Κενό στρατηγικής στα παραδοσιακά αστικά κόμματα

Με αφορμή την αναδιάταξη του πολιτικοεπιχειρηματικού τοπίου μετά το διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες, ο γνωστός κονδυλοφόρος του συστήματος Γ. Πρετεντέρης από τη στήλη του στο «Βήμα της Κυριακής» στρέφει τα πυρά του ενάντια στην εγχώρια οικονομική ελίτ: «Είναι πλούσιοι, δεν είναι αστοί. Και γι’ αυτό προέχει η προστασία του πλούτου τους και όχι η συνείδηση ενός συστήματος που τους επέτρεψε να τον αποκτήσουν».
Για τους δικούς του λόγους ο Πρετεντέρης αποκαλύπτει με εύγλωττο τρόπο το κενό στρατηγικής της κυρίαρχης τάξης, που αντανακλάται και στα σοβαρά προβλήματα προσανατολισμού του πολιτικού προσωπικού. 
Η βαθιά κρίση του ελληνικού καπιταλισμού παραμένει, όπως αποδεικνύει η παράταση της ύφεσης και το β’ τρίμηνο του 2016. Με την παγκόσμια οικονομία να ασθμαίνει –παρά τον πακτωλό χρήματος που έχουν ρίξει στην αγορά οι κεντρικές τράπεζες των ισχυρών κρατών– και την απουσία ηγεμονικού σχεδίου για το μέλλον της ΕΕ. Η «δίκαιη ανάπτυξη» που προπαγανδίζει ο Α. Τσίπρας είναι ήδη ναρκοθετημένη. 
Για την ώρα, η προκλητική έπαρση των κυβερνητικών στελεχών στηρίζεται στα πολλαπλά αδιέξοδα των πολιτικών τους αντιπάλων. Η μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ στα δεξιά και ο εναγκαλισμός του με τους Ολάντ - Ρέντσι συμπιέζει τους σχηματισμούς του λεγόμενου «μεσαίου χώρου» (ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι, ΓΑΠ, «ορφανά» του σημιτισμού κ.ά.). Τα θραύσματα του «εκσυγχρονιστικού» πυλώνα του πρώην δικομματισμού αδυνατούν να δημιουργήσουν μια κοινή πολιτική στέγη και πολύ περισσότερο να αρθρώσουν ένα πειστικό πολιτικό πρόγραμμα, πέρα από τα χρεοκοπημένα ευχολόγια της σοσιαλφιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας. 

Όμως και η ΝΔ του Μητσοτάκη, παρά το δημοσκοπικό προβάδισμα, δεν δείχνει αξιοπρόσεκτη δυναμική (το 60% περίπου των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ στρέφεται στο άκυρο/λευκό/αποχή), ούτε καταφέρνει να συγκροτήσει μαζικό πολιτικό ρεύμα. Και πώς θα μπορούσε, όταν απέναντι στην «κεντροαριστερή» διαχείριση του Τσίπρα, που κόβει συντάξεις και ξεπουλά τη δημόσια περιουσία, αντιπροτείνει τον αχαλίνωτο νεοφιλελευθερισμό της συντριβής των κοινωνικών δαπανών, της επιτάχυνσης των ιδιωτικοποιήσεων και του δόγματος «νόμος και τάξη». 
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αρχηγός της Δεξιάς, στις τελευταίες δημόσιες παρεμβάσεις του, έθεσε δύο άμεσες προτεραιότητες από τη στιγμή που η ΝΔ θα βρεθεί στην κυβερνητική εξουσία: την «εκκαθάριση» των Εξαρχείων μέσα σε έναν μήνα και «να σπάσει το ιερό ταμπού του άρθρου 16»! 
Ο Μητσοτάκης, εκτός από το απωθητικό του πρόταγμα, έχει να αντιμετωπίσει και τις εντάσεις στο εσωτερικό της δεξιάς παράταξης. Η υπόθεση των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ και του πρώην προέδρου της Α. Γεωργίου έβγαλε ξανά στην επιφάνεια τις διαφωνίες μεταξύ καραμανλικών και μητσοτακικών και τη σύμπλευση των πρώτων με το Μαξίμου. Ο Σαμαράς και η ακροδεξιά «συνιστώσα» του κόμματος συχνά πυκνά υπενθυμίζουν πλέον την παρουσία τους μέσω των εκδοτικών τους φίλων και δηλώνουν τη δυσφορία τους για τα «κεντρώα» ανοίγματα του προέδρου της ΝΔ. 
Η κρίση του αστικού πολιτικού μπλοκ και τα στρατηγικά του αδιέξοδα σπρώχνουν τους δανειστές να «ακουμπούν» στον μεταρρυθμιστικό οίστρο του μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ, δίνοντας ελπίδες στον Τσίπρα για την παραμονή του στην εξουσία. Συνθήκη όμως που εντείνει το κλίμα πολιτικής σήψης και οδηγεί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού στην απογοήτευση και την απάθεια. 
Η πιστή εφαρμογή του μνημονιακού προγράμματος δεν μπορεί παρά να επιταχύνει την (ήδη ορατή) φθορά του ΣΥΡΙΖΑ και την πλήρη διάρρηξη των σχέσεών του με τα εργατικά-λαϊκά στρώματα. Το στοίχημα παραμένει: να μη γίνει αυτή η φθορά «χορηγός» της ανασύνταξης όλων των εκδοχών του «Μένουμε Ευρώπη» ή, ακόμα χειρότερα, ενίσχυση των ακροδεξιών φωνών. Και αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την οικοδόμηση εναλλακτικής απάντησης «από τα κάτω» και «από τα αριστερά».