Ενώ τους πρώτους μήνες της λεγόμενης προσφυγικής κρίσης η επιμονή και το θάρρος των ίδιων των προσφύγων και το τεράστιο κύμα αλληλεγγύης έδειξαν να πολιορκούν την Ευρώπη-φρούριο και να ανοίγουν σύνορα, η Ευρώπη φρούριο βρήκε τον τρόπο να αντεπιτεθεί, και να οχυρωθεί ακόμα πιο αποτελεσματικά, με την επαίσχυντη συμφωνία της 20ής Μάρτη.

Η υλοποίηση της συμφωνίας καταργεί κάθε ψευδαίσθηση σεβασμού ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο πλαίσιο της ΕΕ –που στα χαρτιά έχει πρωτοποριακή νομοθεσία για τα δικαιώματα. Για να σταματήσεις την κίνηση απελπισμένων ανθρώπων που αναζητούν τρόπο να επιβιώσουν, πρέπει να παραβιάσεις κατάφωρα κάθε ανθρώπινο δικαίωμα. Πρέπει να αφήσεις στη λάσπη απελπισμένους ανθρώπους, εκτεθειμένους στην πείνα και τις καιρικές συνθήκες, προκειμένου να σταματήσουν να πολιορκούν τα σύνορα. Πρέπει να υψώσεις φράχτες και να απωθήσεις με κάθε τρόπο εκείνους που θα προσπαθήσουν να περάσουν. Πρέπει να χρησιμοποιείς δυνάμεις καταστολής ενάντια στα θύματα του πολέμου και της φτώχειας.
Η Ευρώπη, που χτίστηκε, υποτίθεται, με τις αρχές της αλληλεγγύης μεταξύ των λαών, της κοινωνικής δικαιοσύνης, του πασιφισμού και του σεβασμού στα ανθρώπινα δικαιώματα και στο περιβάλλον, κατρακυλάει σε όλο και μεγαλύτερα επίπεδα αυταρχισμού και καταστολής. Δημιουργεί μια αφήγηση σύμφωνα με την οποία αυτό είναι απαραίτητο για την ασφάλεια των Ευρωπαίων, που έχουν κοινή ταυτότητα και κουλτούρα και η ελευθερία τους αλλά και η ζωή τους απειλούνται από τους «ξένους», τους «αλλόθρησκους». Είναι προφανές, ωστόσο, ότι η πραγματική διάκριση δεν είναι Ευρωπαίοι και ξένοι, ούτε χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Είναι πλούσιοι και φτωχοί. Οι πλούσιοι μουσουλμάνοι επενδυτές αντιμετωπίζονται με τον καλύτερο τρόπο –αφού ο Μάρδας έφτασε να ψάχνει τέτοιους και ανάμεσα στους πρόσφυγες– ενώ οι φτωχοί Ευρωπαίοι στερούνται βασικά δικαιώματα, όπως στην εργασία, την περίθαλψη, την εκπαίδευση, και καταστέλλονται κάθε φορά που διαμαρτύρονται για τις συνθήκες της ζωής τους.
Όπως είναι φυσικό, το βάρος της υλοποίησης της συμφωνίας έχει πέσει κυρίως στην ελληνική κυβέρνηση, που για μια ακόμα φορά δέχτηκε πρόθυμα να το σηκώσει. Με τη δικαιολογία ότι τα σύνορα είναι κλειστά, και άρα δεν μένει άλλη επιλογή, η κυβέρνηση αποδεικνύεται για μια ακόμα φορά πρόθυμη στην υλοποίηση των επιταγών της ΕΕ. Μια κυβέρνηση που όταν εκλέχθηκε –την πρώτη φορά– υποσχόταν ότι θα κλείσει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και θα δώσει νομιμοποιητικά έγγραφα σε πολλές κατηγορίες μεταναστών, έφτασε να απελαύνει πρόσφυγες και να ανοίγει το ένα στρατόπεδο μετά το άλλο. Η συνδρομή της Frontex είναι καλοδεχούμενη, του ΝΑΤΟ το ίδιο, των Γάλλων ΜΑΤατζήδων και όποιων άλλων κατασταλτικών δυνάμεων διατεθούν εδώ επίσης. Μόνο οι πρόσφυγες δεν είναι καλοδεχούμενοι, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις.
Χάνονται έτσι και οι τελευταίες αυταπάτες ότι μπορεί στον τομέα της οικονομίας τα πράγματα να είναι λίγο-πολύ προκαθορισμένα (γιατί κι εκεί, ως γνωστόν, δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς) αλλά στα δικαιώματα είναι διαφορετικό να έχεις μια κυβέρνηση που πολλά μέλη της προέρχονται από τα κινήματα και την Αριστερά, και διαφορετικό να έχεις τη Δεξιά του Μητσοτάκη. Η αλήθεια είναι ότι όποιος θέλει να εφαρμόσει πολιτικές λιτότητας δεν μπορεί να το κάνει σεβόμενος ταυτόχρονα δικαιώματα, και όποιος θέλει να υποταχθεί στις κατευθύνσεις της ΕΕ θα αναγκαστεί να το κάνει σε όλα τα επίπεδα. 
Αυτή η συμφωνία πρέπει να καταργηθεί στην πράξη, αλλιώς το μέλλον προβλέπεται ζοφερό. Για τους πρόσφυγες το μέλλον είναι απελάσεις στην Τουρκία με ό,τι αυτό συνεπάγεται, ή παραμονή σε στρατόπεδα συγκέντρωσης σε άθλιες συνθήκες, μακριά από τις πόλεις και χωρίς δυνατότητα παρέμβασης από τον κόσμο της αλληλεγγύης. Και όταν ανέχεσαι να φυλακίζονται δίπλα σου άνθρωποι που μόνο τους «έγκλημα» είναι ότι είναι θύματα του πολέμου και της φτώχειας, είναι βέβαιο ότι και τα δικά σου δικαιώματα, όσα σου έχουν απομείνει, θα καταπατηθούν όταν υπάρξει ανάγκη. Όταν βλέπεις να συντονίζονται κατασταλτικές δυνάμεις από όλες τις χώρες της ΕΕ αλλά και εκτός αυτής, όπως η αστυνομία της Μακεδονίας, ενάντια στους πρόσφυγες, θα έρθει η ώρα που θα επιτεθούν συντονισμένα στους λαούς της Ευρώπης. 
Γι’ αυτό και τα καθήκοντα του κινήματος αλληλεγγύης είναι δύσκολα, αλλά οφείλουμε να τα αναλάβουμε και να τα φέρουμε σε πέρας αποτελεσματικά.
Πρώτο καθήκον, η συνεχής παρέμβαση της ανεξάρτητης από κυβερνητική ομπρέλα αλληλεγγύης στα κέντρα κράτησης. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να «κλείσουν» (και για τους πρόσφυγες και για τους αλληλέγγυους). Δεν πρέπει να αφήσουμε να «εξαφανιστούν»/ξεχαστούν οι έγκλειστοι πρόσφυγες, ούτε να αφεθούν οι συνθήκες διαβίωσής τους στο κράτος. Η συνεχής μας παρουσία σε αυτά και η πίεσή μας μπορεί να αποτρέψει αυτή την εξέλιξη. Η συλλογή ειδών πρέπει να συνεχιστεί, και οι ίδιοι οι αλληλέγγυοι να πηγαίνουν τα πράγματα και να ελέγχουν – όσο μπορούν – την κατάσταση σε αυτά τα κέντρα. Κάθε αγώνας των έγκλειστων (για καλύτερες συνθήκες, για ελευθερία) πρέπει να στηρίζεται από την αλληλεγγύη και να μην απομονωθεί.
Το δεύτερο είναι η ανάγκη της συστηματικής αντιπληροφόρησης, για να αποτρέψουμε τη διασπορά ρατσιστικών ψευδών ειδήσεων, που ύπουλα διακινούνται από σάιτ φασιστών. Επίσης πρέπει να αντικρούσουμε τα επιχειρήματα της κυβέρνησης, που ισχυρίζεται ότι πράττει το καλύτερο δυνατό, και κάποιοι «κακοί» αλληλέγγυοι παρασύρουν τους πρόσφυγες ώστε να συνεχίσουν να διεκδικούν να ανοίξουν τα σύνορα. Να στηρίξουμε τους αγώνες των προσφύγων που αρνούνται να αποδεχτούν τη μοίρα της απέλασης ή του εγκλεισμού. 
Τέλος πρέπει να συνεχίσουμε να διεκδικούμε ανοιχτές δομές φιλοξενίας μέσα στις πόλεις, (όπου υπάρχουν εκατοντάδες άδεια κτίρια) ακόμα και να τις δημιουργούμε μόνοι μας. Αν οι πρόσφυγες βρίσκονται σε δομές ανοιχτές μέσα στις πόλεις μπορούν να συνεχίσουν να διεκδικούν με καλύτερους όρους.
Η αλληλεγγύη ήταν τόσο μαζική, γιατί τους πρόσφυγες τούς βλέπαμε, οι άνθρωποι στα νησιά διέσωζαν μισοπνιγμένα μωρά, οι άνθρωποι στις πόλεις έβλεπαν οικογένειες να μένουν στις πλατείες στερούμενοι τα στοιχειώδη. Αν οι πρόσφυγες απομακρυνθούν από τα βλέμματα του κόσμου, η ρατσιστική προπαγάνδα θα βρει χώρο να αναπτυχθεί, ο ιδεολογικός συσχετισμός μπορεί να ανατραπεί εις βάρος της αλληλεγγύης. 
Με όλα τα παραπάνω, μπορούμε να αποτρέψουμε αυτήν την εξέλιξη. Και μαζί με τους πρόσφυγες, να δημιουργήσουμε ένα κίνημα μαζικό, που θα διεκδικεί συνεχώς να ανοίξουν τα σύνορα, να δοθεί άσυλο και δικαιώματα σε όσους θέλουν να μείνουν, να κλείσουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, να φύγει το ΝΑΤΟ, η Frontex και οι δυνάμεις καταστολής, να δημιουργηθούν ασφαλείς δίοδοι για να σταματήσουν οι πνιγμοί. Το κίνημα αλληλεγγύης απαιτείται να αποκτήσει πιο πολιτικά χαρακτηριστικά. Πρέπει να υπάρξει ένα συντονισμένο κίνημα που θα επιχειρήσει να εμποδίσει την υλοποίηση της συμφωνίας.
Όλες αυτές οι διεκδικήσεις δεν είναι ξεχωριστές από τις μάχες ενάντια στη λιτότητα, την ανεργία και την εξαθλίωση. Μαζί με τους πρόσφυγες πρέπει να παλέψουμε για μια πιο δίκαιη κοινωνία. Αν ανεχτούμε να ζήσουν το φριχτό μέλλον που τους περιμένει, αυτή η οπισθοχώρηση θα προετοιμάσει μια πιο αντιδραστική κοινωνία από τη σημερινή, όπου οι αγώνες μας πολύ δύσκολα θα είναι αποτελεσματικοί.