Όταν τα στενά από όπου διέρχεται το 30% του πετρελαίου διεθνώς μετατρέπονται σε επικίνδυνο μέρος (διαδοχικά κρούσματα σαμποτάζ κι επιθέσεις σε τάνκερ) και πεδίο αντιπαράθεσης (με συζητήσεις για στρατιωτικά μέτρα «προστασίας»), η κατάσταση μυρίζει μπαρούτι.

Η κρίση-ένταση στον Περσικό Κόλπο, που επανέρχεται διαρκώς με νέα κρούσματα ή νέες απειλές, εξελίσσεται σε ένα πολύ ανησυχητικό γεγονός που προειδοποιεί ότι πρόκειται για επεισόδιο σε ένα πολύ μεγαλύτερο «παιχνίδι». Ένα παιχνίδι στο οποίο εμπλέκονται γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί μεγάλων δυνάμεων (ανταγωνισμός Ιράν-Σαουδικής Αραβίας, πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή), καπιταλιστικοί κλάδοι όπως ο πετρελαϊκός (με διάφορες πλευρές να έχουν να κερδίσουν ή να χάσουν από την ανασφάλεια στη διέλευση του πετρελαίου) καθώς και η βιομηχανία όπλων (σε πρόσφατη σύσκεψη κορυφαίων εταιριών της οποίας έγινε συζήτηση για το «συμφέρον» μιας μεγάλης πολεμικής κρίσης στην περιοχή). 
Τραμπ εναντίον Ιράν
Η απειλή για την ειρήνη είναι σαφής: Και είναι η αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ιράν. Αφότου ο Τραμπ ανακοίνωσε τη μονομερή αποχώρηση από την «πυρηνική συμφωνία», η Ουάσινγκτον κλιμακώνει διαρκώς τις πιέσεις στην Τεχεράνη: Νέες κυρώσεις που διαρκώς επεκτείνονται σε άλλους κλάδους, ανακήρυξη των Φρουρών της Επανάστασης ως «τρομοκρατική οργάνωση», πίεση στα άλλα κράτη, που συνέχισαν να αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο, «να διαλέξουν πλευρά», μεταφορά 1.500 στρατιωτών και πολεμικών πλοίων στην περιοχή, ξεμπλοκάρισμα πωλήσεων όπλων σε χώρες-ανταγωνιστές του Ιράν στην περιοχή. Το δόγμα που έχει επίσημα περιγραφεί ως «μάξιμουμ πίεση» είναι σε πλήρη εξέλιξη εδώ και καιρό –και δεν αφορά μια κάποια πυρηνική απειλή, καθώς το Ιράν είχε τηρήσει το δικό του μέρος της συμφωνίας, αλλά το ίδιο το καθεστώς. 
Οι τελευταίες επιθέσεις σε τάνκερ ήρθαν σε μια κρίσιμη συγκυρία. Λίγο αφού ο Τραμπ (αλλά και το ιρανικό καθεστώς) είχε ρίξει –ρητορικά– τους τόνους και την ίδια στιγμή που ο Ιάπωνας πρωθυπουργός συζητούσε με την ιρανική κυβέρνηση (τα τάνκερ ήταν έμμεσα ή άμεσα ιαπωνικών συμφερόντων). Από την αμερικανική πλευρά, η άμεση απόδοση ευθυνών στην Τεχεράνη για τις επιθέσεις, χωρίς πειστικές αποδείξεις, είναι αποκαλυπτική για το πώς αξιοποιείται η ένταση στον Κόλπο. Αλλά ακόμα και αμερικανικές καθεστωτικές δυνάμεις (αρθρογραφία στους New York Times), που παίρνουν ως σχεδόν δεδομένη την αμερικανική εκδοχή, τονίζουν ότι οι ΗΠΑ φέρουν την ευθύνη («οι ΗΠΑ αύξησαν την πίεση και τις κυρώσεις, στραγγαλίζοντας την ιρανική οικονομία, και το Ιράν ίσως σήμερα αποφάσισε να χτυπήσει κι αυτό»).
Ο άνθρωπος που πρωταγωνιστεί στο σκηνικό της έντασης δεν είναι άλλος από τον διαβόητο Σαουδάραβα Πρίγκιπα του Στέμματος Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, που ξεπερνά σε φιλοπόλεμους τόνους την Ουάσινγκτον. Βέβαια έχει επιστρέψει στην «πρώτη γραμμή» ο Βασιλιάς Σαλμάν, αφήνοντας λίγο πιο πίσω τον «πληθωρικό» διάδοχό του, για να γίνει πιο διακριτικό το γεγονός του σφιχταγκαλιάσματος της αμερικανικής κυβέρνησης με τους ανθρώπους που λίγους μήνες πριν καταγγέλλονταν διεθνώς για την απάνθρωπη δολοφονία του Κασόγκι. Ανεξαρτήτως του ποιος βγαίνει μπροστά, οι Σαούντ είναι υπερδραστήριοι τελευταία. Λίγο καιρό πριν, με πρωτοβουλία της Σαουδικής Αραβίας έγιναν διαδοχικές Σύνοδοι στη Μέκκα (Αραβικός Σύνδεσμος, Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, Οργανισμός Ισλαμικής Συνεργασίας), με βασικό στόχο να στοιχηθούν τα κράτη της περιοχής πίσω από τη γραμμή των Σαούντ, ενάντια στο Ιράν. Ο βασιλικός Οίκος επιστρατεύει τη δύναμη και το χρήμα του, αλλά και κάποια ιδεολογικά αφηγήματα («σουνίτες εναντίον σιιτών», «Άραβες εναντίον Περσών») για να κατορθώσει να συγκροτήσει ένα αρραγές αντι-ιρανικό μέτωπο. 
«Παραφωνία»
Οι κυβερνήσεις που διαφοροποιούνται λιγότερο ή περισσότερο από αυτή τη γραμμή είναι δύο: το Κατάρ είναι η παραφωνία στην «αραβική ενότητα» και η Τουρκία είναι η παραφωνία στη «σουνιτική ενότητα». Είναι οι δύο δυνάμεις που έχουν επιλέξει για δικούς τους λόγους να διατηρήσουν δεσμούς με την Τεχεράνη, σε βαθμό που αντιμετωπίζονται πλέον ως άξονας. Άτυπος και πολύ χαλαρός, αλλά άξονας. 
Η ηγεσία του Κατάρ σιώπησε την κρίσιμη ώρα των ομόφωνων ψηφισμάτων «στήριξης της Σαουδικής Αραβίας απέναντι στην ιρανική απειλή» κι εξέφρασε τη δημόσια διαφωνία της μετά τη λήξη των συνόδων. Σύμφωνα με τους Σαούντ, ήταν διγλωσσία, σπάσιμο μιας άτυπης ομερτά και καταπάτηση της «πειθαρχίας» («ας διαφωνούσαν στη Σύνοδο κι όχι δημόσια εκ των υστέρων»). Σύμφωνα με τους Καταριανούς, ήταν αντίδραση σε ένα κείμενο για το οποίο… δεν είχαν ενημερωθεί. Όπως και να έχει, το Κατάρ παραμένει «στη γωνία» εδώ και καιρό (με εμπάργκο) και πιέζεται ακόμα και με ξεδιάντροπες δημόσιες εκκλήσεις «να συμμορφωθεί».    
Η διαφοροποίηση της Τουρκίας είναι γνωστή και δεδομένη από καιρό και οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο (και η συμπεριφορά των ΗΠΑ-Ισραήλ-Αιγύπτου απέναντί της και υπέρ των ελληνικών θέσεων) μάλλον δεν είναι άσχετες με τις εξελίξεις και τις διαφωνίες στον Κόλπο, αλλά κομμάτι ενός συνολικού μεγάλου παιχνιδιού, στο οποίο η ελληνική άρχουσα τάξη έχει επιλέξει να συμπορευτεί με τα… «καλύτερα παιδιά» της περιοχής (Σαούντ, Ισραήλ, Αίγυπτος του Σίσι κ.ο.κ.) ενάντια στους «ταραξίες». 
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ένταση στον Κόλπο (και την Ανατολική Μεσόγειο) συμπίπτει χρονικά με τη δρομολόγηση της «Λύσης του Αιώνα» στο παλαιστινιακό. Από τις διαρροές έχει γίνει ήδη γνωστό ότι θα πρόκειται για μια σκανδαλωδώς μονομερή φιλο-ισραηλινή πρόταση (στα όρια του «Μεγάλου Ισραήλ» και της οριστικής ταφόπλακας σε κάθε εκδοχή παλαιστινιακού «κράτους») που δεν θα γίνει δεκτή ούτε καν από δυνάμεις όπως η ηγεσία της Παλαιστινιακής Αρχής και που θα προκαλέσει ευρύτερες αντιδράσεις στην περιοχή. 
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο άτυπος και χαλαρός «ντε φάκτο» άξονας Ιράν-Κατάρ-Τουρκίας, που δέχεται την πίεση, απαρτίζεται από τα τρία κράτη που για τους δικούς τους λόγους και σε διαφορετικό επίπεδο το καθένα, διατηρούν ζωντανή μια πιο φιλοπαλαιστινιακή στάση (και συγκεκριμένα διατηρούν δεσμούς και οι τρεις με τη Χαμάς). 
Για την κυβέρνηση Τραμπ είναι γνωστή η συνήθεια της εξωτερικής πολιτικής της να ανοίγει «βίαια» όλα τα μέτωπα πριν πάει στην οριστική διευθέτηση των επιμέρους ζητημάτων. Για τους Σαούντ, το «τέλος» της παλαιστινιακής υπόθεσης είναι προϋπόθεση για να μπορέσουν «απελευθερωμένοι» πια να συμπορευτούν ανοιχτά με το Ισραήλ απέναντι στους ανταγωνιστές τους. Αλλά και αντίστροφα: η συντριβή ή ευθυγράμμιση των δυνάμεων που διαφοροποιούνται, μπορεί να διευκολύνει τους Σαούντ να κηρύξουν το «τέλος» της παλαιστινιακής υπόθεσης, χωρίς να φοβούνται την ενίσχυση κάποιου ανταγωνιστή που θα εκφράσει το μαζικό-πλειοψηφικό φιλοπαλαιστινιακό αίσθημα που εξακολουθεί να υπάρχει στον αραβικό και το μουσουλμανικό κόσμο. 
Πρόκειται για τεράστια επίδικα και ένα πολύ μεγάλο παιχνίδι, που έχει αρκετά επεισόδια μπροστά μας. Αυτά τα μεγέθη κάνουν τους φόβους για πολεμική ανάφλεξη πιο άμεσους από ποτέ τα τελευταία χρόνια. Ίσως χρειαστεί να ξαναπιάσουμε διεθνώς το νήμα των καλύτερων παραδόσεων του 2003, γιατί, αν τα πράγματα ξεφύγουν, ο πόλεμος στο Ιράκ θα μοιάζει με πταίσμα. Αυτό συγκρατεί κάποιες δυνάμεις ακόμα (βλ. συστημική αμερικανική αρθρογραφία ενάντια σε μια σύγκρουση με το Ιράν ως καταστροφική), αλλά ποιος μπορεί να εμπιστευτεί το αγαθό της ειρήνης στις καπιταλιστικές κυβερνήσεις;