Ο  υφυπουργός ναυτιλίας και νησιωτικής πολιτικής Νεκτάριος Σαντορινιός, απαντώντας σε ερώτηση του βουλευτή της Χρυσής Αυγής(!) Νίκου Κούζηλου, για το αν υπάρχει σχεδιασμός για την κατοίκηση μικρών νησιών ή βραχονησίδων, απάντησε με ένα έγγραφο το οποίο διαβίβασε στη βουλή, όπου μεταξύ άλλων αναφέρει ότι καταβάλλονται προσπάθειες «για την προοπτική κατοίκησης 28 μικρών νησιών του Αιγαίου, με στόχο τα νησιά αυτά να αποκτήσουν οικονομική δραστηριότητα για εθνικούς κυρίως λόγους». Η κυβέρνηση απαντά χωρίς αναστολές στους νεοναζί ότι προτίθεται να υιοθετήσει την εθνικιστική τους ατζέντα, εποικίζοντας βραχονησίδες και ανατρέποντας τις υπάρχουσες ισορροπίες στο Αιγαίο.

Η συγκεκριμένη είδηση τροφοδότησε τα αστικά ΜΜΕ και των δύο χωρών με αρκετό υλικό για να οξυνθεί η μιντιακή και διπλωματική αντιπαράθεση. Τα ελληνικά μέσα έκαναν λόγο για τουρκικές προκλήσεις που επαναφέρουν το ζήτημα των γκρίζων ζωνών στο Αιγαίο, ενώ αντίστοιχα ο εκπρόσωπος του τουρκικού υπουργείου εξωτερικών Χουσεΐν Μουφτούογλου κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να είναι διακριτική και να μη δημιουργεί τετελεσμένα σε αμφισβητούμενου κύρους γεωγραφικούς σχηματισμούς.
Η αλήθεια είναι ότι ο ελληνικός αστικός Τύπος έχει ανεβάσει το θέμα, συντασσόμενος με τα σχέδια της ελληνικής αστικής τάξης να εκμεταλλευτεί την αστάθεια και τις παλινωδίες του καθεστώτος Ερντογάν, προκειμένου να ενισχύσει τη θέση της στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Αυτό το σχέδιο όμως πλασάρεται πολύ όμορφα μέσα από τη λογική της πατριωτικής αυτοθυματοποίησης ντυμένης με αντιιμπεριαλιστική ρητορική. Την ώρα που η Ελλάδα αποτελεί τον σταθερότερο «παίκτη» του δυτικού ιμπεριαλισμού στην ευρύτερη περιοχή, η πλειοψηφία του Τύπου, καθώς και μερίδες ακόμη και της Αριστεράς προσαρμόζονται στην εθνική γραμμή, με το επιχείρημα της τουρκικής απειλής που στηρίζεται από διεθνή κέντρα.
Κίνητρα
Η αλήθεια, όμως, είναι πολύ διαφορετική. Επικίνδυνες εθνικιστικές δηλώσεις γίνονται και από τις δύο πλευρές. Το ζήτημα όμως είναι τα κίνητρα με το οποία γίνονται και οι πραγματικές προοπτικές τους. Ο Ερντογάν όντως αμφισβήτησε το κύρος της συνθήκης της Λοζάνης, που ορίζει τα σύνορα του σύγχρονου τουρκικού κράτους, με κύρια επιδίωξη όμως την πολιτική αντιπαράθεση με την κεμαλική αντιπολίτευση που τον αμφισβητεί και όχι μια ανοιχτή γεωπολιτική αντιπαράθεση με την Ελλάδα, την ώρα που έχει ήδη πολλά ανοιχτά μέτωπα που αφορούν τόσο τη δική του πολιτική σταθερότητα (τρεις απόπειρες πραξικοπημάτων σε βάρος του) όσο και τις εξελίξεις στα νοτιοανατολικά του (πόλεμος Συρίας, κουρδικό), αλλά και νότια στο κυπριακό (διασκέψεις στη Γενεύη).
Η ελληνική κυβέρνηση αντίθετα, ανακοινώνει ότι όντως θα επιδιώξει τον εποικισμό 28 ακατοίκητων νησιών, αλλάζοντας τελείως το νομικό καθεστώς και αναθεωρώντας μονομερώς τη συνθήκη της Λοζάνης. Με λίγα λόγια, η ελληνική κυβέρνηση εγείρει ζήτημα νέων συσχετισμών στο Αιγαίο, με πραγματικούς όρους.
Με βάση το Διεθνές Δίκαιο, τα νησιά διέπονται από το ίδιο καθεστώς με την ηπειρωτική περιοχή ενός κράτους. Έχουν δηλαδή αιγιαλίτιδα ζώνη, υφαλοκρηπίδα και δικαιώματα ΑΟΖ, ενώ ο υπερκείμενος της ξηράς και της αιγιαλίτιδας ζώνης χώρος αποτελεί τον εναέριο χώρο του κράτους στο οποίο ανήκει το νησί. Ακούγοντας κανείς τα παραπάνω, αντιλαμβάνεται γιατί η ελληνική κυβέρνηση αποσκοπεί να μετατρέψει μια σειρά από μικρές ακατοίκητες νησίδες σε κατοικήσιμα νησιά με την παραπάνω έννοια. Προκειμένου να εκμεταλλευτεί τα νομικά προνόμια που της δίνει ένα νησί και να επεκτείνει τα κυριαρχικά της δικαιώματα. 
Με βάση τη Σύμβαση ΔΘ του 1982, στους βράχους που έχουν χαρακτηριστικά νησιού, αλλά στερούνται οικονομικής ζωής ή δεν μπορούν να διατηρήσουν μόνιμο πληθυσμό, δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Αυτός είναι και ο λόγος που ξαφνικά ευαισθητοποιήθηκε η ελληνική κυβέρνηση γι’ αυτές τις 28 νησίδες και θέλει να τις μεταμορφώσει σε κατοικήσιμα «νησιά». Επιδιώκει μέσω αυτής της κίνησης να αποκτήσει την αποκλειστική υπεροχή στο Αιγαίο, στην κατεύθυνση μιας «κλειστής ελληνικής θάλασσας».
Απάντηση 
Είναι προφανές ότι οι κυρίαρχες τάξεις προωθούν την αποσταθεροποίηση στην ευρύτερη περιοχή, η καθεμία για τα δικά της συμφέροντα. Σε αυτό το επικίνδυνο «παιχνιδάκι» των από πάνω έχει πολύ μεγάλη σημασία ο συσχετισμός δυνάμεων του κάθε στρατοπέδου, καθώς και η σχέση του με τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η ελληνική κυβέρνηση απολαμβάνει σαφώς την εμπιστοσύνη του δυτικού ιμπεριαλισμού ως σταθεροποιητικός παράγοντας των συμφερόντων του στην περιοχή, συγκριτικά με το ασταθές καθεστώς Ερντογάν. 
Το ζήτημα είναι η Αριστερά να μην μπει στο εθνικιστικό λούκι που πάνε να τη βάλουν, υψώνοντας ένα ταξικό και  αντιπολεμικό φράγμα. Και αυτό πρέπει να γίνει και από τη μία και από την άλλη πλευρά του Αιγαίου.