Η πιθανή επίσκεψη του Τούρκου προέδρου Ρ. Τ. Ερντογάν στην Αθήνα τις επόμενες ημέρες θα μπορούσε να αποτελέσει μια καλή ευκαιρία για μείωση των εντάσεων στο Αιγαίο, για περιορισμό της πιθανότητας σύρραξης ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, εν τέλει θα μπορούσε να αποτελέσει μια ευκαιρία για την ειρήνη.

Η επίσκεψη, αν πραγματοποιηθεί, θα γίνει σε μια πολύ ιδιαίτερη συγκυρία για μια περιοχή γενικά εύφλεκτη αλλά σε μεγάλο μέρος της ήδη αναφλεγμένη ή πολύ κοντά στην ανάφλεξη (Λίβανος). 
Ρήξη
Στη Συρία οι παίκτες είναι πολλοί και ο καθένας διεκδικεί το μερίδιο που του αναλογεί από το πτώμα της χώρας. Η Τουρκία έχει απέναντί της τους περισσότερους αντιπάλους και τις λιγότερες συμμαχίες: Έχει να αντιμετωπίσει τον ISIS (παρά το επαμφοτερίζον φλερτ μαζί του), τη Σαουδική Αραβία και τους τζιχαντιστές συμμάχους της, τον Άσαντ και τους σιίτες συμμάχους του, τις ΗΠΑ και τους Κούρδους συμμάχους τους.
Αυτές οι εξελίξεις, αλλά και άλλες που προηγήθηκαν (π.χ. η ρήξη των σχέσεων Τουρκίας-Ισραήλ) έχουν αναδιατάξει τις δυνάμεις σε τέτοιο βαθμό ώστε σχεδόν να έχει ανατραπεί η εικόνα των τελευταίων 50 ετών.
Ειδικά για την Τουρκία του Ερντογάν, η ρήξη με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό είναι πρωτοφανής. Βασικό ρόλο γι’ αυτό έχει παίξει η συγκαλυμμένη στήριξη των πραξικοπηματιών και του Γκιουλέν το 2016 εκ μέρους της Ουάσινγκτον, αλλά και η παροχή στρατιωτικής βοήθειας στους Κούρδους της Συρίας. 
Δύο σοβαρά επεισόδια ήρθαν πολύ πρόσφατα να κλιμακώσουν αυτή τη ρήξη.
Το ένα είναι η απόφαση της Άγκυρας για προμήθεια του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400. Η απόφαση αυτή ξεσήκωσε αντιδράσεις κυρίως εκ μέρους των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Πού ακούστηκε χώρα του ΝΑΤΟ να προμηθεύεται τέτοιου επιπέδου όπλα από τη Ρωσία, αναφωνούσαν τα στελέχη του ΝΑΤΟ. Ο Αμερικανός υπουργός «Άμυνας», Τζιμ Μάτις δήλωσε καμιά δεκαριά φορές ότι οι S-400 δεν είναι συμβατοί με τα δυτικά-νατοϊκά οπλικά συστήματα, εννοώντας ότι η ένταξη των S-400 σε ένα νατοϊκό σύστημα «άμυνας» δημιουργεί θέμα ασφάλειας και αξιοπιστίας για όλο το δυτικής προέλευσης οπλικό σύστημα.
Το δεύτερο επεισόδιο που κλιμάκωσε τη ρήξη, ήταν η πρωτοφανής αποχώρηση των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων από άσκηση του ΝΑΤΟ στη Νορβηγία, επειδή υπήρχε προσομοίωση υποτιθέμενου εχθρού του ΝΑΤΟ που χρησιμοποιούσε τα πρόσωπα του Κεμάλ Ατατούρκ και του ίδιου του Ερντογάν. Η πρόκληση ήταν προφανώς πολύ μεγάλη και φυσικά οι δηλώσεις του γραμματέα της Συμμαχίας, Γενς Στόλτενμπεργκ ότι επρόκειτο περί λάθους έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα, μην αφήνοντας περιθώρια στην Άγκυρα. Στο πλαίσιο του επεισοδίου και σε μια έξαρση αντι-νατοϊσμού ο Ερντογάν διακήρυξε τα εξής: «Δεν υπάρχει πια μια Τουρκία που ήταν μόνο προκεχωρημένο φρούριο ορισμένων διεθνών οργανισμών. Αυτοί που μας συγκρίνουν με την Τουρκία της δεκαετίας του ’80 και του ’90 θα καταλάβουν σίγουρα ότι κάνουν ένα πολύ μεγάλο λάθος».
Ιμπεριαλισμός
Το αφήγημα μεγάλου μέρους της ελληνικής Αριστεράς της προηγούμενες δεκαετίες παρουσίαζε την Τουρκία ως το καλό παιδί του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και την Ελλάδα ως το αθώο θύμα και των δύο. Ασφαλώς επρόκειτο για ένα εθνικιστικό αφήγημα με το οποίο δεν συμφωνούσαν τα γεγονότα. Ωστόσο στις σημερινές συνθήκες αυτό το αφήγημα δεν είναι απλώς λάθος: ακουμπάει τα όρια της κωμωδίας. Σήμερα η Τουρκία, για τους δικούς της λόγους, είναι σε αντιπαράθεση με το ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ, τη Γερμανία και την ΕΕ συνολικά. 
Η ΕΕ έχει βουλιάξει όλο και βαθύτερα στη μισαλλοδοξία με τη μορφή της ισλαμοφοβίας. Σειρά εθνικιστών, ακροδεξιών ή νεοφιλελεύθερων Ευρωπαίων ηγετών καταγγέλλουν την Τουρκία για καταπάτηση ανθρώπινων και πολιτικών δικαιωμάτων, ενώ οι ίδιοι κάνουν παρόμοια πράγματα στη χώρα τους (βλ. Ραχόι για την Καταλονία, Όρμπαν στην Ουγγαρία κ.λπ.) ή πετάνε στα σκουπίδια τους πρόσφυγες που έρχονται από την Τουρκία (βλ. Αν. Ευρώπη).
Στην Α. Μεσόγειο οι παγκόσμιοι πετρελαϊκοί κολοσσοί έχουν συνταχθεί με τον άξονα Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ-Αίγυπτος, έναν άξονα που υπό τις ευλογίες των ΗΠΑ και της ΕΕ, καθώς και τη στρατιωτική κάλυψη του γαλλικού και του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού και της ισραηλινής αεροπορίας αποκλείουν ουσιαστικά την Τουρκία, από τη θαλάσσια περιοχή, τα κοιτάσματά της, αλλά και από τον έλεγχο των αγωγών που θα διέλθουν από τον υποθαλάσσιο χώρο.
Από την άλλη η Ελλάδα, διά στόματος του πρωθυπουργού της Τσίπρα επιπλήττει μαζί με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντ. Τραμπ τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ που δεν ξοδεύουν όσα ξοδεύει η Ελλάδα για εξοπλισμούς. Ο υπουργός Άμυνας Π. Καμμένος προσφέρει για τις αμερικανονατοϊκές ανάγκες και έτερη βάση πλην της Σούδας, στην Κάρπαθο και αλλού. Τα κοινά στρατιωτικά γυμνάσια με αμερικανικά, ισραηλινά και αιγυπτιακά στρατεύματα είναι πια συνηθισμένα για τον ελληνικό αλλά και για τον κυπριακό στρατό. Και ο στόχος αυτών των γυμνασίων είναι καταφανώς ένας, δηλ. αυτός που έχει μείνει έξω από τις συμφωνίες. 
Ο Τσίπρας
Προφανώς η αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ που είχε πραγματοποιήσει ο Κων. Καραμανλής τη δεκαετία του ’70 αντανακλούσε έναν «ανεύθυνο αντιιμπεριαλισμό» της εποχής της «σοσιαλμανίας» του καραμανλισμού, την οποία ο «υπεύθυνος και αριστερός» Αλέξης Τσίπρας έχει απορρίψει ως… δεξιά πολιτική. Αριστερή πολιτική, εκτός από τα μνημόνια, είναι η άριστη συνεργασία με το ΝΑΤΟ και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό.
Είναι γι’ αυτό το λόγο, δηλ. την εγκατάλειψη των πιο στοιχειωδών προταγμάτων της Αριστεράς, όπως η ειρήνη και η αντίθεση με τον ιμπεριαλισμό, που δεν μπορούμε να κρατάμε ούτε μετρίου μεγέθους καλάθι από τη συνάντηση του Τσίπρα με τον Ερντογάν. Δεν μπορούμε να περιμένουμε και πολλά πράγματα όσον αφορά την ειρήνη στο Αιγαίο. Δεν μπορούμε να περιμένουμε μόνιμη και δίκαιη ειρήνευση στην Κύπρο, μετά τις τρικλοποδιές στις πρόσφατες συνομιλίες στην Ελβετία. Αλλά δεν μπορούν και οι πρόσφυγες να περιμένουν κάτι καλύτερο από τη ρατσιστική-δολοφονική συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας. 
Ωστόσο, θα μπορούσε τουλάχιστο σε κάποια μίνιμουμ πράγματα να υπάρξει βελτίωση. Όπως για παράδειγμα με την κατάσταση των μειονοτήτων. Π.χ. στην Ελλάδα ακόμη δεν έχει το δικαίωμα η μειονότητα να αυτοπροσδιορίζεται, να επισκευάζει τα τεμένη της και άλλα κτίριά της και να εκλέγει τους μουφτήδες της. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα μέσα Νοέμβρη καταδικάστηκαν σε φυλάκιση –για πρώτη φορά επί ΣΥΡΙΖΑ– δύο θρησκευτικοί ηγέτες της μειονότητας, ο εκλεγμένος (αλλά μη αναγνωρισμένος από το ελληνικό κράτος που διορίζει το ίδιο τους μουφτήδες) μουφτής Ξάνθης Αχμέτ Μετέ, καθώς και ο ιμάμης του χωριού Γλαύκης Ερκάν Αζίζογλου.
Από την προηγούμενη φορά που είχε έρθει Τούρκος πρόεδρος στην Ελλάδα έχουν περάσει 65 χρόνια. Τότε, το 1952, είχε έρθει ο Τζελάλ Μπαγιάρ. Στην επίσκεψή του είχε εγκαινιάσει το Μειονοτικό Γυμνάσιο και Λύκειο Κομοτηνής, γνωστό και ως «Τζελάλ Μπαγιάρ», το οποίο είναι το τελευταίο μειονοτικό σχολείο που κατασκευάστηκε στην περιοχή της Δυτικής Θράκης, το 1952. Είχε προηγηθεί επίσκεψη του τότε βασιλιά της Ελλάδας Παύλου και της βασίλισσας Φρειδερίκης στην Τουρκία ως επίσημων προσκεκλημένων του Μπαγιάρ. Σε δεξίωση που είχε δοθεί προς τιμήν των δύο γαλαζοαίματων, η Φρειδερίκη εξέφρασε την επιθυμία της «να ιδρύσει ένα Λύκειο για τους Τούρκους της Δυτικής Θράκης». Στην ίδια ομιλία ζήτησε από τον Μπαγιάρ να δώσει στο σχολείο το όνομά του για να τον τιμήσει.
Σήμερα, ένα από τα πιο προβεβλημένα αιτήματα της τουρκικής μειονότητας είναι η βελτίωση των άθλιων κτιρίων όπου στεγάζονται τα σχολεία της. Ο Τσίπρας σίγουρα δεν μπορεί να διανοηθεί ότι θα φτάσει τον αντιιμπεριαλισμό ή τη «σοσιαλμανία» του Καραμανλή, όπως αναφέραμε. Αλλά, τουλάχιστον θα έχει την ευκαιρία να εισακούσει τα αιτήματα της μειονότητας και να μην υστερήσει, σε δημοκρατική ευαισθησία, ακόμη και από τη διαβόητη βασίλισσα.
Η κοινή λογική, αλλά και η ιστορία (βλ. Σύμφωνο Φιλίας και Κατανόησης μεταξύ Ελ. Βενιζέλου και Κεμάλ Ατατούρκ στη δεκαετία του ’30) δείχνουν ότι τα συμφέροντα των λαών και στις δύο όχθες του Αιγαίου, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την κρίση αλλά και τις πιέσεις του ιμπεριαλισμού, είναι ταυτισμένα με την πολιτική της ειρήνης και της συνεργασίας. Ο Αλ. Τσίπρας, ταυτισμένος πλέον με τη νατοϊκή πλευρά και ευθυγραμμισμένος με την κυβέρνηση Τραμπ, κάνει την αντίστροφη επιλογή: την επιμονή στη βλακώδη και επικίνδυνη πολιτική του ανταγωνισμού.