Οι πραγματικές προκλήσεις στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό

Οι σχέσεις μεταξύ του ελληνικού και του τουρκικού κράτους έχουν φτάσει κυριολεκτικά στο κόκκινο. 
 

Ημερ.Δημοσίευσης
Συντάκτης
Αντώνης Νταβανέλος

Ο κίνδυνος ενός θερμού επεισοδίου (που κανείς δεν γνωρίζει αν θα «μαζευτεί» γρήγορα ή θα εξελιχθεί σε πολεμική αναμέτρηση…) δεν εδράζεται πλέον στις πιθανότητες ενός ατυχήματος, ή στη θερμοκέφαλη αντίδραση ενός χειριστή, αλλά εδράζεται σε κυβερνητικές αποφάσεις και οδηγίες που επιδίδονται πλέον σε ένα όλο και πιο ανεύθυνο chicken-game, με στόχο να καταγράψουν «επιτυχίες» στον ανταγωνισμό για κυριαρχία στους ουρανούς ή στις θάλασσες της Ανατολικής Μεσογείου. 
Από τη σκοπιά της υπεράσπισης των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών και στις δύο όχθες του Αιγαίου, δεν έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία το ερώτημα «ποιος επιτίθεται – ποιος αμύνεται;» (γιατί οι ρόλοι αυτοί εναλλάσσονται μέσα στις συγκυρίες, όπως έχει κατ’ επανάληψη αποδείξει η ιστορία), έχει όμως ενδιαφέρον να έχουμε μια καθαρή εικόνα για το συσχετισμό δύναμης μεταξύ των δύο πλευρών και για τους παράγοντες που διαμορφώνουν αυτόν το συσχετισμό. 
Πρόσφατα ο Ερντογάν δήλωσε ότι η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών δεν είναι δυνατόν να συζητιέται με όρους «ισοτιμίας». Ποια είναι η πραγματικότητα; Η Τουρκία είναι μια χώρα με πληθυσμό 85 εκατομμυρίων κατοίκων (έναντι 10 της Ελλάδας), με μέσο όρο ηλικίας τα 31,5 χρόνια (έναντι 45,5 στην Ελλάδα), με μια οικονομία που παρά τα μεγάλα προβλήματά της έχει όγκο ετήσιου ΑΕΠ 2,6 τρισεκατομμυρίων δολαρίων (έναντι των 0,3 τρισ. στην Ελλάδα) και διατηρεί ένα στρατό που αριθμητικά συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους στον κόσμο (για περισσότερα, βλ. Χρ. Λάσκος: Τα θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη σε Ελλάδα και Τουρκία, στο RednBlack). 
Οι Μεγάλες Δυνάμεις
Η εικόνα «μιλά» από μόνη της: Αν η αντιπαράθεση εξελισσόταν σε ένα απομονωμένο περιβάλλον δεν θα υπήρχε καμιά τύχη ισοτιμίας. Όμως εξελίσσεται σε ένα περιβάλλον που καθορίζει η παρέμβαση των δυτικών μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Πρόσφατα, η γερμανική Suddeutsche Zeitung (μια καθεστωτική εφημερίδα κύρους) έγραψε σχετικά: «Είναι αναμφίβολο ότι η ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο έχει μεταβληθεί σε βάρος της Τουρκίας… οι ΗΠΑ διευρύνουν τις σχέσεις τους με την Ελλάδα, όπου έχουν εντείνει τη στρατιωτική παρουσία τους, επεκτείνοντας τις βάσεις τους. Επιπλέον η Ουάσινγκτον προμηθεύει πλέον περισσότερα όπλα στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των F-35, των πιο σύγχρονων δυτικών αεροσκαφών». Η περιγραφή της γερμανικής εφημερίδας είναι φανερά ελλειπτική. Πέρα από τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, το ελληνικό κράτος έχει «δέσει» τη στρατιωτική συμμαχία με τη Γαλλία (που επιδιώκει μια στρατηγική «επιστροφή» στην Ανατολική Μεσόγειο) και τους στρατιωτικούς «άξονες» με το Κράτος του Ισραήλ, την Αίγυπτο και τις αντιδραστικές αραβικές μοναρχίες του Κόλπου. Σε επίπεδο εξοπλισμών, την ώρα που η Τουρκία «τρώει πόρτα» στο αίτημα για προμήθεια αμερικανικών F-16, το ελληνικό κράτος παραλαμβάνει τα αναβαθμισμένα σε Viper F-16, μπαίνει επισήμως στο πρόγραμμα των F-35, έχει αγοράσει τα Ραφάλ και τις φρεγάτες Μπελχάρα και προμηθεύεται ένα πλήθος πυραυλικών όπλων μεγάλου βεληνεκούς. Αυτό το εξοπλιστικό πρόγραμμα είναι προσανατολισμένο σε επιθετικά όπλα, με ακτίνα δράσης που αφορά την Τεχεράνη (υπερβαίνοντας την Άγκυρα…). 
Στα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, όταν έγινε ολοφάνερο το ρήγμα στις σχέσεις των ΗΠΑ με το καθεστώς Ερντογάν, οι δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αντέδρασαν προληπτικά. Το ΝΑΤΟ έχει μεταφέρει δυτικότερα το τόξο ανάσχεσης της Ρωσίας, που πλέον έχει ως βασικά στηρίγματα την Πολωνία, την Ελλάδα και το Ισραήλ. Το «σχέδιο Αλεξανδρούπολη», ως πύλη του χερσαίου διαδρόμου μετάβασης των νατοϊκών δυνάμεων από τη Μεσόγειο στη Μαύρη Θάλασσα, παρακάμπτοντας τη στρατηγική σημασία των Στενών, ζωγραφίζει παραστατικά αυτή τη μετατόπιση. 
Αυτά δείχνει ο Ερντογάν όταν κατηγορεί τον Μητσοτάκη ότι «κρύβεται πίσω από τα φουστάνια των Μεγάλων Δυνάμεων». Ο εδώ καθεστωτικός Τύπος, τροφοδοτώντας ένα γενικό αντιτουρκικό μένος, προβάλει ιδιαίτερα τις απειλητικές καταλήξεις των δηλώσεων Τούρκων επισήμων («θα έρθουμε νύχτα», «θα ανακαλύψετε ξανά την αξία που έχει το κολύμπι» κ.ά.), αποκρύπτοντας συστηματικά το συνήθες πρώτο σκέλος των εκκλήσεών τους: Να μην επαναληφθεί το «καταραμένο λάθος του ‘22», όταν το ελληνικό κράτος επιδιώκοντας γεωγραφική επέκταση, ακολούθησε τις Μεγάλες Δυνάμεις στην ιμπεριαλιστική εξόρμηση διαμελισμού των εδαφών της καταρρέουσας, τότε, Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αποκρύπτονται επίσης συστηματικά όλα τα στοιχεία των πρόσφατων μετρήσεων που δείχνουν ότι η μεγάλη πλειοψηφία του τουρκικού λαού διατηρεί φιλικά αισθήματα προς τους «Έλληνες γείτονες», παρά τις εθνικιστικές κραυγές, και εκεί, της πολιτικής και κρατικής ηγεσίας. 
Ασφαλώς, οι ΗΠΑ, η ΕΕ και η ηγεσία του ΝΑΤΟ, δεν έχουν παραιτηθεί από τη φιλοδοξία να επαναφέρουν την Τουρκία στο νατοϊκό μαντρί. Η γεωγραφική θέση, το μέγεθος και ο πληθυσμός της, θα την έκαναν ένα πολύτιμο στήριγμα. Γι’ αυτό άλλωστε η ελληνική κρατική πολιτική (εξίσου επί Σαμαρά, Τσίπρα και Μητσοτάκη) έχει ένα κρίσιμο τυχοδιωκτικό υπόβαθρο. Που αφορά το τι θα συμβεί αν οι δυτικές δυνάμεις αλλάξουν γραμμή, ή επίσης τι θα συμβεί αν οι δυτικές δυνάμεις αποφασίσουν να «επιταχύνουν» εξελίξεις φιλοδυτικής στροφής στην Τουρκία, αξιοποιώντας τον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό. 
Δυναμική σύγκρουσης
Πέρα όμως από την επιρροή των δυτικών Μεγάλων Δυνάμεων, ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός έχει τη δική του αυτόνομη δυναμική. 
Η καλπάζουσα όξυνση των σχέσεων στη 2η δεκαετία του 21ού αιώνα, ήταν συνδεδεμένη με τη «στρατηγική των υδρογονανθράκων». Το σχέδιο του αγωγού East Med, με την υποστήριξη των ΗΠΑ, της ΕΕ, του Ισραήλ και της Αιγύπτου, αλλά και κολοσσιαίων πολυεθνικών εταιρειών εξόρυξης, οδηγούσε στην πλήρη περιθωριοποίηση της Τουρκίας στην Ανατολικό Μεσόγειο. Προϋπόθεση για τη δημιουργία του East Med ήταν μια «διογκωμένη» ελληνική ΑΟΖ (με αναγνώριση «πλήρους επήρειας» στο Καστελόριζο και στην ακατοίκητη Στρογγύλη) ώστε η ελληνική ΑΟΖ να εφάπτεται με την κυπριακή. Αυτό το στοιχείο μετέτρεπε έναν οικονομικό ανταγωνισμό για τις ευρωπαϊκές προμήθειες σε φυσικό αέριο, σε κρατικό ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό για τις ΑΟΖ στην ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο. Πλέον οι «αγορές» έχουν βάλει στο ψυγείο τον East Med, κηρύσσοντάς τον ως οικονομικά μη-βιώσιμο. Όμως η ενεργειακή κρίση μετά την Ουκρανία, αλλά και η ανάδειξη του Τζέφρι Πάιατ (πρώην πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα και «νονού» της πολιτικής East Med) στην ηγεσία της ενεργειακής πολιτικής των ΗΠΑ, κάνουν πιθανή την αναβίωση αυτού του φαραωνικού και επικίνδυνου σχεδίου. 
Προς το παρόν, το επίκεντρο της αντιπαράθεσης έχει μεταφερθεί στο χώρο του Αιγαίου. Εδώ η ελληνική πολιτική ισχυρίζεται ότι όλες οι διεκδικήσεις της προκύπτουν αυτονόητα από το Διεθνές Δίκαιο. Είναι ένας παράξενος ισχυρισμός, αφού το ελληνικό κράτος έχει δηλώσει από το 2014 ότι δεν αναγνωρίζει καμιά αρμοδιότητα και εξουσία στα Διεθνή Δικαστήρια να αποφανθούν επί θεμάτων κυριαρχίας στο έδαφος (νησιά, νησίδες κ.ά.), στη σχέση χωρικών υδάτων και εναέριου χώρου και σε ζητήματα εθνικής άμυνας (στρατιωτικοποίηση νησιών). Σε αυτήν τη δήλωση-δέσμευση των Σαμαρά-Βενιζέλου αναφέρεται η επιμονή όλων των επόμενων κυβερνήσεων (συμπεριλαμβανομένης του Τσίπρα) που δηλώνουν ότι η «διαφορά» είναι «μία και μόνη»: η οριοθέτηση του εύρους των ΑΟΖ. Σε αυτήν τη βάση στηρίζεται όμως και η στροφή της τουρκικής πολιτικής που, όλο και πιο καθαρά, επικαλείται το… Διεθνές Δίκαιο και επιδιώκει να φέρει τις ελληνοτουρκικές διαφορές στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. 
Το καυτό σημείο που έχει αναδειχθεί είναι η στρατιωτικοποίηση των νησιών και ειδικότερα των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. 
Είναι γνωστό ότι οι Συνθήκες της Λοζάνης και του Παρισιού που καθόρισαν την εθνική κυριαρχία επί των νησιών του Αιγαίου, απαγορεύουν τον εξοπλισμό τους και την παρουσία σε αυτά ενόπλων δυνάμεων, πέρα από τις ανάγκες για την αστυνόμευση. Είναι επίσης γνωστό ότι το ελληνικό κράτος αναθεώρησε μονομερώς τις Συνθήκες και προχώρησε στη στρατιωτικοποίηση των νησιών από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, γεγονός που έγινε σιωπηρά αποδεκτό από την Τουρκία. Τι έχει αλλάξει σήμερα; Η απάντηση είναι απλή: το είδος και η επιθετική επικινδυνότητα των οπλικών συστημάτων που αναπτύσσονται στα νησιά. 
Ας δούμε πώς «συζητούν» αυτό το θέμα δημοσιογράφοι/διανοούμενοι του εθνικού χώρου: «[οι Τούρκοι θέτουν το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης γιατί] ελπίζουν να αποσύρει η Αθήνα τα λεγόμενα “επιθετικά” όπλα, δηλαδή τα οπλικά συστήματα που… μπορούν να ελέγξουν σε μεγάλο βαθμό το Αιγαίο σε αέρα και θάλασσα, αλλά και να πλήξουν με ακρίβεια ζωτικούς στόχους σε μεγάλο βάθος στη δυτική Τουρκία, αν και όχι και ανατολικότερα… αυτός είναι ο δυνητικός εφιάλτης των Τούρκων σε στρατιωτικό επίπεδο…» (Στ. Λυγερός: Τι επιδιώκει η Τουρκία πιέζοντας για αποστρατιωτικοποίηση;). 
Τι άραγε μπορούν να κάνουν αυτά τα επιθετικά όπλα; Ας δούμε σενάρια εμπνευσμένα από τους ευγενείς φίλους του Κράτους του Ισραήλ: «Η Ελλάδα πρέπει να πλήξει εκεί που η Τουρκία δεν το περιμένει: ναυστάθμους, αεροδρόμια, έργα υποδομών, μεταφοράς δυνάμεων κλπ. Και μάλιστα πρέπει να το κάνει αιφνίδια… πρέπει το πλήγμα που θα υποστεί η Τουρκία να είναι ταχύτατο και συντριπτικό ώστε να έχει περιορισμένες δυνατότητες αντεπίθεσης… Θα πρέπει να ακολουθηθούν οι ισραηλινές πρακτικές που εφαρμόστηκαν στον Πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967» (Ευθ. Τσιλιόπουλος: Τι μπορεί να πράξει η Ελλάδα αν οι Τούρκοι επιβάλουν αποκλεισμό σε νησί). 
Η γοητεία των «σύγχρονων οπλικών συστημάτων», των φτηνών κι ευέλικτων πλατφορμών εκτόξευσης πυραύλων, έχει οδηγήσει στη διατύπωση της πρότασης για το διαβόητο «προληπτικό πολεμικό πλήγμα». Αυτό που ξεχνούν όλοι οι κατά τα άλλα «ειδικοί» φιλομιλιταριστές, είναι ότι αντίστοιχα οπλικά συστήματα διαθέτουν και… οι απέναντι. Κατά συνέπεια δεν κινδυνεύουν να μετατραπούν σε ερείπια μόνο η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπουλη και η Άγκυρα, αλλά και η Αθήνα, ο Πειραιάς και η Θεσσαλονίκη. 
Θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς ότι αυτές οι απόψεις είναι ακραίες και μειοψηφικές. Πράγματι. Μόνο που αυτά τα όπλα αγοράζονται μαζικά από τις ελληνικές κυβερνήσεις και αναπτύσσονται σιωπηλά σε απόσταση ελαχίστων χιλιομέτρων από τις μικρασιατικές ακτές. Και ως γνωστόν, η απόκτηση των όπλων αυγατίζει την τάση και τον πειρασμό να χρησιμοποιηθούν…
Όπως όλοι γνωρίζουν και κατανοούν, οι τουρκικές αντιδράσεις, υπενθυμίζοντας τις Συμφωνίες της Λοζάνης και του Παρισιού, δεν θέτουν στην πραγματικότητα ζήτημα εθνικής κυριαρχίας επί των νησιών, αλλά το ζήτημα του εξοπλισμού τους με επιθετικά όπλα που απειλούν στόχους σε μεγάλο βάθος της τουρκικής επικράτειας. Όντας απολύτως ενήμερο για αυτήν τη πραγματικότητα, το State Department, με τη δήλωσή του ότι «με βάση τα κριτήρια εθνικής ασφαλείας των ΗΠΑ… ζήτημα κυριαρχίας επί των ελληνικών νησιών δεν μπορεί καν να τεθεί», συνιστά μια πλήρη κάλυψη της κουτοπόνηρης κι επικίνδυνης πολιτικής του ελληνικού κράτους. Άλλωστε οι βασικοί προμηθευτές των επίμαχων καταστρεπτικών πυραυλικών συστημάτων, είναι οι ΗΠΑ και το Κράτος του Ισραήλ. 
Η Αριστερά;
Μπροστά σε αυτήν την επικίνδυνη κατάσταση, η Αριστερά θα όφειλε να αντιδρά με νύχια και με δόντια, φροντίζοντας να φράξει το δρόμο σε κάθε φιλοπόλεμη προοπτική. 
Δυστυχώς η πραγματικότητα είναι διαφορετική και αναδεικνύει την αποτελεσματικότητα της καθεστωτικής πίεσης στη θεματολογία των λεγόμενων «εθνικών ζητημάτων». 
Το ΚΚΕ δείχνει σωστά την ταξική βάση της όξυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, στους ανταγωνισμούς μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων και στις δύο χώρες. Επίσης σωστά δείχνει την ανάγκη ταξικής αλληλεγγύης προς τον τουρκικό λαό και αναδεικνύει το σοσιαλισμό ως μια αναντικατάστατη προϋπόθεση για τη δίκαια και διαρκή ειρήνη στην περιοχή και στον κόσμο. Εκεί όμως που αρχίζουν τα συγκεκριμένα πολιτικά καθήκοντα, στις εδώ και τώρα συγκεκριμένες συνθήκες, αρχίζουν οι ελιγμοί, με άξονα «την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας». 
Μιλώντας στο 48ο Φεστιβάλ της ΚΝΕ, ο Δ. Κουτσούμπας κάλεσε «τον κάθε πατριώτη, τον κάθε άνθρωπο καλής θέλησης… να οργανωθεί και να αγωνιστεί για την προάσπιση των συνόρων, της εδαφικής ακεραιότητας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων, με το ΚΚΕ στην πρώτη γραμμή…». Κατηγόρησε μάλιστα τον Μητσοτάκη ότι «στέλνει πολεμικό υλικό εκτός συνόρων, αποδυναμώνοντας την άμυνα». Πέρα από το ότι πρόκειται για μια παράδοξη ιεράρχηση των λόγων για να οργανωθούμε και να παλέψουμε σήμερα (Σύνορα; Εδαφική ακεραιότητα;), η συμπερίληψη των κυριαρχικών δικαιωμάτων στις αναφορές του Γ.Γ. της ΚΕ, συνδέει τον «λαϊκό πατριωτισμό» που προβάλει το ΚΚΕ ως ομφάλιος λώρος με τον πλειοψηφικό «εθνικό κορμό». Είναι γνωστό ότι στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος υπήρξαν κάποτε λόγοι, που οι κομμουνιστές αναγνώρισαν ως αιτίες ακόμα και για την εμπλοκή τους σε πολέμους που διεξήχθησαν υπό αστική ηγεσία. Αυτοί οι λόγοι αφορούσαν κυρίως μάζες ανθρώπων, την ιμπεριαλιστική ή εθνική καταπίεση πληθυσμών, και όχι συμφέροντα αστικών τάξεων ή μερίδων τους. Είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς τα 12 μίλια στο Αιγαίο, ή την επέκταση του εθνικού εναέριου χώρου, ή τον καθορισμό της υφαλοκρηπίδας μέσα στους λόγους που θα «νομιμοποιούσαν» μια εμπλοκή των κομμουνιστών σε μια γενικευμένη αλληλοσφαγή. Και από όλους τους λόγους που μπορεί να σκεφτεί κανείς για να κατηγορήσει τον Μητσοτάκη σχετικά με την Ουκρανία, το «αποδυναμώνει την εθνική άμυνα» είναι ο πιο πιασάρικος, με την ψηφοθηρική έννοια. 
Δυστυχώς στον ΣΥΡΙΖΑ τα πράγματα είναι κατά πολύ χειρότερα. Ο Κατρούγκαλος, μιλώντας ως καθ ‘ύλη αρμόδιος, απαιτεί καθημερινά πρακτικά αποτελέσματα «επιτυχιών» σε βάρος της Τουρκίας, προσεγγίζοντας επικινδύνως την πολιτική «βυθίσατε το Χόρα» που είχε αδίστακτα εκστομίσει ο Αν. Παπανδρέου, προκειμένου να κερδίσει τις εκλογές που ακολουθούσαν. Ο Γ. Ματζουράνης, μιλώντας ως μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ, υποστήριξε ως αναγκαία μια «ομόθυμη και ακαριαία απάντησή μας, αν κάνει κάτι η Τουρκία». Και ο ίδιος ο Αλ. Τσίπρας επέλεξε το κοινό του Γ. Παπαδάκη στον Αντένα για να κάνει τη δήλωση: «Απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα είμαστε όλοι ενωμένοι -η Τουρκία να ξέρει ότι έχει απέναντί της όλο τον ελληνικό λαό». Τόσο καλά…
Αυτή η πολιτική οδηγεί ευθέως στην εθνική ενότητα, πάνω σε ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα της πολιτικής συγκυρίας. Και δεν είναι απίθανο αυτή η πολιτική να είναι η βάση για τις «ευρύτερες» κυβερνητικές συμμαχίες, ακόμα και τις πιο «παρά φύση», που εγκυμονεί η επερχόμενη πολιτική κρίση. 
Αυτή η πολιτική αφήνει ακάλυπτη την κοινωνική πλειοψηφία στις πιέσεις του θεσμικού/κρατικού εθνικισμού. Αφήνει ακάλυπτη την ανάγκη να προστατεύσουμε την ειρήνη απέναντι σε τυχοδιωκτισμούς και αναπάντητες τις προκλήσεις της ταύτισης «για εθνικούς λόγους» με τη νατοϊκή ηγεσία, τις ΗΠΑ, την ΕΕ, τους χασάπηδες του Κράτους του Ισραήλ. Αφήνει, τέλος, ανυπεράσπιστους τους ταξικούς στόχους της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Γιατί το κόστος των εξοπλισμών θα πληρωθεί από τους μισθούς, τις συντάξεις, τις κοινωνικές δαπάνες. 
Μια αντιπολεμική/φιλειρηνική, διεθνιστική/αντιιμπεριαλιστική αντιμετώπιση του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού, είναι αναντικατάστατη προϋπόθεση για την ανασύνταξη μιας μαζικής ριζοσπαστικής Αριστεράς. 

Φύλλο Εφημερίδας

Κατηγορία