Ποια πολιτική για να ζωντανέψουμε τα σωματεία μας;

Να ενισχύσουμε το ρεύμα της ενωτικής ριζοσπαστικής Αριστεράς
 

Ημερ.Δημοσίευσης
Συντάκτης
Χρήστος Σταυρακάκης

Τους τελευταίους μήνες σε μια σειρά σωματείων έχουν ολοκληρωθεί οι εκλογές για την ανάδειξη διοικητικών συμβουλίων και αντιπροσώπων στα συνέδρια των Εργατικών Κέντρων. Έχουμε γράψει ξανά σε προηγούμενα φύλλα της Εργατικής Αριστεράς, σχετικά με τις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις, την άνοδο της συμμετοχής σε πολλές περιπτώσεις και ακόμα πιο σημαντικά σε σωματεία και συνδικάτα του ιδιωτικού τομέα καθώς και τη σημαντική συμμετοχή μίας νέας γενιάς εργαζομένων, που ανακαλύπτει ξανά την αξία της συνδικαλιστικής oργάνωσης ή αποφασίζει να επαναστρατευτεί. Μάλιστα, ιδρύονται και καινούρια σωματεία, όπως το πανελλαδικό σωματείο της έρευνας σε μία προσπάθεια να αποκτήσει συλλογική έκφραση και συνδικαλιστική εκπροσώπηση ένα πολυπληθές ερευνητικό και επιστημονικό δυναμικό που ζει στη διαρκή επισφάλεια των επιδοτήσεων και της ad hoc συμμετοχής σε ερευνητικά προγράμματα. 
Αυτό είναι ελπιδοφόρο και από μόνο του: νέοι εργαζόμενοι και νέες εργαζόμενες του ιδιωτικού τομέα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο «ρίχνονται» στις μάχες του εργατικού κινήματος και σε χώρους που αυτή η υπόθεση είναι δύσκολη. Σίγουρα, οι νίκες των εργαζομένων στην efood και των εργαζομένων στην cosco, παίζουν έναν ιδιαίτερο ρόλο και αποτελούν παραδείγματα έμπνευσης, συσπείρωσης και αγώνα.
Όμως αυτή η νέα γενιά εργαζομένων (και όχι μόνο αυτή) αντιμετωπίζει και πολιτικά ερωτήματα που μπαίνουν στο τραπέζι, σε σχέση με το χαρακτήρα των σωματείων, τη σχέση των μελών με το σωματείο, τη λειτουργία των διοικητικών συμβουλίων, τα αιτήματα και την πολιτική κατεύθυνση που μπορούν να συσπειρώνουν κόσμο και να μαζικοποιούν τα σωματεία σε μία ριζοσπαστική γραμμή ενάντια στην εργοδοσία και τον κυβερνητικό συνδικαλισμό, ο οποίος τόσο έχει ταλαιπωρήσει τα σωματεία και τις ομοσπονδίες των εργαζομένων (κυρίως) στο δημόσιο τομέα. Επιπλέον, έχει να αντιμετωπίσει και το «βούρδουλα» του νόμου Χατζηδάκη, που θα επιχειρήσει να διαλύσει επί της ουσίας τη δυνατότητα των σωματείων να λειτουργούν και να οργανώνουν τον αγώνα των εργαζομένων. 
Οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς οφείλουν να ξεκινούν από τη μεγάλη εικόνα του εργατικού κινήματος και των υπαρκτών δυσκολιών που υπάρχουν, για να μπορέσει να διαμορφώσει κατεύθυνση. Δυστυχώς η συγκυρία χαρακτηρίζεται από την αδυναμία οργάνωσης μαζικών εργατικών κινητοποιήσεων απέναντι στην καταστροφική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη, παρά τις επίμονες προσπάθειες κάποιων κλάδων ή κάποιων συνδικάτων / ομοσπονδιών. Για παράδειγμα η αγωνιστική δράση της ΟΕΝΓΕ στην αποκάλυψη της εγκληματικής διαχείρισης της πανδημίας, στην προβολή των αιτημάτων για ένα καθολικό δημόσιο σύστημα υγείας για την προστασία της ανθρώπινης ζωής απέναντι στις ανάγκες της αγοράς είναι πολύτιμη. Αντίστοιχα πολύτιμη είναι η δράση της αριστεράς στους δασκάλους και τους καθηγητές που οργάνωσε την απεργία αποχή απέναντι στην αξιολόγηση κόντρα και στο νόμο Χατζηδάκη. 
Τέτοια «παραδείγματα» είναι αναγκαία γιατί δείχνουν και ένα συνολικό δρόμο για το εργατικό κίνημα και τη συνδικαλιστική ριζοσπαστική Αριστερά, ειδικά στους χώρους του ιδιωτικού τομέα. Αυτός ο δρόμος οφείλει να χαρακτηρίζεται (α) από μία ενωτική στάση απέναντι στις υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς μέσα στα σωματεία και (β) από μία ειλικρινή προσπάθεια μαζικοποίησης των σωματείων, διαμορφώνοντας αιτήματα που μπορούν να απαντούν στην καθημερινότητα των εργαζομένων, στα ελαστικά ωράρια, στις απειλές και τους εκβιασμούς της εργοδοσίας διαμορφώνοντας και τους πολιτικούς όρους για την οργάνωση μίας εργατικής απάντησης στις κυβερνητικές πολιτικές, μίας μαζικής κοινωνικής αντιπολίτευσης.
Αυτή η κατεύθυνση έχει και συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η ενωτική στάση και η μετωπική πολιτική των σχημάτων και των παρατάξεων τις Αριστεράς μέσα στα σωματεία είναι απαραίτητη. Από τη μία, στις περιπτώσεις που υπάρχουν δυνάμεις της δεξιάς και του κυβερνητικού συνδικαλισμού, η κοινή αγωνιστική στάση των δυνάμεων της Αριστεράς μέσα στα διοικητικά συμβούλια μπορεί να μπει ανάχωμα σε πρακτικές παράλυσης των σωματείων, ακόμα και εάν εκλογικά είχαν κατέβει διαφορετικά ψηφοδέλτια, συγκροτώντας προγραμματικά προεδρεία πάνω σε ένα κοινό πλαίσιο και πρόγραμμα δράσης του σωματείου. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να ασκούνται πιέσεις και στις δυνάμεις του ΠΑΜΕ, οι οποίες παρά τα μικρά βήματα απεύθυνσης που έχουν κάνει, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένες σε έναν αυτοαναφορικό συνδικαλισμό. Σε σωματεία και ομοσπονδίες που υπάρχουν και έχουν ήδη μία ιστορία και μία παράδοση (όπως είναι οι μεγάλες ομοσπονδίες του δημόσιου τομέα) με ισχυρές δυνάμεις της δεξιάς, αυτή η τακτική μπορεί να αποκτάει ακόμα μεγαλύτερη σημασία στην κατεύθυνση της ανατροπής των πολιτικών συσχετισμών μέσα στο σωματείο ή το συνδικάτο.
Ωστόσο, εάν στο σωματείο δεν υπάρχουν αυτές οι αντιδραστικές δυνάμεις του εργοδοτικού συνδικαλισμού, η αξιοποίηση της μεθόδου συγκρότησης προγραμματικών προεδρείων απέναντι σε άλλες δυνάμεις της Αριστεράς, είναι λάθος και λειτουργεί ντε φάκτο διασπαστικά για το σωματείο. Η αντιπαράθεση των διαφορετικών τακτικών μέσα στο εργατικό κίνημα δε μπορεί να γίνεται με αποκλεισμούς, πόσο μάλλον ταξικών δυνάμεων. Ούτε βέβαια από την άλλη μπορούν να δημιουργούνται αποκλεισμοί πάνω στη βάση συγκρότησης πολιτικών πλατφορμών που αντιστοιχούν στη συγκρότηση πολιτικών οργανώσεων και όχι σωματείων, όπως πολύ συχνά κάνουν οι δυνάμεις του ΝΑΡ σε διάφορα σωματεία. Ακόμα περισσότερο, όταν δημιουργούνται καινούρια σωματεία, όπως είναι το Πανελλαδικό Σωματείο της Έρευνας η βασική μέριμνα των δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς πρέπει να είναι η φροντίδα για τη μαζικοποίηση του σωματείου, τη ζωντανή λειτουργία του, την εξωστρέφεια του στον κλάδο.
Το «αγκάθι» πολλές φορές είναι η στάση απέναντι σε κόσμο μέσα στα σωματεία ο οποίος μπορεί να ψηφίζει ΣΥΡΙΖΑ ή/και να στηρίζει τις συνδικαλιστικές του παρατάξεις. Αυτές οι δυνάμεις έχουν ήδη δώσει δείγματα γραφής ενός μνημονιακού και (τα προηγούμενα χρόνια) ακίνδυνου συνδικαλισμού. Με τις επίσημες συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, που εκφράζουν μία λογική κοινοβουλευτικής ανάθεσης ενάντια σε μία λογική ανάπτυξης των αγώνων, οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν μπορούν και δεν πρέπει να αναπτύξουν καμία προνομιακή πολιτική σχέση, το αντίθετο. Αυτό όμως δεν μπορεί να συμβεί με την εύρεση «τεχνικών» τρόπων αποκλεισμών, μία επιλογή που δυστυχώς υιοθετούν και τμήματα της μη σεχταριστικής ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Το καθήκον των δικών μας δυνάμεων, των σχημάτων της ενωτικής ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι ο αγώνας να πείσουμε τους συναδέλφους και τις συναδέλφισσες για τα αιτήματα και το πρόγραμμα δράσης του σωματείου. Να έχουμε σχέδιο για τη μαζικοποίηση του σωματείου, για τη διεκδίκηση συλλογικών συμβάσεων, για την προστασία από την εργοδοτική αυθαιρεσία, για την οργάνωση απεργιακών κινητοποιήσεων, χωρίς βέβαια να υποτιμάμε τη σημασία κεντρικών καμπανιών (πχ υγεία, ακρίβεια, εξοπλισμοί) στις οποίες είναι απαραίτητο να εντάσονται τα σωματεία και οι παρατάξεις μας. Με άλλα λόγια, χρειάζεται «να δουλέψουμε» πάνω στην αποτελεσματικότητα μιας πολιτικής που μπορεί να συσπειρώνει δυνάμεις, ανεξάρτητα από την εκλογική στάση (και στο σωματείο και κοινοβουλευτικά) που έχει κάθε συνάδελφος και συναδέλφισσα. Μια τέτοια κατεύθυνση είχε και το σχήμα της Αγωνιστικής Ριζοσπαστικής Παρέμβασης στο ΣΜΤ, η οποία δεν έγινε δεκτή ως «προγραμματική βάση συζήτησης» στο ΔΣ ούτε από τις δυνάμεις του ΝΑΡ ούτε από τις δυνάμεις που πρόσκεινται στο ΠΑΜΕ.
Η προσπάθεια αυτή, του αγώνα για μία γραμμή που απαντάει στα καθημερινά προβλήματα των εργαζομένων σε κάθε κλάδο, που θέλει ένα ζωντανό, αγωνιστικό και δημοκρατικό σωματείο, είναι προϋπόθεση για να γίνει αυτή η πολιτική ηγεμονική στο σωματείο. Είναι προϋπόθεση για να κερδηθεί η πολιτική αντιπαράθεση είτε με δυνάμεις σεχταριστικές είτε με δυνάμεις του κυβερνητικού συνδικαλισμού.
Η πολιτική κατεύθυνση που μπορεί να είναι αποτελεσματική πρέπει να μπορεί να «επικοινωνεί» με τις καθημερινές αγωνίες των εργαζομένων, να καταδεικνύει τους υπαίτιους (κυβερνήσεις-εργοδοσία) και να προσπαθεί να ενώνει και να συσπειρώνει δυνάμεις γύρω από την υπεράσπιση των εργατικών συμφερόντων και των κοινωνικών αναγκών απέναντι στα κέρδη και τα συμφερόντα της αγοράς.

Φύλλο Εφημερίδας

Κατηγορία