Επικίνδυνο πόκερ για την ειρήνη

πολιτική / Αντώνης Νταβανέλος / 19.07.2017

Συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για λύση του Κυπριακού στην Ελβετία

Το καθιερωμένο δημοσιογραφικό κλισέ, σε κάθε κύκλο των πολυετών διαπραγματεύσεων, είναι η έκφραση «σκληρό πόκερ στο Κυπριακό». Αυτή τη φορά, στις διαπραγματεύσεις στο Κραν Μοντανά στην Ελβετία, πρόκειται για ένα επικίνδυνο πόκερ, με μεγάλα επίδικα και μεγάλα ρίσκα, όπου πραγματικά γίνεται παιχνίδι με την προοπτική ακόμα και μιας ανεξέλεγκτης πολεμικής σύγκρουσης. 
Στο Κραν Μοντανά έχει εμφανιστεί ένα σχετικά ομογενοποιημένο στρατόπεδο της «Δύσης», με το συντονισμό μεταξύ του ΝΑΤΟ, της ΕΕ, των ΗΠΑ (κυρίως με την δια πληρεξουσίου εκπροσώπηση από τη Βρετανική, μετά Brexit, ηγεσία…) στο οποίο όχι μόνο εντάσσεται, αλλά λειτουργεί ως «αιχμή του δόρατος» ο Ν. Κοτζιάς. Η γραμμή του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, αν και φέρει την υπογραφή ΣΥΡΙΖΑ, θα μπορούσε να περιγραφεί σαν κάτι μεταξύ Αντ. Σαμαρά και Τάσσου Παπαδόπουλου. 
Κάποιοι, ακόμα και μέσα στην Αριστερά, παρομοιάζουν τη λύση που κυοφορείται σε αυτές τις διαπραγματεύσεις με το σχέδιο Ανάν. Η παρομοίωση είναι πολιτικά άστοχη και ιστορικά εκτός τόπου και χρόνου. Γιατί στο κέντρο των σημερινών διαπραγματεύσεων έχουν τεθεί δύο βασικά ζητήματα, που δεν ετίθεντο καν προς συζήτηση την εποχή Ανάν, ζητήματα που αποτελούν τους υψηλότερους στόχους της ελληνικής διπλωματίας μετά το 1974: Η κατάργηση της συνθήκης των «εγγυήσεων» του 1960 (που έδινε στην Τουρκία ρόλο εγγυήτριας δύναμης για τη σταθερότητα του καθεστώτος στην Κύπρο), αλλά και η αποχώρηση του τουρκικού στρατού κατοχής. Αν αυτά επιτευχθούν, θα πρόκειται για αντιστροφή με διπλωματικά μέσα του αποτελέσματος του πολέμου του 1974.
Σκληρή γραμμή της Ελλάδας
Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο Ν. Κοτζιάς, προσερχόμενος στο Κραν Μοντανά, η κατάργηση των εγγυήσεων και η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων δεν ήταν δυνατόν να τεθούν καν στο τραπέζι πριν δύο χρόνια. Η νέα κατάσταση έχει διαμορφωθεί με τη στροφή στη γραμμή των Μεγάλων Δυνάμεων. Μόνο οι ανόητοι μπορούν ακόμα να υποτιμούν τη ρήξη στις σχέσεις της Δύσης με την Τουρκία της εποχής Ερντογάν. Η μεγάλη βάση του Ιντσιρλίκ είναι από καιρό εκτός του νατοϊκού σχεδιασμού και εκτός των αμερικανικών σχεδίων για ένοπλη δράση στη Μέση Ανατολή, ενώ οι ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνάμεις έχουν ήδη αρχίσει να αποσύρονται από αυτήν. Το «κενό» καλύπτεται από την αναβάθμιση της Σούδας και τις νέες ιδέες για μεγάλη νατοϊκή βάση στην Κάρπαθο, που προωθεί θερμά ο Καμμένος. 
Το «μεγάλο παιχνίδι» των υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο μπαίνει στο δρόμο της υλοποίησης των σχεδίων που έχουν ανακοινώσει επισήμως κυρίως το κράτος του Ισραήλ, η Αίγυπτος και η Κύπρος, δίνοντας χάρτες «κυριαρχίας» στην Ανατολική Μεσόγειο που απλώς αποκλείουν στην Τουρκία κάθε σοβαρή συμμετοχή. Στις παραμονές του Κραν Μοντανά, ανακοινώθηκε ότι η γαλλική Total αρχίζει το πρόγραμμα εξόρυξης στην κυπριακή ΑΟΖ, ενώ η Exxon Mobil ανακοίνωσε ότι ξεκινά τις δραστηριότητες σε μια (ιδιαιτέρως διευρυμένη…) περιοχή της ελληνικής ΑΟΖ. Και είναι γνωστό ότι όποιος προτίθεται να συγκρουστεί με την Exxon Mobil πρόκειται να συγκρουστεί με την κυβέρνηση των ΗΠΑ…
Τουρκική υποχώρηση
Μπροστά σε αυτόν το νέο συσχετισμό δύναμης στην περιοχή, η τουρκική κυβέρνηση υποχρεωτικά υποχωρεί, προσπαθώντας να περισώσει δυνατότητες για την επόμενη φάση. 
Στο Κραν Μοντανά ο Τσαβούσογλου δέχθηκε την κατάργηση των εγγυήσεων (ζητώντας να διατηρήσει η Τουρκία κάποια δικαιώματα «εγγύησης» μόνο ως προς την τουρκοκυπριακή «συνιστώσα») και, κυρίως, τη σταδιακή αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων με ένα χρονοδιάγραμμα και υπό τον έλεγχο ενός διεθνούς μηχανισμού επιτήρησης. Αυτή η αναγνώριση της «νέας κατάστασης πραγμάτων» οδηγεί την Τουρκία να προσπαθεί να διατηρήσει δικαιώματα παρέμβασης, κυρίως, ως τμήμα του νέου διεθνούς μηχανισμού επιτήρησης. Όμως αυτό δεν γίνεται πλέον αποδεκτό: η γραμμή του ΟΗΕ, της ΕΕ και του Ν. Κοτζιά ήταν ότι η επιτήρηση της λύσης θα πρέπει να ανατεθεί στους διεθνείς οργανισμούς (δηλαδή στις Μεγάλες Δυνάμεις) χωρίς καμιά συμμετοχή των πρώην εγγυητριών δυνάμεων. Αν αυτό επιβληθεί, θα είναι ένα διπλωματικό Βατερλό του τουρκικού κράτους.
Όμως επειδή η πλήρης υποχώρηση είναι δύσκολο να επιβληθεί ειρηνικά, αυτή η σκληρή διαπραγματευτική γραμμή στο ζήτημα των εγγυήσεων μεταφέρει μεγαλύτερη ένταση στο τρίτο και τελευταίο ζήτημα που έχει τεθεί στο Κραν Μοντανά: στις σχέσεις εξουσίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων στα πλαίσια ενός πιθανού ενιαίου κυπριακού κράτους. Ο Ν. Κοτζιάς και εδώ κρατάει τη σκληρή γραμμή, απορρίπτοντας ουσιαστικά τις ειδικές προστασίες της μειοψηφίας στα πλαίσια μιας Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας. Επικαλούμενος την υποστήριξη του ΟΗΕ, δήλωσε: «Δεν θα επιτρέψουμε σε κάποιους να νομίζουν ότι μπορούν να εμποδίσουν να εξελιχθεί η Κύπρος σε αυτό που ονομάζω –και υιοθέτησε ο γ.γ. του ΟΗΕ– φυσιολογικό κράτος». Το «φυσιολογικό κράτος» είναι αυτό όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται απλώς με την αρχή της πλειοψηφίας. Όμως η Κύπρος, εδώ και δεκαετίες –με βαριές ευθύνες και της ελληνικής και ελληνοκυπριακής πλευράς– δεν είναι ένα «φυσιολογικό κράτος»: μεταξύ των δύο κοινοτήτων υπήρξε διαχωρισμός, αίμα, πόλεμος. Δεν είναι τυχαίο ότι η λεγόμενη «επαναπροσέγγιση» άρχισε με την αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας, την αποδοχή ειδικών συνταγματικών προστασιών για τη μειοψηφία, την αποδοχή της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, ως μοναδικής προοπτικής για κάποια επανενοποίηση της Κύπρου. Αυτή η πολιτική που άρχισε επί Μακαρίου, συνεχίστηκε από το ΑΚΕΛ. Η ανατροπή της είναι ένα τζογαδόρικο σάλτο στο άγνωστο.
Γιατί οι οπαδοί της «εθνικής αφήγησης» υποτιμούν μια δυνατότητα που παραμένει ως προοπτική, αν ακυρωθούν οι «συναινετικές» λύσεις: την ένωση, την προσχώρηση των Τουρκοκυπρίων της Β. Κύπρου στο τουρκικό κράτος. Θα πρόκειται για μια ιδιαίτερα επικίνδυνη και ειρηνικά μη αντιστρέψιμη λύση που, πέρα από το ότι θα διχοτομεί οριστικά το νησί, θα μεταφέρει τον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό σε σύνορα επί του κυπριακού εδάφους. 
Ο εν γένει «απορριπτικός» υποψήφιος Πρόεδρος Δημοκρατίας στην Κύπρο, Γ. Λιλλήκας, έδειξε καθαρά, με δήλωσή του, ότι το κυπριακό πολιτικό δυναμικό –ακόμα και η «απορριπτική» τάση του– είναι εν γνώσει αυτής της προοπτικής: «Ελλοχεύουν τεράστιοι κίνδυνοι, αν το Κυπριακό κηρυχθεί ως μη επιλύσιμο πρόβλημα». 
Η σύμπτωση αυτού του αδιεξόδου με το «μεγάλο παιχνίδι» των ΑΟΖ, των υδρογονανθράκων και των πετρελαίων στην Ανατολική Μεσόγειο, επεκτείνει τον κίνδυνο σε όλη την περιοχή. 
Επεισόδιο
Την ώρα των διαπραγματεύσεων στην Ελβετία, ένα ελληνικό περιπολικό του Λιμενικού άνοιξε πυρ κατά τουρκικού εμπορικού πλοίου που έπλεε από ένα τουρκικό λιμάνι σε άλλο (Αλεξανδρέτα-Νικομήδεια). Το Λιμενικό ισχυρίζεται ότι απαίτησε έλεγχο, γιατί είχε «ανώνυμο τηλεφώνημα» για μεταφορά ναρκωτικών, ενώ η ελληνική κυβέρνηση δηλώνει ότι η πληροφορία για ναρκωτικά ερχόταν από τις υπηρεσίες των ΗΠΑ. Η ομίχλη του «πολέμου κατά των ναρκωτικών» εδώ ολοφάνερα καλύπτει σύγκρουση κυριαρχίας: η ανεμπόδιστη πλεύση από ένα τουρκικό λιμάνι σε άλλο τίθεται, με τον έντονο τρόπο των πραγματικών πυρών, σε ερωτηματικό. Όχι τυχαία, η Τουρκία απάντησε με την εγκατάσταση πολεμικών πλοίων στο σημείο του περιστατικού…
Είναι ένα απλό παράδειγμα για το πώς ένας ανταγωνισμός επί συμφερόντων κυριαρχίας μπορεί να μετατραπεί σε ένοπλη σύγκρουση.
Μέχρι τώρα γνωρίζαμε ότι η εθνικιστική Δεξιά (στην Τουρκία και στην Ελλάδα) δεν δίσταζε να παίξει ακόμα και με τον πόλεμο, προκειμένου να αντιμετωπίσει μια μεγάλη εσωτερική κρίση. Τώρα βλέπουμε στο ίδιο έργο πρωταγωνιστές κάποιους που καμώνονται ότι είναι «ριζοσπάστες αριστεροί». Κάποιοι πρέπει επειγόντως να αφαιρέσουν τα σπίρτα από τα χέρια των Κοτζιά-Καμμένου. Γιατί, θυμίζουμε, η γενικότερη περιοχή είναι πάντα μια εύφλεκτη πυριτιδαποθήκη.