Μ ε τη νίκη του Τραμπ λίγο μετά το Brexit ανοίγει μια νέα σελίδα στην κλιμάκωση της βαρβαρότητας και αναπτερώνει τις προσδοκίες των ακροδεξιών ευρωσκεπτικιστών ενόψει πολλών ευρωπαϊκών εκλογών.

Ο προστατευτισμός-εθνικισμός έρχεται να δώσει μια διαφορετική εκδοχή στη διαχείριση της κρίσης, αλλάζοντας ωστόσο μόνο τον «αριθμητή», τις επιλογές για το κυνήγι της ανάπτυξης, μετακινώντας το «κέντρο» από το διεθνές στο εθνικό πεδίο και κρατώντας τον ίδιο «παρονομαστή», δηλαδή την αντιμετώπιση της εργατικής τάξης, των κατώτερων κοινωνικών τμημάτων και των αποκλεισμένων ως αυτούς που θα «πληρώσουν το μάρμαρο» της κρίσης με τη ζωή τους ακόμη και ως ωμό κρέας για τις πολεμικές μηχανές.    
Οι εξελίξεις αυτές ενδεχομένως θα τροφοδοτήσουν εκ νέου τη συζήτηση για την ιστορική προοπτική του ιμπεριαλισμού και την αδυναμία/δυνατότητα να ολοκληρωθεί σε παγκόσμιο σύστημα. Όμως σ’ αυτή τη συζήτηση το σημαντικό στοιχείο από τη σκοπιά των «από κάτω» και της σοσιαλιστικής προοπτικής αφορά στη διαπίστωση πως κάθε φορά που το σύστημα βυθίζεται στις αντιφάσεις του, προσφέρει αντικειμενικά τις δυνατότητες για την ανατροπή του. Προϋπόθεση, αυτή η αντίληψη, της μαρξιστικής επαναστατικής σκοπιάς, να κατισχύσει στην πολιτική Αριστερά. Δηλαδή να μην αναζητά τις απαντήσεις σε καμιά από τις «αντιμαχόμενες» αστικές προσεγγίσεις, αλλά να «δει» και να προσηλωθεί στην ευκαιρία της ιστορικής περιόδου για την όξυνση της ταξικής και πολιτικής πάλης και για την ανάπτυξη των δικών της δυνάμεων. Να δει την ευκαιρία για τη διαρκή και βαθύτερη αποσταθεροποίηση του συστήματος υπό την πίεση και τις κατακτήσεις του κόσμου της εργασίας και των «από κάτω». Πρέπει να συγκροτεί μια στρατηγική περιόδου, με συνείδηση ότι δεν αποτελεί γραμμική εξέλιξη και όπως φαίνεται έχει ακόμη χρόνο μπροστά της, ανοιχτό ορίζοντα. Μιας περιόδου όπου η πολιτική διάσταση της κρίσης «άνοιξε τον δρόμο» (μετά από πολλές δεκαετίες) στο κεντρικό πολιτικό πεδίο σε φορείς της επαναστατικής αντίληψης της Αριστεράς, μέσω των «πλατιών κομμάτων», σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, τουλάχιστον, αναδεικνύοντας (και) μ’ αυτό τον τρόπο το ιδεολογικοπολιτικό κενό, καθώς και τις (ιστορικές) δυνατότητες να διεκδικηθεί από την επαναστατική-αντικαπιταλιστική στρατηγική… 
Σήμερα, δύο χρόνια μετά την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας από τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το αριστεροδεξιό, μνημονιακό, κυβερνητικό μόρφωμα βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή, καθώς δυσκολεύεται να κλείσει τη δεύτερη αξιολόγηση. Σε μια ιστορική στιγμή όπου τα υπαρξιακά αδιέξοδα της ΟΝΕ-ΕΕ έχουν «χτυπήσει κόκκινο» και οι θεωρίες για την «Ευρώπη των δύο ταχυτήτων» έχουν ξεπεράσει πλέον την αποκλειστικότητα των μύχιων επιθυμιών του Σόιμπλε. Θεωρίες που όχι απλά ευνοούν το Grexit, αλλά το επιδιώκουν. Το μέγεθος του προβλήματος φαίνεται από πλήθος δηλώσεων και επιλογών, όπως η δήλωση του Τουσκ για την αδυναμία αντιμετώπισης των ισχυρών ιμπεριαλιστικών πόλων, ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα από οποιαδήποτε μεμονωμένη ευρωπαϊκή χώρα στις σύγχρονες συνθήκες.
Η συζήτηση για το Grexit
Όμως η βαθιά ατέλεια του ευρωπαϊκού αρχιτεκτονήματος δοκιμάζεται από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις σε κάθε χώρα χωριστά και μάλιστα σε μια συγκυρία όπου πολλές εκλογικές διαδικασίες θα γίνουν σε κεντρικές χώρες (Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία και ίσως σε Ιταλία, Ισπανία) στους επόμενους μήνες, με επίδικο όχι μόνο τη σύγκρουση των ευρωπαϊστών με τους ανερχόμενους ευρωσκεπτικιστές, αλλά και τη σύγκρουση μεταξύ των βασικών εκφραστών του διπολισμού/ δικομματισμού και ενίοτε  κυβερνητικών συνεταίρων, σοσιαλδημοκρατίας και δεξιάς. Η ελληνική κυβέρνηση ποντάρει σ’ αυτές τις αντιθέσεις και ελπίζει στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία στην οποία ατύπως έχει ήδη ενταχθεί και από την οποία απολαμβάνει την όποια στήριξη, παρότι αναιμική για το μέγεθος των προκλήσεων. 
Σ’ αυτό το πλαίσιο ερμηνεύεται το άνοιγμα της συζήτησης για το Grexit από αστικούς παράγοντες στην Ελλάδα (Σημίτης, ΜΜΕ και βεβαίως ΣΕΒ), αλλά και στον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ, με «λαγό» τον Ξυδάκη. Μια συζήτηση που συνεπικουρείται ανεπίσημα και από το νέο καθεστώς των ΗΠΑ στα πλαίσια της επιθετικής στάσης του απέναντι στην ΟΝΕ-ΕΕ-Γερμανία. Η συζήτηση αυτή ανοίγει ακριβώς επειδή το ενδεχόμενο εμφανίζεται ως εντελώς ρεαλιστικό, αποκαλύπτοντας το ότι η επιλογή αυτή δεν αποτελεί ταμπού για τον εγχώριο αστισμό, όσο κι αν δεν αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα. Το τι σημαίνει το Grexit από την αστική σκοπιά παρουσιάζει εύγλωττα ο ίδιος ο ΣΕΒ στα σχετικά δελτία του, αναλύοντας τα απαραίτητα μνημόνια που πρέπει να συνοδεύουν κάθε νομισματική εκδοχή.
Στο κάδρο αυτής της συζήτησης μπαίνει και η Χρυσή Αυγή που αποφασίζει μια πιο καθαρή τοποθέτηση υπέρ της δραχμής, κυρίως για να διαπραγματευτεί με αστικές μερίδες το στιβαρό και ανθεκτικό της ποσοστό (το οποίο δεν απέκτησε με κέντρο τη δραχμή, αλλά με βάση στοιχεία της ακροδεξιάς ιδεολογικής της ταυτότητας).
Τα επιχειρήματα μιας προηγούμενης περιόδου, αφενός ότι το Grexit αποτελεί «μονοπώλιο» της Αριστεράς, επειδή ο ελληνικός αστισμός είναι αμετακίνητα ευρωπαϊστικός και αφετέρου ότι το μείζον αφορά στο να πειστεί σημαντικό κοινωνικό τμήμα ότι η επιστροφή στη δραχμή δεν αποτελεί καταστροφή, δεν έχουν πλέον σοβαρή υπόσταση. Είναι πια σαφές ότι χρειάζεται η διάκριση του αριστερού σχεδίου της ρήξης με την ΟΝΕ-ΕΕ (Lexit) από τις αστικές, δεξιές και ακροδεξιές εκδοχές.  
Προτεραιότητες
Η απάντηση βρίσκεται στις προτεραιότητες. Αναδιανομή ή ανάπτυξη; Εργατική τάξη, άνεργοι, νεολαία ή γενικά η κοινωνία (διαταξική ενότητα εργαζομένων, άνεργων, μεσοαστών, αστών κλπ.); Η σύγκρουση με την ΟΝΕ-ΕΕ είναι συνέπεια του στρατηγικού και όχι ο στρατηγικός στόχος ο ίδιος. Είναι η συνέπεια της ανατροπής του νεοφιλελευθερισμού και της  λιτότητας. Από τ’ αριστερά! Καθώς μόνο «απ’ τα κάτω» και «από τ’ αριστερά» έχουν νόημα οι ανατροπές για την αντικαπιταλιστική, σοσιαλιστική στρατηγική.  
Στο υπόβαθρο βρίσκεται πάντα το ερώτημα «σε ποιον απευθύνεσαι». Για ένα ευρύτατο κοινωνικό τμήμα τα ζητήματα της ρευστότητας, της ανάπτυξης, της ανταγωνιστικότητας, των καταθέσεων κλπ. λίγη σημασία έχουν, καθώς δεν έχουν επιχειρήσεις, δεν έχουν καταθέσεις, συχνά δεν έχουν καν δουλειά. Σήμερα οι συνθήκες μετεωρίζονται στο μεταίχμιο της εκ νέου κοινωνικής έγερσης ή της υποταγής στον ρεαλισμό της αγοράς. Το στοίχημα δεν έχει κριθεί! Η δυνατότητα άσκησης μαζικής, ριζοσπαστικής, αριστερής πολιτικής είναι παρούσα στην περίοδο. Χρειάζεται ωστόσο εκ νέου συγκέντρωση δύναμης των «από κάτω» υπό την ιδεολογικοπολιτική ηγεμονία της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Χρειάζεται προετοιμασία. 
Στην πραγματικότητα αυτή η συζήτηση αφορά στο νόημα και στην ερμηνεία της μεταβατικής προσέγγισης. 
Το σύνθημα «κυβέρνηση της Αριστεράς» δεν είναι σύνθημα και στόχος «παντός καιρού», αλλά τμήμα του «μεταβατικού προγράμματος» που αποτελεί την εμβάθυνση και την πολιτικοποίηση της τακτικής του «ενιαίου μετώπου», είναι πρόγραμμα «κινητό», διαλεκτικά δεμένο με το επίπεδο της ταξικής και πολιτικής πάλης και σκοπεύει διαρκώς και κατά απόλυτη προτεραιότητα στην ενοποίηση των δυνάμεων της εργατικής τάξης και υπό την ηγεμονία της όλων των «από κάτω», σε μια πορεία προς την αντικαπιταλιστική ανατροπή. Χωρίς στάδια! 
Απ’ αυτή τη σκοπιά σήμερα δεν τίθεται άμεσα το ζήτημα της «κυβέρνησης της Αριστεράς» στην Ελλάδα, όσο κι αν το σύνθημα παραμένει χρήσιμο και λειτουργικό στην περίοδο. Υπάρχει η δυνατότητα να οικοδομηθούν εκ νέου οι δυνατότητες της συγκέντρωσης δύναμης, ξεκινώντας κυριολεκτικά «από τα κάτω» και ταυτόχρονα επιδιώκοντας σταθερά το «μέτωπο της Αριστεράς».   
 Στις συγκεκριμένες τρέχουσες συνθήκες στην Ελλάδα το ζήτημα της «ενότητας» και του «μετώπου» αποκτά πλέον χαρακτηριστικά «αυταξίας» προκειμένου η Αριστερά να φιλοδοξεί δια της συγκέντρωσης της δύναμής της τη διεκδίκηση σημαντικού κοινωνικού τμήματος πρώτα απ’ όλα άμεσα στη διαδικασία συγκρότησης κινήματος και αντιστάσεων. Όμως ακόμη και στις εκλογές, αντιμετωπίζοντας σε ένα βαθμό το κεντρικό εκλογικό δίλλημα «ΣΥΡΙΖΑ ή ΝΔ». 
Για τη ΛΑΕ, η οποία έκτισε την ταυτότητά της ακριβώς πάνω στην ιδέα του μετώπου, η επιμονή σ’ αυτή τη γραμμή είναι μονόδρομος. Αυτό σημαίνει κατανόηση των όρων και των περιορισμών της «μετωπικής γραμμής». Πρώτα απ’ όλα στο εσωτερικό, καθώς η ίδια η ΛΑΕ είναι ένα μετωπικό σχήμα. Σε τέτοιου τύπου δομές δεν μπορεί να υπάρξει οικοδόμηση φορέα και μαζικής γραμμής στη βάση της πολιτικής «καθαρότητας». Ο «πλουραλισμός» είναι δομικό στοιχείο του σχήματος. Πρέπει να μπορούν να ερμηνεύουν τη γραμμή όλες οι συνιστώσες δυνάμεις με τρόπο που να τους επιτρέπει να παραμένουν και να δραστηριοποιούνται μέσα στο σχήμα. Το ενοποιητικό στοιχείο είναι η ταυτότητα της «Αριστεράς που επιδιώκει την ανατροπή της λιτότητας και του καταναγκασμού χρέους και ευρώ». Μια τέτοια προσπάθεια απαιτεί τη δυνατότητα όλων των συνιστωσών να διαχειρίζονται τη δημόσια εκφώνηση δίνοντας την ερμηνεία τους. Η μαζική πολιτική έτσι κι αλλιώς είναι πάντα «μείγμα».  
Στο πεδίο της επιδίωξης εκλογικού και πολιτικού μετώπου με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την Πλεύση κλπ. απαιτείται πολιτική γενναιόδωρης αποδοχής των προσχημάτων αυτών που αρνούνται τη συνεργασία, αλλά προσπαθούν να κρυφτούν πίσω από διατυπώσεις και «περιστατικά».    
Μήνυμα ανατροπής
Συμπερασματικά διάγουμε μια ιδιαίτερα απαιτητική περίοδο που βρίσκει τη ριζοσπαστική Αριστερά πολυκερματισμένη σ’ ένα διεθνές περιβάλλον ρευστό, γεμάτο αυξανόμενους κινδύνους για τους λαούς και πρώτα απ’ όλα για την ειρήνη. Εντούτοις δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η εποχή των πολέμων και της βαρβαρότητας συμπίπτει με αυτή των ευκαιριών, ανατροπών και επαναστάσεων. Είναι πρόδηλη η ανάγκη να παρουσιαστεί η ριζοσπαστική Αριστερά ως στιβαρός πολιτικός πόλος με σαφή αντινεοφιλελεύθερα, αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά, που μπορεί να συγκεντρώνει τη δύναμή της και να διεκδικεί αποφασιστική συμβολή στην άνοδο και τη δύναμη του κινήματος. Πολύ περισσότερο μετά το σοκ που προκάλεσε το «φιάσκο» των δύο κυβερνήσεων του ΣΥΡΙΖΑ.
Το πρώτο άμεσο καθήκον αφορά στη στήριξη, αλλά και στη δημιουργία γεγονότων που φέρουν το μήνυμα της ανατροπής «εδώ και τώρα», δίνοντας την έμφαση στη δράση του κόσμου απ’ τα κάτω παρά στην εκλογική ανάθεση. Το τρίπτυχο: α) «αντιστροφή των «μνημονίων» σε βάρος του κεφαλαίου μέσα στη χώρα, αλλά και ενάντια στους ιμπεριαλιστές-δανειστές με την αμφισβήτηση και ανατροπή των καταναγκασμών χρέους και ευρώ, β) επιμονή, οργάνωση και στήριξη σε κάθε μικρή ή/και μεγαλύτερη εστία αντίστασης με πολιτική γενίκευση προς τ’ αριστερά, γ) ενότητα κινηματική, εκλογική, πολιτική της Αριστεράς», αποτελεί βάση για αξιόπιστη απεύθυνση σ’ ένα ευρύ κοινωνικό τμήμα που θα επιθυμούσε την αριστερή απάντηση στη μνημονιακή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. 

 

(ολόκληρο στο Rproject.gr)