Κλιμακώνεται η αντιπαράθεση Κίνας - Ιαπωνίας με αφορμή τις βραχονησίδες Ντιαογιού (ή Σενκάκου). Το «ενεργό ενδιαφέρον» των ΗΠΑ δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα στην ευρύτερη περιοχή.

Η εθνικιστική ένταση ανάμεσα στην Ιαπωνία και την Κίνα γύρω από κάποιες βραχονησίδες προειδοποιεί για τους μεγάλους κινδύνους που εγκυμονεί η παγκόσμια κρίση.

Τα Ντιαογιού (κατά την Κίνα) ή Σενκάκου (κατά την Ιαπωνία) έγιναν κτήμα της Ιαπωνίας μετά τη νίκη της επί της Κίνας στον πόλεμο του 1895. Στο τέλος του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, οι ΗΠΑ τα ενέταξαν στα κατεχόμενα ιαπωνικά εδάφη και μετά τη λήξη της αμερικανικής κατοχής το καθεστώς των νησίδων έμεινε αδιευκρίνιστο. Ένα αδιάφορο ζήτημα για δεκαετίες εντάχθηκε στη διαμάχη για την ευρύτερη θαλάσσια περιοχή τη δεκαετία του ’70, όταν μια έκθεση του ΟΗΕ έδειξε πως ενδεχομένως να υπάρχουν αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Το ζήτημα ανακινήθηκε πιο σοβαρά, όταν τον περασμένο Απρίλη ο εθνικιστής δήμαρχος του Τόκιο, Ισιχάρα, πρότεινε να τα αγοράσει η δημοτική αρχή (μέχρι σήμερα ενοικιάζονται στην Ιαπωνία από ιδιώτες). Απαντώντας, μια αποστολή από το Χονγκ Κονγκ αποβιβάστηκε σε μία από αυτές τις νησίδες με κινεζικές και ταϊβανέζικες σημαίες και συνελήφθη από τις ιαπωνικές αρχές. Αυτό πυροδότησε την ένταση και στις 11 Σεπτέμβρη η ιαπωνική κυβέρνηση έριξε κι άλλο λάδι στη φωτιά, ανακοινώνοντας πως θα τις «εθνικοποιήσει».

Εθνικισμός

Εθνικιστικές διαδηλώσεις έχουν ξεσπάσει και στις δύο χώρες, με το κύμα εθνικιστικού μίσους να είναι σε μεγάλο βαθμό υποκινούμενο, για πολιτικούς λόγους.

Ο Ιάπωνας πρωθυπουργός Νόντα πολιορκείται από τους εθνικιστές, που έχουν ως ηγέτη τον Ισιχάρα, ο οποίος προωθεί το γιο του ως επόμενο πρωθυπουργό. Συνολικότερα, το κλίμα στη χώρα τροφοδοτεί την ένταση. Όπως γράφει ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου («Πυκνώνουν τα σύννεφα πάνω από τον Ειρηνικό», «Καθημερινή» 23/9):

«Η οικονομική αποτελμάτωση και η κυβερνητική κρίση λιπαίνουν το έδαφος που θρέφει τον εθνικισμό στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Η χώρα βαδίζει προς πρόωρες εκλογές, τις οποίες θα κερδίσει κατά πάσα βεβαιότητα το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Από τους πέντε υποψηφίους, που διεκδικούν το πρωθυπουργικό χρίσμα, οι τρεις επικρατέστεροι είναι γνωστοί για τις εθνικιστικές, επιθετικά αντικινεζικές θέσεις τους...».

Η Κίνα βαδίζει προς το 18ο Συνέδριο του Κομουνιστικού Κόμματος, στο οποίο προετοιμάζεται η σπάνια αλλαγή στην κορυφή της ηγεσίας, με τους εσωκομματικούς ανταγωνισμούς να έχουν ξεφύγει από τη συνηθισμένη συναινετική διευθέτηση «πίσω από τις κουρτίνες». Τους τελευταίους μήνες, όλα τα ηγετική στελέχη του ΚΚ ανταγωνίζονται με σκληρή εθνικιστική ρητορική.

Αν και οι δύο πλευρές αξιοποιούν τα εθνικιστική μίση, ταυτόχρονα επιδιώκουν να μη βγει η κατάσταση εκτός ελέγχου. Όμως αποδεικνύεται πως τα παιχνίδια με τη φωτιά μπορούν να ξεπεράσουν τους υπολογισμούς των επιτελείων. Η κινεζική ηγεσία έχει παράδοση στις κρατικά υποκινούμενες διαδηλώσεις ενάντια σε άλλες πρεσβείες, όταν θέλει να στείλει ένα μήνυμα, αλλά είχε πάντα τη δυνατότητα να τις ελέγχει. Αυτή τη φορά, στο κλίμα που δημιουργήθηκε, τα πράγματα βγαίνουν εκτός ελέγχου (με επιθέσεις σε οτιδήποτε ιαπωνικό στη χώρα) και η κυβέρνηση δεν έχει τη δυνατότητα να «μαζέψει» τις διαδηλώσεις όπως στο παρελθόν. Το τέρας που απελευθέρωσε η ηγεσία του ΚΚ, πιέζει πλέον την ίδια σε επικίνδυνες εθνικιστικές θέσεις…

Η απειλή είναι τεράστια, καθώς πίσω από την ένταση Κίνας-Ιαπωνίας κρύβεται μια σύγκρουση γιγάντων.

Ανταγωνισμοί

Η Κίνα βρίσκεται σε διαρκή άνοδο, καθώς εξελίσσεται σε κεντρικό ανταγωνιστή των ΗΠΑ σε παγκόσμιο επίπεδο.  Ενώ οι ΗΠΑ ταλαιπωρούνταν από τις αποτυχημένες περιπέτειές τους στη Μέση Ανατολή, η κινεζική κυβέρνηση κλιμάκωσε κατακόρυφα τη διείσδυσή της στο εξωτερικό (διαρκείς επενδύσεις συνοδευόμενες από ναυτιλιακή επέκταση στην Αφρική, ισχυροί εμπορικοί δεσμοί με τη Λατινική Αμερική κλπ).

Τα τελευταία χρόνια, τα «γεράκια» του κόμματος αμφισβητούν τη θεωρία του Ντενγκ Ξιαοπίνγκ για την «ήρεμη δύναμη που εδραιώνεται σιωπηλά» και θεωρούν πως η Κίνα είναι πια αρκετά ισχυρή στρατιωτικά και οικονομικά για να διεκδικήσει τη θέση της στον κόσμο. Αν και αυτή η αντίληψη δεν έχει επικρατήσει, είναι γεγονός πως τα τελευταία χρόνια η κινεζική ηγεσία έχει ξεκινήσει μια σημαντική τεχνολογική αναβάθμιση των ενόπλων δυνάμεων, ώστε να λειτουργούν ως «εγγυητές» κάθε οικονομικής και γεωπολιτικής επιτυχίας.

Σήμερα, η πιο δυναμική διεκδίκηση νησιών που διεκδικούνται επίσης από την Ιαπωνία, το Βιετνάμ, τις Φιλιππίνες, είναι δείγμα της αναβάθμισης και των φιλοδοξιών της Κίνας. Οι λόγοι είναι περισσότερο γεωπολιτικοί και λιγότερο «για τα (φημολογούμενα) πετρέλαια». Η Κίνα –δειλά δειλά– αμφισβητεί τη δύναμη των ΗΠΑ, που αυτή τη στιγμή ελέγχουν ναυτικά τις θάλασσες της νοτιοανατολικής Ασίας. Δεν επιδιώκει μετωπική σύγκρουση, αλλά «τεντώνει τους μυς της».

Αυτές οι κινήσεις δεν πέρασαν απαρατήρητες από την άλλη μεριά του Ειρηνικού. Το Νοέμβρη του 2011, η Χίλαρι Κλίντον έγραψε στο «Foreign Policy Magazine», σε άρθρο με τον ενδεικτικό τίτλο «Ο Ειρηνικός αιώνας της Αμερικής»:

«Η αξιοποίηση της ανάπτυξης και του δυναμισμού της Ασίας είναι κεντρική στα οικονομικά και στρατηγικά αμερικανικά συμφέροντα και βασική προτεραιότητα του προέδρου Ομπάμα. Η οικονομική μας ανάκαμψη στο εσωτερικό θα εξαρτηθεί από τις εξαγωγές και τη δυνατότητα των αμερικανικών εταιρειών να εκμεταλλευτούν τη μεγάλη και αναπτυσσόμενη καταναλωτική βάση της Ασίας».

Η Νότια Ασία και ο Ειρηνικός Ωκεανός γίνονται σήμερα κεντρικής σημασίας για την αμερικανική εξωτερική πολιτική, με στόχο να ανακοπεί η άνοδος της Κίνας οικονομικά, αλλά και να περικυκλωθεί στρατιωτικά, για να μην εξελιχθεί σε νέα υπερδύναμη. Το Γενάρη του 2012, ο Ομπάμα ανακοίνωσε το περίφημο πια στρατιωτικό «πίβοτ» των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή προς την Ασία και τον Ειρηνικό Ωκεανό (μπασκετικός όρος, που υποδηλώνει ότι οι ΗΠΑ κρατάνε σταθερό το ένα πόδι στη Μέση Ανατολή, αλλά στρέφουν το σώμα τους προς την Ασία και τον Ειρηνικό).

Τους επόμενους μήνες δημιουργήθηκε η βάση πεζοναυτών στην Αυστραλία, αναβαθμίστηκε η οικονομική και στρατιωτική βοήθεια σε γειτονικές της Κίνας χώρες που βρίσκονται σε διαμάχη μαζί της, ανακοινώθηκε η μεταφορά του μεγάλου όγκου του αμερικανικού στόλου στον Ειρηνικό ως το 2020 και η κλιμάκωση των στρατιωτικών ναυτικών ασκήσεων στον Ειρηνικό και τον Ινδικό Ωκεανό.

Τα στρατιωτικά παιχνίδια πάνε χέρι-χέρι με τις πρώτες πρόβες οικονομικού πολέμου, καθώς η κυβέρνηση Ομπάμα προσέφυγε στον ΠΟΕ ενάντια στην Κίνα για αθέμιτο ανταγωνισμό στην αυτοκινητοβιομηχανία και η κινεζική κυβέρνηση απάντησε με αντι-προσφυγή για δικούς της λόγους.  

Πυριτιδαποθήκη

Ο οικονομικός και στρατιωτικός ανταγωνισμός ανάμεσα στα θηρία έχει δημιουργήσει μια πυριτιδαποθήκη, όπου ένα σπίρτο όπως η πρόσφατη διαμάχη Κίνας-Ιαπωνίας μπορεί να αποδειχθεί καταστροφικό. Προς το παρόν η Κίνα υιοθετεί οικονομικές κυρώσεις ενάντια στην Ιαπωνία. Αν και παραδέχθηκε ότι θα χάσει και η ίδια, η ζημιά για την Ιαπωνία μπορεί να τη γυρίσει 20 χρόνια πίσω. Μια τέτοια διαμάχη ανάμεσα στη δεύτερη και την τρίτη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως μπορεί να ανοίξει το δρόμο σε πολύ μεγαλύτερες ανατροπές και εξελίξεις.

Αν και ο υπουργός Άμυνας της Αμερικής, Λίον Πανέτα, στα μέσα Σεπτέμβρη δήλωσε πως οι ΗΠΑ δεν θα εμπλακούν στη διαμάχη, φρόντισε να επισημάνει πως μια ένοπλη σύρραξη Κίνας-Ιαπωνίας δεν είναι βέβαιο πως θα παραμείνει περιφερειακή. Αργότερα, η υποεπιτροπή της Γερουσίας για την Ανατολική Ασία υπενθύμισε πως η συνθήκη του 1960 υποχρεώνει τις ΗΠΑ να στηρίξουν την Ιαπωνία, αν δεχτεί επίθεση και στη «ρήτρα» συμπεριλαμβάνονται τα νησιά Σενκάκου.
Σε αυτό το φόντο, ο Πανέτα συμφώνησε με την ιαπωνική κυβέρνηση (η οποία πληρώνει κιόλας τις ΗΠΑ για το «προνόμιο» να φιλοξενεί αμερικανικές βάσεις) για την εγκατάσταση νέας αντιπυραυλικής ασπίδας σε ιαπωνικό έδαφος (θεωρητικά για τη Βόρεια Κορέα, αντικειμενικά όμως είναι άλλη μια κίνηση περικύκλωσης της Κίνας).

Οι δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του πλανήτη παίζουν επικίνδυνα παιχνίδια γύρω από κάποιες βραχονησίδες που εμφανίστηκαν στο προσκήνιο σε έναν πόλεμο του 1895. Αυτή η πραγματικότητα αρκεί για να προειδοποιήσει πόσο εύκολα μπορεί να ανοίξει το Κουτί της Πανδώρας…