Στις 11 Γενάρη ο γαλλικός στρατός ξεκίνησε την επέμβασή του στο Μάλι ενάντια στους αντάρτες, που ελέγχουν το βορρά και προέλαυναν προς το νότο της χώρας. Η γαλλική αεροπορία άρχισε να βομβαρδίζει τη χώρα, οι 600 Γάλλοι στρατιώτες έγιναν 2.500 και τα γαλλικά ΜΜΕ μετέδωσαν ότι αναμένεται να ξεκινήσουν χερσαίες επιχειρήσεις.

Η κρίση στην αφρικανική χώρα ξέσπασε την περασμένη άνοιξη. Τότε οι Τουαρέγκ (η νομαδική φυλή που ζει στη Σαχάρα), οργανωμένοι στο κοσμικό MNLA (Εθνικό Κίνημα για την Απελευθέρωση του Αζαουάντ), εξαπέλυσαν επίθεση ενάντια στον στρατό του Μάλι, διεκδικώντας την ανεξαρτησία του βορρά της χώρας, όπου ζουν οι νομαδικές φυλές της ερήμου. Αργότερα στο αντάρτικο μπήκαν το ισλαμικό Ansar Dine και η τοπική Αλ Κάιντα.
Με την εισροή μαχητών (είτε Τουαρέγκ είτε ισλαμιστών) που απέκτησαν βαρύ οπλισμό κατά τον εμφύλιο στη γειτονική Λιβύη, οι αντάρτες απέκτησαν σύντομα τον έλεγχο του βόρειου Μάλι. Στη συνέχεια το Ansar Dine συμμάχησε με την Αλ Κάιντα και κατόρθωσε να εκτοπίσει το MNLA. (…)
Η κατάρρευση του μετώπου στην έρημο του βορρά είχε συνέπειες και στον «αστικό» νότο της χώρας. Στην πρωτεύουσα Μπαμάκο, ο πρόεδρος Αμαντού Τουμάνι Τουρέ ανατράπηκε στρατιωτικά. Το πραξικόπημα οργανώθηκε κυρίως από απλούς φαντάρους, με ελάχιστους χαμηλόβαθμους στο πλευρό τους (ο επικεφαλής είναι ο Σανόγκο, ένας λοχαγός), ενάντια στην ανώτερη στρατιωτική ηγεσία.
Οι πραξικοπηματίες εξέφρασαν την οργή των στρατιωτών απέναντι στους στρατηγούς, με την καταγγελία ότι πλουτίζουν, ενώ στέλνουν απροετοίμαστους, άσχημα εξοπλισμένους φαντάρους να σφαγιάζονται στο βορρά. (…)Ο Σανόγκο αποδέχτηκε τον ορισμό μεταβατικής κυβέρνησης, η οποία πλέον μοιράζεται ντε φάκτο την εξουσία με τους πραξικοπηματίες. (…)
Αιτίες
Μεγάλο μέρος του Τρίτου Κόσμου υποφέρει από τις μεθόδους που χρησιμοποίησαν οι παλιές αποικιοκρατικές δυνάμεις κατά την «απο-αποικιοποίηση» στις δεκαετίες μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αποχωρώντας από τις παλιές τους αποικίες, οι αποικιοκράτες χάραξαν αυθαίρετα σύνορα, τα οποία κατακερμάτισαν εθνικές ομάδες ή αντίστροφα «στρίμωξαν» ανομοιογενείς πληθυσμούς, ενώ συχνά επέλεξαν οι ίδιοι την τοπική «ελίτ» που θα αναλάμβανε την εξουσία σε βάρος του υπόλοιπου πληθυσμού.
Αυτή η τακτική συνέβαλε στην εγγενή αδυναμία των νέων ανεξάρτητων κρατών, η οποία με τη σειρά της επέτρεπε τη διαιώνιση της εξάρτησής τους από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Στην περίπτωση της υποσαχάριας Αφρικής η συγκεκριμένη τακτική δημιούργησε δύο παθογένειες.
Η μία είναι ο τεχνητός διαμελισμός της ερήμου Σαχάρα, με σύνορα που κατακερμάτισαν τις νομαδικές φυλές και τις «εγκλώβισαν» σε κράτη στα οποία είναι πολίτες (στην καλύτερη περίπτωση) δεύτερης κατηγορίας. (…)
Η δεύτερη είναι η επιλογή τα νέα κράτη να έχουν τις πρωτεύουσές τους στο νότο, που επικοινωνεί με τη θάλασσα και που βρίσκεται πολύ μακριά από την έρημο, σε άλλη ουσιαστικά δημογραφική και περιβαλλοντική «ζώνη». Όλα τα κράτη της υποσαχάριας Αφρικής είναι ουσιαστικά διαιρεμένα σε δύο τελείως διαφορετικούς κόσμους, τον αστικοποιημένο νότο και την έρημο του βορρά. (…)
Αν το πρόβλημα ήταν υπαρκτό ούτως ή άλλως, επιδεινώθηκε από τα νεοφιλελεύθερα μέτρα που επικεντρώθηκαν στην «ανάπτυξη» των πρωτευουσών, καταδικάζοντας τους «περιφερειακούς» πληθυσμούς της ερήμου στην ανέχεια. Είναι χαρακτηριστικό ότι από την ανεξαρτησία του Μάλι το 1960, οι Τουαρέγκ έχουν εξεγερθεί τέσσερις φορές. (…)
Και σήμερα, ο βασικός υπεύθυνος γι’ αυτή την κατάσταση, ο γαλλικός ιμπεριαλισμός, σπεύδει ως «σωτήρας» να αποκαταστήσει την «ομαλότητα» στην υποσαχάρια Αφρική.
Σύμφωνα με τον Ολάντ, η γαλλική επιδρομή γίνεται για τη δημοκρατία, τη σταθερότητα και ενάντια στην ισλαμική απειλή. Πρόκειται για αναπαραγωγή όλων των νέο-αποικιακών, ρατσιστικών, ισλαμοφοβικών στερεοτύπων που συνοδεύουν τις ιμπεριαλιστικές επιθέσεις.  
Η δύναμη που συνεργάστηκε με τα πιο διεφθαρμένα και αυταρχικά καθεστώτα για δεκαετίες, η δύναμη που το 2011 πρόσφερε δημοσίως «κατασταλτική τεχνογνωσία» στον Μπεν Άλι ενάντια στην εξέγερση του τυνησιακού λαού, προφανώς δεν κόπτεται για τη δημοκρατία. Οι κινδυνολογίες του Ολάντ για δημιουργία ενός «κράτους-τρομοκράτη στην πόρτα της Γαλλίας και της Ευρώπης» θυμίζουν τις υστερίες του Τζορτζ Μπους το 2001 και απέχουν πολύ από την πραγματικότητα στο Μάλι. (…)
Γαλλικά συμφέροντα
Ο γαλλικός ιμπεριαλισμός δεν φοβάται την Αλ Κάιντα. Απλά αξιοποιεί το σκιάχτρο της. Ο μόνος ισχυρισμός που έχει δόση αλήθειας είναι η διαφύλαξη της «σταθερότητας»: Η Γαλλία διατηρεί συμφέροντα στην πρώην αποικιακή αυτοκρατορία της στην Αφρική και το Μάλι είναι στο επίκεντρο αυτών των συμφερόντων. Στα βόρεια είναι η Αλγερία, όπου η Γαλλία έχει ενεργειακές επενδύσεις. Στα νότια είναι η Ακτή Ελεφαντοστού, όπου η Γαλλία παίζει κυρίαρχο ρόλο στην παραγωγή κακάου. Το ίδιο το Μαλί είναι η τρίτη δύναμη στην ήπειρο σε εξαγωγή χρυσού. Το πιο σημαντικό, στα ανατολικά είναι ο Νίγηρας, του οποίου η έρημος στα βόρεια της χώρας είναι η βασική πηγή ουρανίου για τη Γαλλία.
Η διασφάλιση της ροής αυτών των πρώτων υλών μέσα στη γενική αποσταθεροποίηση είναι η βασική έγνοια του Ολάντ. Παράλληλα, η Γαλλία βρίσκει την ευκαιρία να «πατήσει πόδι» στρατιωτικά στη χώρα, κάτι που είχαν αρνηθεί προηγούμενες κυβερνήσεις.
Είναι αποκαλυπτικό για την Αριστερά και τη μυθολογία περί «προοδευτικής ΕΕ, αντίβαρο στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό» ότι σε αυτή την ιμπεριαλιστική εκστρατεία πρωτοστατεί ένας ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός και όχι οι «επάρατες» ΗΠΑ. Είναι ακόμα πιο αποκαλυπτικό ότι στην ιμπεριαλιστική εξόρμηση ηγείται ο –μπροστάρης της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας– Ολάντ, ο οποίος αντιγράφει και στους χειρισμούς και στην προπαγάνδα τα νεοσυντηρητικά γεράκια της ομάδας γύρω από τον Μπους.
Και δεν είναι το μοναδικό κρούσμα. Στη Συρία, η Ουάσινγκτον παρακολουθεί, ενώ η ευρωπαϊκή διπλωματία πρωταγωνιστεί στις προσπάθειες επηρεασμού της αντιπολίτευσης. Στη Λιβύη, ο Σαρκοζί κι ο Κάμερον μπήκαν μπροστά, για να συρθεί στη συνέχεια πίσω τους ο Ομπάμα. Οι ΗΠΑ δεν μπορούν πλέον να παίζουν το ρόλο του «παγκόσμιου χωροφύλακα» και οι ευρωπαϊκοί ιμπεριαλισμοί καλύπτουν το κενό, αποδεικνύοντας ότι η μετριοπαθής τους παρουσία στο παρελθόν ήταν απλά σημάδι αδυναμίας και όχι μιας κάποιας «ειρηνικής» προδιάθεσης.
Σε αυτό το φόντο η Γαλλία επιβεβαιώνει το ρόλο της ως «χωροφύλακα της Αφρικής», έναν ρόλο που έχτισε με διμερείς σχέσεις με «φιλικά καθεστώτα», αλλά και με τη διαρκή στρατιωτική παρουσία της στην ήπειρο. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δυνάμεις που επενέβησαν στο Μάλι, εδρεύουν στην Μπουρκίνα Φάσο και τη Μαυριτανία εδώ και δύο χρόνια, άλλες βρίσκονται στο Τσαντ από το 1986. Ακόμα και η «Λεγεώνα των Ξένων» πιθανολογείται ότι θα αναλάβει μετά από δεκαετίες δράση, ξυπνώντας μνήμες από την εποχή της αποικιοκρατίας. (…)
Η κρίση στο Μάλι είναι υπαρκτή και σοβαρή. Αλλά η γαλλική επέμβαση όχι μόνο δεν θα λύσει κανένα πρόβλημα, αλλά θα χειροτερέψει την κατάσταση. Καταρχήν, ο ίδιος ο ΟΗΕ προβλέπει πως στους 200.000 πρόσφυγες, που προκάλεσε ο εμφύλιος, η γαλλική επέμβαση θα προσθέσει άλλους 400.000.
Στρατιωτικά, μια αντεπίθεση του εθνικού στρατού (ακόμα και με τη συμμετοχή στρατευμάτων από την Αφρικανική Ένωση, με δυτική οικονομική και στρατιωτική στήριξη, με την παρουσία του γαλλικού στρατού) είναι αδύνατο να ελέγξει την έρημο του βορρά. Σε αυτή την αχανή και αχαρτογράφητη έκταση, είναι αδύνατο να συντριβούν οι αντάρτες. (…)
Νέο Αφγανιστάν;
Αντίστροφα, οι αντάρτες του βορρά είναι απίθανο να προελάσουν και κυρίως να ελέγξουν το νότο. Το πιθανότερο είναι ένας παρατεταμένος εμφύλιος, με καμία πλευρά ικανή να κατακτήσει τις περιοχές της άλλης. Το Μάλι δείχνει καταδικασμένο να υποφέρει από τον πόλεμο για καιρό, να εξελιχτεί σε νέο «Αφγανιστάν», ένα σενάριο που θα οξύνει τα προβλήματα της χώρας, τον ισλαμικό ριζοσπαστισμό και τις διακρίσεις κατά των Τουαρέγκ.
Η στρατιωτική επέμβαση δεν θα λύσει κανένα απολύτως πρόβλημα, ούτε στο βορρά ούτε στην κοινωνική και πολιτική κρίση στο νότο του Μάλι. Αυτά δημιουργήθηκαν από δεκαετίες αποικιοκρατίας και δεκαετίες παρουσίας του ΔΝΤ στη χώρα. Η ανατροπή αυτής της πραγματικότητας είναι η μόνη πραγματική λύση.
Αυτή η προοπτική δεν είναι ουτοπία. Πέρα από την πρόσφατη και γειτονική αραβική άνοιξη, το ίδιο το Μάλι έχει τις δικές του παραδόσεις. Το 1992 έζησε την «επανάσταση του Μάρτη», όταν ένας φοιτητικός ξεσηκωμός πυροδότησε γενικές απεργίες και μια γενικευμένη εξέγερση, η οποία προκάλεσε μαζική ανταρσία των φαντάρων, που αρνούνταν να την καταστείλουν, ανοίγοντας τότε το δρόμο για ένα πιο δημοκρατικό καθεστώς. Αυτός ο δρόμος μπορεί να δώσει διέξοδο όχι μόνο στο Μάλι, αλλά και να προσφέρει μια άλλη προοπτική σε όλη την τόσο βασανισμένη μαύρη ήπειρο.

 

Ολόκληρο το άρθρο στο rpoject.gr:

Επέμβαση της Γαλλίας στο Μάλι: Η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία «ζει και βασιλεύει»