Στην Ουάσινγκτον, στο Βερολίνο, στη Μαδρίτη, στην Αθήνα, στο Κάιρο, στη Δαμασκό πρέπει να θυμόμαστε τη ρήση του Χάουαρντ Ζιν: Δεν έχει σημασία ποιος «καταλαμβάνει» το Λευκό Οίκο, αλλά πόσοι «κάνουν καταλήψεις»…

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο rproject.gr και κυκλοφόρησε στην έντυπη "Εργατική Αριστερά" σε συντομευμένη εκδοχή

 

«Δεν έχει σημασία αν είσαι μαύρος ή λευκός ή ισπανόφωνος ή Ασιάτης ή ιθαγενής ή νέος ή γέρος ή πλούσιος ή φτωχός, υγιής ή ΑΜΕΑ, γκέι ή στρέιτ, εδώ στην Αμερική μπορείς να τα καταφέρεις, αν είσαι πρόθυμος να προσπαθήσεις». Από όλη την επινίκια ομιλία του Μπάρακ Ομπάμα αυτή η αποστροφή απέσπασε το πιο ειλικρινές και θερμό χειροκρότημα. Ήταν αναμενόμενο, καθώς συμπύκνωσε την ιδέα που κινητοποίησε την εκλογική του βάση και σε αυτές τις εκλογές.

 

Στις εκλογές του 2012 επανεμφανίστηκε η κοινωνική συμμαχία που έφερε τον Ομπάμα στο Λευκό Οίκο το 2008, η λεγόμενη «συμμαχία του Ουράνιου Τόξου» που περιλαμβάνει μαύρους, ισπανόφωνους, νέους, γυναίκες, ΛΟΑΤ, κατώτερες τάξεις. Σε όλες αυτές τις κατηγορίες ψηφοφόρων ο Ομπάμα επικράτησε κατά κράτος του Ρεπουμπλικάνου Ρόμνεϊ.

 

Η επανεκλογή του Ομπάμα δεν ήταν εύκολη και δεν είχε σχέση με το θρίαμβο του 2008 και το λαϊκό ενθουσιασμό που είχε προκαλέσει. Μεσολάβησε η διάψευση των λαϊκών προσδοκιών στη διάρκεια της τετραετίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ρόμνεϊ επιδίωξε να δώσει στις εκλογές χαρακτήρα δημοψηφίσματος για τα πεπραγμένα του Ομπάμα. Αντίστοιχα, το επιτελείο των Δημοκρατικών μετέτρεψε τις εκλογές σε μάχη «για να μην εκλεγεί ο Ρόμνεϊ».

 

Αυτό που θα έκρινε το αποτέλεσμα ήταν κατά πόσο η εκλογική βάση του Ομπάμα θα ιεραρχούσε την απειλή της Δεξιάς πάνω από την απογοήτευσή της για τα πεπραγμένα της πρώτης τετραετίας του.

 

Και η αλήθεια είναι πως οι Ρεπουμπλικάνοι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να «σημάνει συναγερμός» στην κοινωνική συμμαχία που στήριξε τον Ομπάμα. Οι ακροδεξιοί του TeaPartyεπιλέχθηκαν ως υποψήφιοι Γερουσιαστές σε μια σειρά Πολιτείες και ο -ταλιμπάν της μάχης ενάντια στο κοινωνικό κράτος- Πολ Ράιαν επελέγη ως υποψήφιος αντιπρόεδρος. Τα σεξιστικά και ρατσιστικά σχόλια ήταν πυκνά στην προεκλογική φρασεολογία των στελεχών του Ρεπουμπλικάνικου Κόμματος. Ο ίδιος ο Ρόμνεϊ, κουβαλώντας ήδη τον τίτλο του δισεκατομμυριούχου (που στην εποχή μετά το Occupyδεν είναι και πολύ δημοφιλής), είχε «φτύσει στα μούτρα» τους φτωχούς, με τη διαβόητη απαξιωτική δήλωσή του για το «47% που ζει από την κρατική βοήθεια και δεν πρόκειται να μας ψηφίσει».

 

Οι Ρεπουμπλικάνοι δεν είχαν τάσεις αυτοκτονίας. Αλλά δεκαετίες μετά τον Νίξον που την εγκαινίασε, παραμένουν κολλημένοι στη «νότια στρατηγική», δηλαδή την ανακίνηση του ρατσιστικού μίσους στις Πολιτείες του Νότου και την αποκλειστική απεύθυνση σε μια μυθική «λευκή εργατική τάξη». Αυτή η πολιτική αποδείχθηκε απαρχαιωμένη και εκτός πραγματικότητας. Η παρατήρηση έχει σημασία όχι για τη μοίρα της αμερικανικής Δεξιάς, αλλά γιατί ρίχνει φως στην αμερικανική κοινωνία. 

 

Από το 2008 είχε διαπιστωθεί πως η νίκη του Ομπάμα εξέφραζε βαθύτερες αλλαγές στην αμερικανική κοινωνία: δημογραφικές, με την αύξηση του μαύρου και ισπανόφωνου πληθυσμού, και πολιτικές, με την πλειοψηφία των νέων να υιοθετούν αριστερόστροφες θέσεις στα κοινωνικά ζητήματα. Η κρίση πρόσθεσε την επανεμφάνιση της ταξικής οργής στο μίγμα. 

 

Ακόμα και μια νίκη του Ρόμνεϊ δεν θα αναιρούσε αυτήν την πραγματικότητα και δεν θα σήμαινε μια συνολική συντηρητική στροφή της αμερικανικής κοινωνίας. Θα ήταν αποτέλεσμα της αδράνειας των «προοδευτικών» ψηφοφόρων λόγω απογοήτευσης. Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα σκόνταψε η καμπάνια των Ρεπουμπλικάνων. Η προσέλευση μαύρων και ισπανόφωνων στις κάλπες αυξήθηκε και η ψήφος τους ήταν «μονομπλόκ» υπέρ του Ομπάμα. Η «λευκή εργατική τάξη» δεν είχε την ίδια ομοιογένεια στην ψήφο, αλλά η πλειοψηφία της επέλεξε τον Ομπάμα.

 

Στα δημοψηφίσματα που έγιναν ταυτόχρονα με τις εκλογές, η εικόνα επιβεβαιώθηκε: Πέντε Πολιτείες νομιμοποίησαν το γάμο ομοφυλοφίλων και δύο τη χρήση μαριχουάνας. Μόνο έτσι μπορούμε να «διαβάσουμε» και την επιρροή του Τυφώνα Σάντι στις εκλογές: έπληξε το κόμμα που υποστηρίζει το «μικρότερο κράτος» και του οποίου στελέχη θεωρούν την κλιματική αλλαγή «απάτη των αριστερών».

 

Εξίσου αποκαλυπτική είναι η έρευνα πάνω σε αυτούς που δεν ψήφισαν. Επιβεβαιώνει την αριστερή στροφή της κοινωνίας, αλλά και το γεγονός ότι ο Ομπάμα κινδύνεψε να χάσει τις εκλογές, επειδή απογοήτευσε το κοινό του. Σχεδόν 2 στους 3 που απείχαν, έχουν «αριστερές» θέσεις σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και οικονομίας και δηλώνουν πως, αν ήταν υποχρεωμένοι να ψηφίσουν, θα στήριζαν τον Ομπάμα.

 

Βέβαια, αυτή η διάθεση δεν θα αρκούσε από μόνη της. Η επανεκλογή Ομπάμα ήταν σημαντικό πολιτικό επίτευγμα του ίδιου και του Δημοκρατικού Κόμματος. Αν και δεν ήταν τόσο δύσκολο με αντίπαλο τον Ρόμνεϊ, ο Ομπάμα κατόρθωσε να διατηρήσει ζωντανή την εικόνα του ως ο υποψήφιος που μπορεί να «βάλει χέρι στο 1%». Ο λεγόμενος «φιλελεύθερος» χώρος (στις ΗΠΑ αποτελείται από ένα νεφέλωμα κοινωνικών οργανώσεων, κινημάτων, προσωπικοτήτων, που υιοθετούν γενικά αριστερόστροφες και προοδευτικές απόψεις και βρίσκονται μέσα ή στις παρυφές του Δημοκρατικού Κόμματος) στήριξε με πίστη το επιχείρημα της «δεύτερης, καλής τετραετίας», στην οποία τάχα ο Ομπάμα, με «λυμένα τα χέρια» και χωρίς το άγχος της επανεκλογής, θα εφαρμόσει την πολιτική που πραγματικά θέλει. Από τον Μάικλ Μουρ που έκρινε σκληρά την πρώτη τετραετία, για να δηλώσει όμως βέβαιος ότι η δεύτερη θα είναι καλύτερη, ως τον Πολ Κρούγκμαν που ισχυρίστηκε ότι στην πρώτη τετραετία έγιναν «δειλά βήματα» και στη δεύτερη μπορούν να γίνουν «ακόμα πιο γενναία».

 

Το «όχι άλλη μια ίδια τετραετία» των φιλελεύθερων φανερώνει ότι οι αυταπάτες συνεχίζονται για το Δημοκρατικό Κόμμα, οι οποίες αναμένεται να διαψευστούν για άλλη μια φορά και πολύ γρήγορα. Ενώ για τους φιλελεύθερους η νίκη του Ομπάμα ήταν αναγκαία για να «του λυθούν τα χέρια» και να μην «υποκύπτει στους εκβιασμούς των Ρεπουμπλικάνων», ο Ομπάμα από την επινίκια ομιλία του κιόλας δήλωσε πανέτοιμος να επιδιώξει «διακομματική συναίνεση» και «κοινές λύσεις» με τους Ρεπουμπλικάνους, για να «αντιμετωπιστεί το έλλειμμα και το χρέος». Η «διακομματική συναίνεση» έδειξε στην προηγούμενη τετραετία τι σημαίνει: Οι Ρεπουμπλικάνοι ξεκινούν από εξωφρενικά δεξιές προτάσεις στις οποίες επιμένουν, ο Ομπάμα ξεκινά από κεντρώες θέσεις τις οποίες δεν υπερασπίζεται και πολύ σθεναρά, για να οδηγηθούν τελικά σε μια δεξιά συμφωνία.

 

Απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους υπάρχει το «όχι άλλη μια ίδια τετραετία» της αμερικανικής Αριστεράς, που είναι τελείως διαφορετικό και σημαίνει τη ρήξη των κινημάτων με την τακτική του «μικρότερου κακού» και της προσμονής από τους Δημοκρατικούς «να κάνουν τη δουλειά». Ο Αμερικανός μαρξιστής Χαλ Ντράπερ στο κλασικό άρθρο για την αμερικανική Αριστερά «Ποιος θα είναι το μικρότερο κακό το 1968;», είχε εξηγήσει πώς η τακτική «μικρότερου κακού» απλά αφήνει τους Δημοκρατικούς ανενόχλητους από τα αριστερά, για να στραφούν δεξιά.

 

Το ερώτημα γιατί ο Ομπάμα δεν έγινε «νέος Ρούζβελτ» στην πρώτη τετραετία απαντιέται σε μεγάλο βαθμό από τις αναζητήσεις της άρχουσας τάξης, που είναι σε διαφορετική κατεύθυνση από τον «κρατισμό» του 1930. Αλλά η άλλη μισή απάντηση, που θα είναι κρίσιμη για το πώς θα εξελιχθεί η επόμενη τετραετία, έχει δοθεί από τον ίδιο τον Ρούζβελτ: Ένα ιστορικό ανέκδοτο λέει πως, όταν ένα συνδικάτο ζήτησε από τον Ρούζβελτ μια φιλεργατική μεταρρύθμιση, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ απάντησε: «Βγείτε στο δρόμο και, αν μπορείτε, υποχρεώστε με να την εφαρμόσω».

 

Οι ακτιβιστές του Occupy, οι εκπαιδευτικοί του Σικάγου, τα συνδικάτα του Ουισκόνσιν, οι οργανώσεις του ΛΟΑΤ κινήματος, έδειξαν την περασμένη τετραετία ποιος είναι ο πιο αποτελεσματικός δρόμος. Σε αυτούς τους αγώνες μπορεί να χτιστεί η τόσο αναγκαία στις ΗΠΑ πολιτική δύναμη στα αριστερά των Δημοκρατικών.

 

Όσο δύσκολο κι αν δείχνει, δεν είναι ανέφικτο. Από τις αρχές του 20ού αιώνα με τον σοσιαλιστή υποψήφιο Γιουτζίν Ντεμπς, μέχρι το πρόσφατο παρελθόν και την υποψηφιότητα του Ραλφ Νέιντερ το 2004, έχει φανεί πως, όποτε σημαντικές δυνάμεις έδειξαν τη διάθεση να εκφράσουν μια τέτοια προσπάθεια, βρήκαν ανταπόκριση. Μόνο τα χρήματα και οι εθελοντές που διέθεσαν τα αμερικανικά συνδικάτα, για να ενισχυθεί η καμπάνια του Ομπάμα, θα ήταν υπεραρκετά για να στηριχθεί ένας «υποψήφιος των εργατών».

 

Η σημασία μιας τέτοιας προσπάθειας υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι η «κοινωνική συμμαχία», που στηρίζει τον Ομπάμα, έχει και «από πάνω» κομμάτι, το οποίο τελικά καθορίζει τις προτεραιότητες του Λευκού Οίκου. Το 2008 το αμερικανικό κεφάλαιο επέλεξε να στηρίξει τον Ομπάμα, ως καταλληλότερο να διαχειριστεί την κρίση του αμερικανικού καπιταλισμού, μετά τα ερείπια που άφησε η εποχή Μπους, να διαχειριστεί την ταξική οργή που προκάλεσε η κρίση, να χειριστεί την εξωτερική πολιτική σε μια εποχή που η κρίση της αμερικανικής ηγεμονίας δεν σήκωνε «καουμποηλίκια».

Τέσσερα χρόνια μετά, τα αδιέξοδα του παγκόσμιου καπιταλισμού δίχασαν και τους καπιταλιστές για τον καλύτερο τρόπο αντιμετώπισής τους. Οι μεγάλες χρηματικές δωρεές, ο πιο αξιόπιστος δείκτης για τις προτιμήσεις των καπιταλιστών, μοιράστηκαν ανάμεσα στους δύο υποψήφιους.

 

Τελικά επικράτησε το «πραγματιστικό» τμήμα του κεφαλαίου. Οι περιπέτειες της ευρωζώνης δεν βοήθησαν ιδιαίτερα τους Ρεπουμπλικάνους να πείσουν ότι ο «μερκελικός» δρόμος ενδείκνυται και για τις ΗΠΑ, ενώ η «απόσυρση» των ΗΠΑ (και του ΔΝΤ) από τα προβλήματα της Ευρώπης, που εξέφραζε ο Ρόμνεϊ με τη στάση «ας καταρρεύσει η Ιταλία, ας καταρρεύσουν και εδώ οι τράπεζες που συνδέονται με την ιταλική οικονομία, εμείς θα οχυρωθούμε», δεν έπεισε για τη βιωσιμότητά της.

Στην ιμπεριαλιστική πολιτική, ο Ρόμνεϊ επιχείρησε να πείσει ότι η «αδυναμία» του Ομπάμα είναι η αιτία της κρίσης της αμερικανικής ηγεμονίας (επίθεση στην πρεσβεία της Λιβύης, ανατροπές στην Αίγυπτο, αδυναμία παρέμβασης στη Συρία, ανοχή στο Ιράν). Όταν κλήθηκε στο τρίτο ντιμπέιτ να απαντήσει συγκεκριμένα τι θα έκανε, υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τις πολεμικές κραυγές και να ταυτιστεί πλήρως με την πολιτική Ομπάμα, δείχνοντας ότι δεν είναι ο Ομπάμα «αδύναμος», αλλά ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός. Και για την άρχουσα τάξη αποδείχθηκε προτιμότερο να διαχειριστεί ο Ομπάμα αυτή τη δύσκολη θέση από ό,τι ένας πρόεδρος ο οποίος λογοδοτεί σε ένα κόμμα που έχει το «βομβαρδισμό» ως έτοιμη απάντηση σε όλα τα προβλήματα.

 

Ότι η «μπίλια κάθισε» στον Ομπάμα φάνηκε στην τελική ευθεία, όταν και ο «Economist» και οι «FinancialTimes» (οι πιο ειλικρινείς και ψύχραιμες «φωνές» της άρχουσας τάξης) πήραν ανοιχτά το μέρος του Δημοκρατικού προέδρου, δηλώνοντας στην αρθρογραφία τους εμμέσως πλην σαφώς την απογοήτευσή τους, επειδή το «σπλάχνο από τα σπλάχνα» της άρχουσας τάξης δεν έχει καμιά σοβαρή απάντηση στα προβλήματα της τάξης του. Επιπλέον, βάρυνε η γνώμη του «έξυπνου» κομματιού της άρχουσας τάξης που γνωρίζει από την ιστορία ότι πολλοί Δημοκρατικοί πρόεδροι (και ο Ομπάμα) κατόρθωσαν με την ανοχή των κινημάτων και των φιλελεύθερων να επιβάλλουν πράγματα που, αν επιχειρούσαν οι Ρεπουμπλικάνοι, θα προκαλείτο λαϊκός ξεσηκωμός.

 

Η ιστορία μετά τις εκλογές μένει να γραφτεί. Στις ίδιες τις ΗΠΑ, η κρίση δεν θα ξεπεραστεί. Τον Ομπάμα «υποδέχεται» στο Λευκό Οίκο η επιστροφή της αμερικανικής οικονομίας σε ύφεση και η αδυναμία των «κεϊνσιανών» πολιτικών του να βγάλουν τον καπιταλισμό από το αδιέξοδο.

 

Όσον αφορά τους εργάτες στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη, στον αραβικό κόσμο, δεν έχουν να περιμένουν τίποτα, ούτε από τις κεϊνσιανές λύσεις και τον «ήπιο» ιμπεριαλισμό, ούτε από τις νεοφιλελεύθερες λύσεις και τον «επιθετικό» ιμπεριαλισμό. Και οι δύο πτέρυγες συμφωνούν στην επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη, διαφωνούν μόνο στη μεθοδολογία. Στην Ουάσινγκτον, στο Βερολίνο, στη Μαδρίτη, στην Αθήνα, στο Κάιρο, στη Δαμασκό πρέπει να θυμόμαστε τη ρήση του Χάουαρντ Ζιν: Δεν έχει σημασία ποιος «καταλαμβάνει» το Λευκό Οίκο, αλλά πόσοι «κάνουν καταλήψεις»…