. Ο Β. Σόιμπλε για να υπογραμμίσει ότι από αυτή τη «διαπραγμάτευση» ο Αλ. Τσίπρας βγήκε και χαμένος και δαρμένος, δεν δίστασε να δηλώσει ότι δεν αποτελεί ευθύνη της γερμανικής ηγεσίας η επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης να υπερφορολογήσει τους φτωχούς και τους συνταξιούχους και όχι τους Έλληνες εφοπλιστές...
Ο Αλέξης Τσίπρας βγαίνει από αυτόν το «γύρο» σοβαρά τραυματισμένος. Δεν διαθέτει πλέον «αφήγημα» που θα επιτρέπει σοβαρές ελπίδες για επανασυσπείρωση. Το σύνθημα «Καθαρή λύση, που θα επιτρέπει την έξοδο στις αγορές» θυμίζει απελπιστικά Αντώνη Σαμαρά και δεν πρόκειται να συγκινήσει ιδιαίτερα κάποιο τμήμα της κοινωνικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ. Ταυτόχρονα βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα από τα «πυροτεχνήματα» της προηγούμενης ρητορικής του: τη δέσμευση ότι δεν θα εφαρμοστούν τα μέτρα που μόλις ψηφίστηκαν από τη Βουλή (!), αν δεν υπάρξει συμφωνία για το χρέος. Είναι αμφίβολο αν κάποιοι στην ΠΓ ή στην ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ θα τολμήσουν να χρησιμοποιήσουν αυτήν τη «δέσμευση» ενάντια, τώρα, στον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα. Όμως η πρόσφατη παραίτηση του Χ. Γολέμη από τις στελεχικές αρμοδιότητές του στον ΣΥΡΙΖΑ υπενθυμίζει ότι όλες οι ανοχές, ακόμη και αυτές που μετράνε 53 φορές τα λόγια τους, κάποτε εξαντλούνται. Οι ισορροπίες στο κυβερνητικό κόμμα στηρίζονται πλέον στην κόψη του ξυραφιού.
Τα προβλήματα της ΝΔ
Στο στρατόπεδο της ΝΔ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης βλέπει τον Τσίπρα να του στρώνει το δρόμο προς την κυβερνητική εξουσία. Παρ’ όλα αυτά, η ΝΔ στις δημοσκοπήσεις δεν εμφανίζεται να αξιοποιεί την πτώση του ΣΥΡΙΖΑ συγκροτώντας ένα αναμφισβήτητο ρεύμα κυβερνητικής ηγεμονίας (οι συριζικές δημοσκοπικές «πηγές» επιμένουν ότι έχει ως «ταβάνι» το 31%). Το ενδεχόμενο να χρειαστεί συμμαχίες για να συγκροτήσει εναλλακτική κυβερνητική λύση παραμένει ισχυρό και στρέφει την προσοχή στα στρατηγικά και πολιτικά προβλήματα του Κυριάκου Μητσοτάκη που, όπως είναι γνωστό, κέρδισε τις εκλογές για την αρχηγία στο κόμμα του μέσα σε μιαν ιδιαιτέρως ευνοϊκή γι’ αυτόν συγκυρία, χωρίς όμως να έχει αποκτήσει (ούτε τότε ούτε τώρα) τον έλεγχο του κόμματος. Όπου άλλοι (τόσο ο Α. Σαμαράς όσο και ο Κ. Καραμανλής) παραμένουν εξαιρετικά ισχυροί και σχετικά ανεξάρτητοι πόλοι παραγωγής πολιτικής. 
Η ΝΔ ως κόμμα υπήρξε για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο «τριχοτομημένη», μεταξύ των ρευμάτων της «λαϊκής Δεξιάς», του «ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού» και του άκρατου νεοφιλελευθερισμού. Στα σημερινά τραντάγματα της διεθνούς κρίσης και της αναθέρμανσης των πολιτικών συγκρούσεων στο εσωτερικό του συντηρητισμού, οι διαφορές αυτές μπορεί να έρθουν ακαριαία στο προσκήνιο, τροφοδοτούμενες από οικονομικά ή γεωστρατηγικά διλήμματα. Και η ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη μοιάζει πολύ αδύναμη πολιτικά για να αντιμετωπίσει τέτοια ενδεχόμενα. Σε αυτό το πέραν των δημοσκοπήσεων υπόβαθρο αναφερόταν ο Ιβάν Σαββίδης αλλά και άλλοι φίλοι της «επανενεργοποίησης Καραμανλή» όταν διατύπωναν την πρόβλεψη ότι τελικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα γίνει πρωθυπουργός. Όλα αυτά σημαίνουν ότι η πολιτική κρίση εξακολουθεί στην Ελλάδα να είναι ένα ηφαίστειο ενεργό.
Η ριζοσπαστική Αριστερά οφείλει να αντιμετωπίσει αυτήν τη συγκυρία με την αυτοπεποίθηση της ανατροπής. Συγκεντρώνοντας δυνάμεις μέσα από τη σκληρή αντίσταση στα μνημόνια, παλιά και νέα. Συγκροτώντας σταθερά ένα μαζικό πολιτικό ρεύμα που θα επιχειρήσει ξανά να αντιστρέψει το συσχετισμό υπέρ του κόσμου της εργασίας και σε βάρος του κεφαλαίου και των διεθνών συμμάχων του. Οργανώνοντας την πάλη τόσο κατά του σημερινού μνημονιακού πρωθυπουργού όσο και κατά του «εν αναμονή» ομολόγου του.