Πολύ δυσμενή ήταν τα αποτελέσματα για την Αριστερά στις εκλογές της ΕΣΗΕΑ που έγιναν στα μέσα του Ιούνη.

Οι παρατάξεις της Δεξιάς-Κεντροδεξιάς (με συμμετοχές από δυνάμεις όπως η πάλαι ποτέ ΔΗΜΑΡ) κέρδισαν κατά κράτος παρότι διασπασμένες στα τρία: Οι «Ενωμένοι Δημοσιογράφοι» πήρε 955 ψήφους και 4 έδρες (το 2017 είχε πάρει 1.345 ψήφους και 5 έδρες), η διάσπαση της ανωτέρω παράταξης, η «Νέα ΕΣΗΕΑ» πήρε 502 ψήφους και 2 έδρες, ενώ η παραδοσιακή παράταξη της Δεξιάς έμεινε για πρώτη φορά εκτός ΔΣ. Όμως συνολικά οι τρεις παρατάξεις πήραν πάνω από 1.600 ψήφους, δηλ. σχεδόν 55%.
Η «Συσπείρωση Δημοσιογράφων- Δούρειος Τύπος», η παράταξη που κάποτε συσπείρωνε την Αριστερά εκτός του ΚΚΕ και που εν μέσω των πρώτων μνημονίων είχε αναδειχθεί σε πρώτη δύναμη στην ΕΣΗΕΑ -αλλά που εδώ και χρόνια πλέον υπηρετεί τους νεομνημονιακούς σχεδιασμούς της κυβέρνησης- κατάφερε να ξεπεράσει την κρίση κατάρρευσης που γνώρισε στις προηγούμενες εκλογές κερδίζοντας και δεύτερη έδρα (πήρε 469 ψήφους και 2 έδρες, ενώ το 2017 είχε πάρει 305 ψήφους και 1 έδρα).
Η παράταξη που προερχόταν από το δεξιό ΠΑΣΟΚ («Κίνηση Επαγγελματιών Δημοσιογράφων») επιβίωσε με 190 ψήφους και 1 έδρα, ενώ το 2017 είχε πάρει 255 ψήφους και 1 έδρα). 
Ήττα
Οι παρατάξεις που είχαν άμεση ή έμμεση αναφορά στην Αριστερά, από αντιμνημονιακή σκοπιά, απέτυχαν. Το ΚΚΕ υποχώρησε σε δύναμη κρατώντας, ωστόσο, την έδρα του (242 ψήφοι έναντι 259 το 2017).
Η Πρωτοβουλία για την Ανατροπή (ΑΝΤΑΡΣΥΑ) έχασε το ένα τρίτο της δύναμής της, δηλ. περίπου 100 ψήφους (πήρε 190 ψήφους έναντι 287 ψήφων που είχε πάρει το 2017 και 350 ψήφων που είχε πάρει το 2015), μπόρεσε όμως να κρατήσει την έδρα που είχε. Αντίθετα η παράταξη «Μαχόμενοι Δημοσιογράφοι» έμεινε χωρίς έδρα για πρώτη φορά έπειτα από δύο δεκαετίες (πήρε 160 ψήφους έναντι 222 το 2017).
Τα αποτελέσματα ήταν σχεδόν αναμενόμενα. Ο κλάδος συνεχίζει να χτυπιέται εδώ και χρόνια, με διαρκείς απολύσεις, ογκούμενη εργοδοτική αυθαιρεσία και μαζικά «φεσώματα» των εργαζομένων. Από την άλλη η απερχόμενη ηγεσία της ΕΣΗΕΑ ακολούθησε τον συνδικαλισμό των διαδρόμων, των μυστικών διαπραγματεύσεων με κυβέρνηση και εργοδότες και προφανώς των ατομικών ανταλλαγμάτων, αφήνοντας τον κλάδο χωρίς καμία συνολική κινητοποίηση στα χρόνια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Όπως και η υπόλοιπη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, κάλυψε τις πλάτες της κυβέρνησης όλη αυτή την τετραετία.
Σε αυτή τη διετία, οι τρεις «επιτυχίες» της ηγεσίας της ΕΣΗΕΑ (σε συνεργασία με την παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ) ήταν η δήθεν διάσωση του ΕΔΟΕΑΠ, το «ξεπάγωμα» των ωριμάσεων των δημοσιογράφων που δουλεύουν στο Δημόσιο και μια «Συλλογική Σύμβαση». 
«Επιτυχίες»
Όσον αφορά τον ΕΔΟΕΑΠ, οι κυρίαρχες παρατάξεις αποδέχθηκαν τον εκβιασμό της κυβέρνησης και έπεισαν τους εργαζόμενους να ψηφίσουν μόνοι τους την κατά 134% αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών τους για να σωθεί το ταμείο. Φυσικά πρόκειται για ασπιρίνη την οποία πλήρωσαν πολύ ακριβά από την τσέπη τους (και μάλιστα αναδρομικά για όλο το 2017) οι εργαζόμενοι, χωρίς να διασφαλίζεται τελικά τίποτε, αφού οι μεν εργοδότες δεν υποχρεώθηκαν σε αναδρομικές καταβολές ούτε εξασφαλίστηκε η από πλευράς τους απρόσκοπτη πληρωμή των εισφορών και –το χειρότερο– το κράτος έμεινε απέξω μη βάζοντας φράγκο για το ταμείο.
Η δεύτερη μεγάλη «επιτυχία» που η ηγεσία της ΕΣΗΕΑ παρουσίασε λίγες μόνο εβδομάδες πριν από τις εκλογές, ήταν… επίσης καθαρά κυβερνητικό σχέδιο. Επρόκειτο για το ξεπάγωμα των ωριμάσεων τις οποίες προέβλεπε η Κοινή Υπουργική Απόφαση του 2013 και οι οποίες είχαν παγώσει από τη «φιλεργατική» κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το 2015 (προβλέπονται βέβαια αυξήσεις για τους νεοεισερχόμενους, αλλά στα δημόσια ΜΜΕ δεν γίνονται προσλήψεις με μισθολόγιο, άρα δεν… υπάρχουν νεοεισερχόμενοι για να πάρουν αυτές τις αυξήσεις). 
Όμως το ξεπάγωμα των ωριμάσεων είχε γίνει έτσι κι αλλιώς σε ολόκληρο το Δημόσιο. Μόνο που στην περίπτωση των δημοσιογράφων, εκτός του ότι αφαιρούνται δύο χρόνια, η διετία 2016-2017, οι αυξήσεις είναι μηδαμινές (15-20 ευρώ, καθαρά στις περισσότερες περιπτώσεις). Και το χειρότερο: ο νόμος που ψήφισε η κυβέρνηση ΔΕΝ εφαρμόζεται μέχρι τώρα, δηλ. ακόμη ΔΕΝ έχουν ξεπαγώσει οι ωριμάσεις.
Όσον αφορά την «Συλλογική Σύμβαση», η ηγεσία της ΕΣΗΕΑ ενημέρωσε τα μέλη της ότι «πέτυχε» όλα τα… αυτονόητα που ΙΣΧΥΟΥΝ έτσι κι αλλιώς σε μεγάλο μέρος του Δημόσιου (αν όχι σε όλο)  σε σχέση με τους δημοσιογράφους.
Περιχαρής η σχετική ανακοίνωσή της έβαζε σε περίοπτη θέση την άδεια: «Αυξάνονται οι άδειες που χορηγούνται στους δημοσιογράφους. Η κανονική άδεια επαναθεσμοθετείται στις 31 εργάσιμες ημέρες αποκαθιστώντας τα κεκτημένα δικαιώματα που υπήρχαν στην προ μνημονίων εποχή», ανέφερε η ανακοίνωση. Κι όμως στα περισσότερα δημόσια ΜΜΕ ΙΣΧΥΑΝ εδώ και πολλές δεκαετίες οι 31 ημέρες άδειας. 
Επίσης περιχαρής η ανακοίνωση ανέφερε πως «δεν θεσπίζεται κάρτα ωραρίου για τους δημοσιογράφους ενώ οποιαδήποτε κάρτα εισόδου-εξόδου τυχόν χορηγηθεί θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για λόγους ασφαλείας». Είναι πρώτη φορά που το «δεν», υπάρχει ως όρος του τι ισχύει. Μπορούσε κάλλιστα να λέει: δεν θα σας δέρνει το αφεντικό, δεν θα σας βρίζει ο διευθυντής, δεν θα σας μαστιγώνει ο αρχισυντάκτης και αυτά να τα παρουσιάζει ως επιτυχία. Στην πραγματικότητα απλώς και μόνο ότι τίθεται το ζήτημα κάρτας σημαίνει ότι ανοίγει η όρεξη της εργοδοσίας...
Ωράριο
Όμως η μεγαλύτερη πρόκληση όσον αφορά τη μνήμη, τη λογική και την κρίση των ανθρώπων είναι το σημείο που αναφέρεται στο ωράριο: «Τίθεται όριο 7ωρης εργασίας με πενθήμερο για τους εσωτερικούς συντάκτες δηλαδή κατοχυρώνεται το 35ωρο, ενώ, όπως γνωρίζουμε, στην πράξη, στους περισσότερους φορείς του δημοσίου, είχε επιβληθεί το 8ωρο και οι 40 ώρες εβδομαδιαίως». Ψευδέστατο. Στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ (αλλά και σε άλλα τμήματα του Δημοσίου) ίσχυε το 6ωρο. Η ηγεσία της ΕΣΗΕΑ, δηλ., «πέτυχε» την αύξηση του ωραρίου κατά 22 ώρες το μήνα. Είναι προφανές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ανοίγει το δρόμο στον Μητσοτάκη ώστε στην πράξη να μειωθούν οι μισθοί και η δουλειά να βγαίνει με λιγότερους εργαζόμενους. Όμως, το συνδικαλιστικό σωματείο, τι δουλειά είχε να συμβάλει σε αυτό υπόγειο ντιλ, παλαιομνημονιακών και νεομνημονιακών δυνάμεων;
Μη βιαστεί κανείς να «δει» προνόμιο στο 6ωρο. Το 6ωρο καθιερώθηκε τη δεκαετία του 1960 στον αγγλοσαξωνικό χώρο, όταν διαπιστώθηκε ότι οι εσωτερικοί συντάκτες (διορθωτές, υλατζήδες) δεν μπορούσαν να ΔΟΥΝ μετά την πάροδο αυτού του διαστήματος (όσο και να τους ζόριζαν, μετά το εξάωρο τυπώνονταν «τέρατα» γιατί όλο και περισσότερα λάθη διεύφευγαν της προσοχής τους). Το εξάωρο ήρθε και στην Ελλάδα και μάλιστα στον ιδιωτικό τομέα. Οι διορθωτές, π.χ., δούλευαν εξάωρο σε όλα τα ιδιωτικά ΜΜΕ τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1980 και μετά. Και οι δημοσιογράφοι δεν είναι οι μόνοι: π.χ. οι εκπαιδευτικοί, ακόμη και στην Ελλάδα, ακόμη και σήμερα, δουλεύουν επίσης λιγότερες ώρες και έχουν πολύ μεγαλύτερη καλοκαιρινή άδεια. Και πάει λέγοντας.
Περίπου στο τέλος της παραγράφου της ανακοίνωσης για το ωράριο φαίνεται βέβαια η αληθινή επιτυχία: «Δεν υφίσταται ωράριο για γραφεία Τύπου», μας λέει η ΕΣΗΕΑ, δηλ. κατάφερε για όλους τους παρατρεχάμενους και ευθέως υπηρετούντες την πολιτική ηγεσία δημοσιογράφους, να μην υπάρχει ωράριο (αντίθετα για τους λίγους συναδέλφους που δεν κάνουν διακοπές και δουλεύουν πραγματικά στα γραφεία Τύπου, «κατάφερε» να μην υπάρχει κανένας περιορισμός στην απασχόλησή τους).
Σε κάθε περίπτωση η συμφωνία αυτή αφήνει απέξω το μισθολογικό σκέλος. Ο δρόμος που είχαν ανοίξει οι μνημονιακές αντιμεταρρυθμίσεις παραμένει ανοικτός: οι αμοιβές καθορίζονται αποκλειστικά με υπουργικές αποφάσεις, επιχειρησιακές ή ατομικές συμβάσεις και αλλάζουν κατά βούληση και όποτε οι εργοδότες και το κράτος κρίνουν ότι τους συμφέρει. Η συμφωνία νομιμοποιεί παράλληλα, το απαράδεκτο καθεστώς των «συμβούλων», των αναθέσεων και των υπεργολαβιών – μια έμμεση διαδικασία ιδιωτικοποίησης, με τη βοήθεια «συνεργείων» και εταιριών των οποίων οι εργαζόμενοι δεν καλύπτονται ούτως ή άλλως από καμία σύμβαση.
Προοπτικές
Φυσικά όλα αυτά έγιναν εκ κρυπτώ και χωρίς καμία απολύτως ενημερωτική, έστω, συνέλευση στους χώρους εργασίας τους οποίους αφορούσε η «Σύμβαση».
Τα αποτελέσματα των εκλογών ήρθαν ως επιστέγασμα αυτής της πολιτικής. Η μη μνημονιακή Αριστερά παρέμεινε ανυποχώρητα διασπασμένη, μη παρέχοντας εναλλακτική λύση σε πολλούς εργαζόμενους του κλάδου που στις εκλογές του 2017 είχαν εγκαταλείψει μαζικά την παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ. Όπως και στην κεντρική πολιτική σκηνή, η ήττα και η ταξική προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν οδήγησαν σε ενδυνάμωση εκείνων των αριστερών δυνάμεων που προανάγγειλαν εκ του μακρόθεν την κατρακύλα. Ίσα σε ίσα σε αυτές τις εκλογές, πάνω από εκατό ψήφοι επανήλθαν στον ΣΥΡΙΖΑ, θεωρώντας τον ανάχωμα στη δεξιά επέλαση, αλλά και κυρίως, επανήλθαν ως αποτέλεσμα ρουσφετιών από μια καθεστωτική πλέον παράταξη. Φυσικά το ίδιο κατάφεραν, σε ανώτερο επίπεδο, και οι «ειδικοί» της πολιτικής «ψηφίστε μας και θα σας τακτοποιήσουμε», δηλ. οι δεξιές παρατάξεις.
Η απόγνωση, η ήττα, η έλλειψη κινητοποίησης, αλλά και πραγματικού αντιλόγου στην πολιτική της ηγεσίας της ΕΣΗΕΑ παρήγαγαν τα εκλογικά αποτελέσματα. 
Με αυτή την ηγεσία είναι δύσκολο να δει κανείς πώς μπορούν να υπάρξουν αγώνες αντίστασης το επόμενο διάστημα. Πόσο μάλλον που η μία από τις δύο δεξιές παρατάξεις αμφισβητεί ευθέως, μέσω της ονομασίας της, την ίδια την ύπαρξη του σωματείου («Νέα ΕΣΗΕΑ»).
Η ανασυγκρότηση της Αριστεράς στον κλάδο είναι καταφανώς παραπάνω από επείγουσα πλέον. Χρειάζονται πρωτοβουλίες όμως, γιατί τίποτε δεν θα γίνει αυτόματα.