Ψηφίστηκε από τους κυβερνητικούς βουλευτές ακόμη ένα μνημονιακό πακέτο.

Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση προσπαθούν με κάθε τρόπο να συγκαλύψουν ή έστω να σχετικοποιήσουν την ταξική βαρβαρότητα της κυβερνητικής πολιτικής. Χρησιμοποιούν συχνά απροκάλυπτα ψέματα («ούτε ένα ευρώ λιτότητα»), ομιχλώδεις υποσχέσεις (αντίμετρα) και μπόλικο επικοινωνιακό περιτύλιγμα (από την κηδεία του Κάστρο μέχρι το σπίτι του Μπελογιάννη). Κυρίως όμως επανέρχονται στο «ιδρυτικό» επιχείρημα αυτής της κυβέρνησης ότι δεν συμφωνούν με την επιβαλλόμενη από την επιτροπεία πολιτική και ότι  μεθοδεύουν την λύση στην υπόθεση του χρέους. Ο Α. Τσίπρας δηλώνει πως δεν θα υλοποιήσει τους νόμους που έφερε και ψήφισε εάν δεν συνοδεύονται από την ελάφρυνση του χρέους. Πλην όμως καμιά τέτοια ρήτρα δεν υπάρχει στην συμφωνία ούτε και «λευκός καπνός» προκύπτει από τις σχετικές συζητήσεις μεταξύ ΕΕ – ΔΝΤ. Ακόμη κι αν αυτό (μπορούσε να) συμβεί, μαζί με την επιστροφή στην «ανάπτυξη» και στις αγορές, δεν θα άλλαζε ούτε στο ελάχιστο τον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής, που στην Ελλάδα εφαρμόζεται δια μνημονίων και αφορά στην υποτίμηση της εργασίας έναντι του μεγάλου κεφαλαίου – πρωτίστως του εγχώριου - καθώς μιλάμε για την ανάταξη της κερδοφορίας στον ελληνικό καπιταλισμό. 
Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση και ο ίδιος ο Α. Τσίπρας κάνουν ότι μπορούν ώστε να βρουν στηρίγματα στον αστικό κόσμο για να ενισχύσουν τις πιθανότητες επιβίωσής τους στο πολιτικό παιχνίδι. Έτσι, οικοδομεί μια νέα «παράλληλη αφήγηση», εντελώς διαφορετική, που τεκμηριώνει την βαθιά συστημική υποταγή του κυβερνητικού μορφώματος. Στην πραγματικότητα ο Α. Τσίπρας εκτίθεται χωρίς προσχήματα όταν «εκλιπαρεί» την στήριξη των πιο τυχοδιωκτικών αστικών κέντρων που συχνάζουν, μεταξύ άλλων, στα ποδοσφαιρικά γήπεδα, με αποκορύφωμα τον «έρωτα» με τον Σαββίδη. 
Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής, επί διετία, από την «αριστερή» κυβέρνηση είναι ότι έχει χάσει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής και εκλογικής της βάσης όσο κι αν προσπαθεί, όταν βρίσκει την ευκαιρία που να μην δημιουργεί όρους ρήξης με το πρόγραμμα και τις απαιτήσεις των δανειστών, να προβάλει επιλογές που υπαινίσσονται την κοινωνική της ευαισθησία και τον αριστερό της χαρακτήρα, όπως το εφάπαξ χαρτζιλίκι που μοίρασε τον περασμένο Δεκέμβρη ως δήθεν 13η σύνταξη.  
Η Δεξιά
Απέναντι στον Α. Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται ο Κ. Μητσοτάκης και η ΝΔ. Με κεντρική επιλογή την διαχωριστική «Δεξιά – Αριστερά», ο Μητσοτάκης αντιπολιτεύεται απ’ τα δεξιά, διακινδυνεύοντας την απώθηση εκλογικού  ακροατήριου (δημόσιους υπάλληλους και τα πιο φτωχά κοινωνικά τμήματα) τόσο με τις θέσεις του αλλά και με την επιλογή του να μην ψηφίζει τα «αντίμετρα». Παράλληλα κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για σχέσεις με την Βενεζουέλα και τον πιστώνει, εν πολλοίς, όχι για λάθος στρατηγική κατεύθυνση αλλά για «ερασιτεχνισμό» στην διαχείριση, ακριβώς επειδή δεν «πιστεύει» στην στρατηγική και στα μέτρα που παίρνει!  Έτσι όμως αναγνωρίζει ταυτόχρονα στον ΣΥΡΙΖΑ τον ρόλο ή έστω την διεκδίκηση του αριστερού πυλώνα ενός ενδεχόμενου νέου συστημικού δικομματισμού. 
Στο υπόβαθρο αυτής της αντιπαράθεσης βρίσκεται ένα σημείο «συμφωνίας», το ΤΙΝΑ (δεν υπάρχει εναλλακτική). Αναδεικνύεται το δήθεν «αντικειμενικό» πλαίσιο της οικονομίας: το κυνήγι της «ανάπτυξης» και της επιστροφής στον δανεισμό από τις αγορές. Συνέπεια αυτού είναι όλα τα υπόλοιπα: μνημόνια, λιτότητα, στήριξη του εγχώριου μεγάλου κεφαλαίου κ.ο.κ.  Η επιμονή στο ευρώ είναι το «κερασάκι στην τούρτα» που υπογραμμίζει την «συμφωνία» συγκαλύπτοντας ταυτόχρονα την ουσία – την υποταγή στους «νόμους της αγοράς».
Η εικόνα της ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης όπως αυτή εξελίσσεται και εμφανίζεται στα μάτια της κοινωνίας είναι σύνθετη και εξόχως αντιφατική. Μιας κοινωνίας η οποία διαιρέθηκε βαθιά στην μνημονιακή περίοδο και ριζοσπαστικοποιήθηκε πολιτικά. Η «σύγχυση» που έχει επιφέρει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει αναιρέσει τους όρους της κοινωνικής/ταξικής - ιδεολογικοπολιτικής πόλωσης των προηγούμενων μνημονιακών χρόνων, με  κορυφαία έκφραση το δημοψήφισμα. Όχι ακόμα τουλάχιστον. Διότι δεν έχουν συγκροτηθεί ευρείες συναινέσεις στην ασκούμενη νεοφιλελεύθερη πολιτική και στρατηγική. Το εντελώς αντίθετο. Δημοσκοπικά αλλά και εμπειρικά προκύπτει ως απολύτως πλειοψηφικό το κοινωνικό τμήμα που απορρίπτει την μνημονιακή πολιτική δηλώνοντας την οργή του.  Το νομισματικό δίλλημα δεν αποτελεί πλέον παντοδύναμο φόβητρο με την απόρριψη του ευρώ να αγγίζει ακόμη και το μισό του δείγματος. Τέλος, φαίνεται πως η κυβέρνηση χάνει διαρκώς εκλογική επιρροή, ενώ , από την άλλη, η αντιπολίτευση έχει  πιάσει από καιρό «ταβάνι». 
Η μόνιμη καταγγελία της κυβέρνησης όσο κι αν είναι αυτονόητη και αναγκαία δεν αρκεί.  Πολύ περισσότερο όταν αγνοεί πως η εξομοίωσή της, αν όχι ο χαρακτηρισμός της ως χειρότερη, από τη ΝΔ του Κ. Μητσοτάκη δεν βρίσκει μαζική ανταπόκριση από το αριστερόστροφο κοινωνικό ακροατήριο. Η πτώση της απ’ τα’ αριστερά είναι ευκταία για πολλούς /ες, όχι όμως και απ’ τα δεξιά!
Ριζοσπαστική Αριστερά
Η ριζοσπαστική Αριστερά μπορεί να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο, υπό προϋποθέσεις. Αφενός η εναλλακτική να είναι αριστερή και ριζοσπαστική που σημαίνει πολιτικούς στόχους και συνθήματα που ανταποκρίνονται άμεσα στις ανάγκες και τα αιτήματα του κόσμου της εργασίας και των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων καθώς και η ρητή αναφορά στην αντικαπιταλιστική / σοσιαλιστική προοπτική, παρά στην προβολή ενός σχεδίου για την «εθνική οικονομία» γενικά. Εδώ η ρήξη με την ΟΝΕ/ΕΕ αποτελεί συνέπεια μιας ταξικής αντιμετώπισης (αριστερή έξοδος – LEXIT) παρά ένα σχέδιο διαταξικής ειρήνης και «εθνικής προοπτικής» με εθνικό νόμισμα (δεξιός ευρωσκεπτικισμός). Αφετέρου όμως, είναι απαραίτητο να διεκδικεί το πολιτικό κενό στον παρόντα χρόνο που σημαίνει επιλογές συγκέντρωσης της δύναμης, επιλογές ενιαίου μετώπου και συσπείρωσης του κόσμου της αριστεράς. Χωρίς αυτή την επιλογή η ριζοσπαστική έως και αντικαπιταλιστική προπαγάνδα μετατρέπεται σε πρόσχημα για ένα σεχταρισμό που τελικά απορρίπτει την ιστορική πρόκληση και …αποσύρεται. 
Η αδυναμία που εμφανίζει σήμερα η αριστερά, στις περισσότερες εκδοχές της, υιοθετώντας στην πραγματικότητα είτε την μία είτε την άλλη προϋπόθεση, όχι όμως και τον συνδυασμό τους (αντικαπιταλιστική γραμμή – μετωπική προσέγγιση) πολυδιασπά και απογοητεύει τον κόσμο της. Η περίοδος παραμένει αντικειμενικά «ανοιχτή» και πρέπει να επιμείνουμε στις προβολή των δυνατοτήτων που κρύβονται για το κίνημα και την Αριστερά μέσα στις αντιφάσεις της.