Μετά τη συμφωνία για τα χημικά, στο προσκήνιο η «Γενεύη 2»

Μια φραστική γκάφα του Τζον Κέρι («μπορεί να αποτραπεί ο πόλεμος, αν ο Άσαντ παραδώσει όλα τα χημικά του όπλα») αξιοποιήθηκε από τα «σαΐνια» της ρωσικής διπλωματίας που στρίμωξαν την Ουάσινγκτον και την υποχρέωσαν να αναδιπλωθεί από την επικείμενη στρατιωτική επίθεση στη Συρία.

Αυτή η εξήγηση, που προβλήθηκε από μερίδα του διεθνούς Τύπου, προφανώς δεν αντέχει σε κριτική. Τα όσα συμβαίνουν γύρω από τη Συρία έχουν μεγαλύτερο πολιτικό «βάθος» και βοηθούν στην εξαγωγή συνολικότερων συμπερασμάτων για το γεωπολιτικό παιχνίδι που παίζεται στην περιοχή.

Η συμφωνία για την οργανωμένη παράδοση του συριακού χημικού οπλοστασίου είναι σίγουρα μια ρωσική επιτυχία. Το μέγεθος των συμφερόντων του ρωσικού ιμπεριαλισμού στη Συρία είναι τεράστιο (από τους αγωγούς ως τη μόνη ναυτική βάση στη Μεσόγειο και από τα προσοδοφόρα συμβόλαια όπλων ως τις γεωπολιτικές συμμαχίες) και γι’ αυτό σε όλη τη διάρκεια των δυόμισι τελευταίων χρόνων η Μόσχα έχει υιοθετήσει μια γραμμή «ούτε βήμα πίσω» από την υποστήριξή της στο καθεστώς του Μπασάρ Αλ Άσαντ.

Η επιστροφή της «αρκούδας»
Έμεινε πιστή σε αυτή την πολιτική μέχρι τέλους και η αποτροπή-απομάκρυνση του στρατιωτικού χτυπήματος βοηθά την προσπάθεια του Κρεμλίνου να ανακτήσει το σεβασμό, την επιρροή και το ρόλο που είχε χάσει μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ.

Στη διαμάχη για τη Συρία, είναι η πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου που η Ρωσία αναδεικνύεται ίδιου «μεγέθους» και ισάξιος αντίπαλος με τις ΗΠΑ.

Ωστόσο, η ρωσική πρόταση, ενισχύοντας το διεθνές «μέγεθος» της Μόσχας, ταυτόχρονα πέταξε σωσίβιο σωτηρίας στην Ουάσινγκτον και συγκεκριμένα στον Μπάρακ Ομπάμα. Ο Αμερικανός πρόεδρος, ξεκινώντας να σώσει το διεθνές γόητρο των ΗΠΑ με απειλές για ένα περιορισμένο στρατιωτικό χτύπημα, βρέθηκε σε ένα λαβύρινθο.

Κατέληξε να ηγείται της προσπάθειας για ένα στρατιωτικό πλήγμα για το οποίο ο ίδιος δεν ήταν καθόλου σίγουρος, έχοντας να αντιμετωπίσει ένα διασπασμένο και διστακτικό πολιτικό και στρατιωτικό κατεστημένο, την απροθυμία άλλων δυνάμεων (Βρετανία, ΟΗΕ, G20, ΝΑΤΟ) να επιτεθούν και φυσικά το «φάντασμα» της αποτυχίας (γεράκια και περιστέρια συμφωνούσαν βάσιμα ότι «δεν υπάρχει σοβαρό σχέδιο»).

Η σημερινή εξέλιξη είναι μακράν καλύτερη για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Αφενός, η αμερικανική ηγεσία μπορεί να εμφανίζει τη ρωσική πρόταση και την αποδοχή της από τον Άσαντ ως αποτέλεσμα της στρατιωτικής απειλής και ως απόδειξη της αμερικανικής ισχύος.

Αφετέρου, η συμφωνία –αν υλοποιηθεί– οδηγεί στην επίτευξη του ενός από τους δύο κεντρικούς στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στη Συρία: τη διασφάλιση ότι, σε περίπτωση μιας πλήρους κρατικής κατάρρευσης, τα χημικά όπλα του Άσαντ δεν θα πέσουν σε «επικίνδυνα χέρια».

Το πόσο ωφέλιμη είναι αυτή η συμφωνία και για τις δύο μεριές κάνει βάσιμα τα ρεπορτάζ που ισχυρίζονται ότι η σχετική συζήτηση είχε ανοίξει στα περιθώρια του G20, στη διάρκεια της κατ’ ιδίαν συνάντησης Πούτιν-Ομπάμα. Υπό αυτό το φως, αποκτά μια πιθανή απάντηση και το ερώτημα «γιατί ξαφνικά ο Ομπάμα αποφάσισε να τρενάρει την επίθεση, παραπέμποντας το θέμα στο Κογκρέσο».

Μια πρώτη παρατήρηση για τη συμφωνία είναι πως όλες οι μεριές την εννοούν στα σοβαρά, κάτι που δεν ήταν καθόλου αυτονόητο τις πρώτες μέρες. Το συριακό καθεστώς ήδη συμμορφώνεται με το πρόγραμμα του Οργανισμού για την Απαγόρευση Χημικών Όπλων (OPCW) και οι επικεφαλής του Οργανισμού στη Χάγη δηλώνουν απολύτως ικανοποιημένοι από την πορεία της συνεργασίας. Όμως είμαστε ακόμα στην αρχή και ο ανταγωνισμός θα συνεχιστεί, καθώς και οι δύο πλευρές διεκδικούν το πάνω χέρι στη διαδικασία.

Οι διαφωνίες δεν έχουν να κάνουν μόνο με τις διεθνείς εντυπώσεις (διεκδικούν όλοι την «πατρότητα» του σχεδίου και τον τίτλο του «νικητή» στη σκακιέρα), αλλά έχουν και πολιτική ουσία: Η συμφωνία για τα χημικά δεν είναι άσχετη με τις εξελίξεις στην ίδια τη Συρία. Ο «ενδιάμεσος κρίκος» του αμερικανορωσικού σχεδίου και βασική δύναμη στην επιτυχή υλοποίησή του είναι το καθεστώς. Η συμφωνία, όπως έχει ως τα τώρα, αποτελεί στην ουσία εγγύηση για το μπααθικό καθεστώς ότι θα στηριχθεί η επιβίωσή του μέχρι τα μέσα του 2014.

Η αμερικάνικη οπτική
Είναι μια προοπτική που η Ουάσινγκτον μπορεί να αποδεχτεί. Όπως γράφτηκε σε άρθρο στην «Αλ-Άκμπαρ»: «Για τις ΗΠΑ, η Συρία και η Αίγυπτος και η Ιορδανία και ο Λίβανος έχουν να κάνουν με το Ισραήλ και όχι με αυτές τις ίδιες τις χώρες. Η αμφιταλάντευση του Ομπάμα αντικατόπτριζε τη συζήτηση για το ρόλο των ΗΠΑ στη Συρία που γινόταν στο… Ισραήλ. Οι Ισραηλινοί δεν ήταν σίγουροι για το ποια δράση είναι προτιμότερη και ο Ομπάμα συμμερίστηκε πιστά αυτή την αβεβαιότητα. Αλλά τώρα φαίνεται πως ο Ομπάμα κατέληξε σε μια αμερικανική πολιτική προς τη Συρία: Ο πόλεμος μπορεί να συνεχιστεί, χωρίς τέλος επ’ αόριστον, αρκεί όλα τα όπλα, που θα μπορούσαν να απειλήσουν το Ισραήλ, να απομακρυνθούν από τη Συρία».    

Όμως είναι μια προοπτική που δεν μπορεί να αποδεχτεί η Ουάσινγκτον άνευ όρων. Στη συζήτηση περί κυρώσεων, αν τελικά ο Άσαντ δεν συμμορφωθεί, κυριαρχεί η διαμάχη για το «άρθρο 7» (που επιτρέπει την ένοπλη δράση) και οι πιέσεις να καμφθεί το ενδεχόμενο ρωσικού βέτο.

Αυτά έχουν να κάνουν με την ανάγκη της Ουάσινγκτον να κρατήσει ανοιχτό το «παράθυρο» της στρατιωτικής απειλής, με το βλέμμα και στα ίδια τα χημικά, αλλά πολύ περισσότερο στο μέτωπο των πιέσεων προς τον Άσαντ να οδηγηθεί στις διαπραγματεύσεις με μειωμένες απαιτήσεις.

Όλα λοιπόν οδηγούν και πάλι στη «Γενεύη 2». Οι ΗΠΑ και η Ρωσία από τη μία ανταγωνίζονται για το ποιος θα βγει πιο κερδισμένος στη Συρία «μετά τον Άσαντ», αλλά από την άλλη συμφωνούν στην ανάγκη πολιτικής λύσης «τύπου Υεμένης» (συμβιβασμός αντιπολίτευσης-κυβερνητικών, απομάκρυνση του δικτάτορα, με το καθεστώς να μένει άθιχτο). Το σχέδιο κατά καιρούς απομακρύνεται ή δείχνει να ναυαγεί, αλλά παραμένει το πλέον συμφέρον για τις άρχουσες τάξεις σε Ουάσινγκτον και Μόσχα. Η συμφωνία λοιπόν για τα χημικά πηγαίνει χέρι-χέρι με το άνοιγμα και πάλι της συζήτησης για την «πολιτική λύση» και τη Γενεύη.

Το μπααθικό καθεστώς δηλώνει έτοιμο να συμμετέχει. Αφενός, ο ίδιος ο Άσαντ, συμφωνώντας στην καταστροφή των χημικών όπλων, αναβαθμίστηκε σε κομμάτι της «πολιτικής λύσης» και αισθάνεται πιο ισχυρός για να προσέλθει στη Γενεύη. Αφετέρου, η προθυμία των Μπααθικών να συμμετέχουν σε μια πολιτική λύση αντανακλά πιθανή πίεση και από τους διεθνείς προστάτες τους.

Πρόσφατα ο πρόεδρος του Ιράν προσφέρθηκε να μεσολαβήσει σε μια διαπραγμάτευση με την αντιπολίτευση, μια εμφανής αλλαγή πλεύσης σε σχέση με τη διαρκή αποστολή όπλων, πολιτοφυλακών, Φρουρών της Επανάστασης να πολεμήσουν στο πλευρό του καθεστώτος.

Οι δηλώσεις Μπααθικών αξιωματούχων ότι «η Γενεύη είναι μονόδρομος» και η παραδοχή του Σύρου αντιπροέδρου πως «κανείς δεν μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο», είναι μια εμφανής απομάκρυνση από τις δηλώσεις Άσαντ πως «πρώτα θα συντρίψουμε τους τρομοκράτες και μετά θα έρθει η ώρα του διαλόγου».

Από την πλευρά του Συριακού Συνασπισμού της αντιπολίτευσης, η ανταπόκριση αντανακλά επίσης τις διαθέσεις των διεθνών προστατών του. Η αρχική διαμαρτυρία ενάντια στην απόφαση των ΗΠΑ να μην επέμβει αντανακλούσε τους πόθους των ηγετών του Συνασπισμού να παρακάμψουν το κίνημα και να «προσγειωθούν» στη Δαμασκό καβάλα σε αμερικάνικες βόμβες. Όμως, λίγες μέρες μετά, ο πρόεδρος του Συνασπισμού δήλωσε κι αυτός έτοιμος να παραστεί στη Γενεύη με στόχο να συζητηθεί η συγκρότηση μεταβατικής κυβέρνησης με εκτελεστικές εξουσίες. Η μεταστροφή αυτή από την προηγούμενη άρνηση «δεν συζητάμε, αν δεν παραιτηθεί ο Άσαντ» προφανώς είναι αποτέλεσμα πιέσεων από τις ΗΠΑ, οι οποίες ως γνωστόν –ως μέσον πίεσης– ανοιγοκλείνουν την κάνουλα της βοήθειας από τις μοναρχίες του Κόλπου.

Αυτά παραμένουν προθέσεις και σχέδια, καθώς οι διεθνείς ανταγωνισμοί, αλλά και η εσωτερική, ανεξάρτητη δυναμική της σύγκρουσης στη Συρία μπορεί να σαμποτάρει και πάλι τις προσπάθειες συμβιβασμού.

Εχθροί της επανάστασης
Ό,τι κι αν συμβεί, αν γίνεται κάτι για άλλη μια φορά ξεκάθαρο είναι ο κυνισμός του καθεστώτος, της «επίσημης» αντιπολίτευσης, των ξένων δυνάμεων σε Μόσχα, Ουάσινγκτον, Τεχεράνη και Ριάντ. Όλες αυτές οι δυνάμεις συζητούν και διαγκωνίζονται πάνω σε έναν κοινό κατά τα άλλα στόχο: τον εκτροχιασμό ή τη συντριβή της συριακής επανάστασης.

Το κίνημα, οι Σύριοι εξεγερμένοι, οι αντάρτες που μάχονται (και όχι οι «αντικαθεστωτικοί στρατηγοί» που δίνουν συνεντεύξεις από ξενοδοχεία στην Τουρκία) είναι ο μεγάλος «απών» σε όλες αυτές τις συζητήσεις. Η αδυναμία τους να νικήσουν το καθεστώς τους εγκλωβίζει ανάμεσα στις συμπληγάδες «Δυτική επέμβαση» ή «πολιτική λύση», δύο προοπτικές εξίσου επικίνδυνες στον αγώνα για δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη.
Στις πιο δύσκολες ώρες όχι μόνο για τη συριακή, αλλά συνολικά για την αραβική επανάσταση, ο ηρωισμός και η επιμονή τους (όπως στις νέες διαδηλώσεις της Παρασκευής   20/9 με σύνθημα «ο συριακός λαός θα ολοκληρώσει την επανάσταση») κόντρα σε θεούς και δαίμονες, εχθρούς και «φίλους» είναι η μόνη ελπίδα για να μην τελειώσει άδοξα αυτό που άρχισε το Μάρτη του 2011, όταν δυο παιδιά ζωγράφισαν σε έναν τοίχο: «Ο λαός απαιτεί την ανατροπή του καθεστώτος»…