Στις ΗΠΑ οι εκπρόσωποι της άρχουσας τάξης έχουν ακολουθήσει διαφορετική πολιτική απ’ ό,τι οι αντίστοιχοι στην Ευρώπη, για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ο πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ (FED) Μπ. Μπερνάνκι έχει ξεκινήσει από καιρό αυτό που μόλις εξήγγειλε ο Ντράγκι της ΕΚΤ: Η FED αγοράζει διαρκώς από την αρχή της κρίσης κρατικά ομόλογα και άλλους τίτλους (π.χ. επισφαλών στεγαστικών δανείων) παρέχοντας εμμέσως αλλά διαρκώς νέο χρήμα στην οικονομία.

Από τις αρχές του 2009 μέχρι σήμερα η FED έχει επεκτείνει τα αγορασμένα ομόλογα στον ποσό ρεκόρ των τριών τρισ. δολ. διατηρώντας τα επιτόκια σχεδόν σε μηδενικό επίπεδο (0%-0,25%,). Παρά τις κινδυνολογίες των Ρεπουμπλικάνων ότι αυτή η πολιτική θα ανεβάσει τον πληθωρισμό, αυτός κυμαίνεται κοντά στο στόχο του 2%. Ειδικά η απόφαση της 13/9 για περαιτέρω απεριόριστες αγορές ομολόγων οδήγησε σε πτώση της τιμής του δολαρίου, πράγμα εξαιρετικά ευχάριστο για την αμερικανική εξαγωγική βιομηχανία.

Επισφαλής εργασία

Μήπως αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει γρήγορα να απαιτήσουμε μια παρόμοια πολιτική στην Ευρώπη; Κάθε άλλο. Γιατί οι εργαζόμενοι στις ΗΠΑ δεν έχουν κερδίσει τίποτε από τη λεγόμενη «ποσοτική χαλάρωση», δηλ. την άφθονη παροχή χρήματος του Ομπάμα. Η ανεργία βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, πλησιάζει στο 9%, και η επιτυχία της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας είναι πλασματική. Π.χ., όπως γράφει ο συνδικαλιστής και συγγραφέας Σ. Κουκ στο «Counterpunch» (10/9), οι νέες θέσεις που δημιουργήθηκαν τον Αύγουστο ήταν σε τομείς με πολύ χαμηλούς μισθούς, όπως το λιανικό εμπόριο, τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια. Αντίθετα χάθηκαν χιλιάδες θέσεις εργασίας εκεί όπου οι μισθοί είναι καλοί, δηλ. στη βιομηχανία και στο Δημόσιο.

Αυτά τα στοιχεία περιγράφουν τη μόνιμη κατάσταση επί προεδρίας Ομπάμα και δεν είναι φυσικά τυχαία. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή που θέλει να ωφελήσει τους μεγάλους καπιταλιστές οι οποίοι απαιτούν χαμηλότερους μισθούς για τους εργάτες. Σύμφωνα με μελέτη του National Employment Law Project, το 58% των θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν μετά την έναρξη της ύφεσης, συνοδεύονται με ωρομίσθια που κυμαίνονται από 7,69 δολ. έως 13,83 δολ. Για να εξασφαλίσει νοίκι, τροφή και τα υπόλοιπα στοιχειώδη προς επιβίωση, ένας εργαζόμενος θα χρειαστεί να κάνει τουλάχιστον δύο τέτοιες δουλειές. Οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» σχολίασαν ως εξής τα νέα ήθη των κακοπληρωμένων θέσεων εργασίας: «Η εξαφάνιση των θέσεων εργασίας μέσης ειδίκευσης και μεσαίων μισθών [των μισθών επιβίωσης δηλ.] είναι μέρος ενός ευρύτερου ρεύματος το οποίο μερικοί ονομάζουν διάβρωση της εργατικής δύναμης, παρότι βέβαια αυτό το ρεύμα έχει επιταχυνθεί εξαιτίας των απολύσεων στο Δημόσιο».

Απολύσεις

Αυτή η «διάβρωση» της εργατικής δύναμης –μαζί με την υψηλή ανεργία– είναι η χαρακτηριστική κατάσταση των Αμερικανών εργαζομένων: Η καινούργια γενιά που μπαίνει στην αγορά εργασίας δεν βρίσκει ασφαλή εργασία και αξιοπρεπείς μισθούς. Αντίθετα συναντά ανεργία και μισθούς δούλου. Η επίθεση της κυβέρνησης των Δημοκρατικών ενάντια στους δημόσιους υπαλλήλους επιβεβαιώνει ότι αυτή η δυναμική γίνεται συνειδητά: πάνω από 600.000 δημόσιοι υπάλληλοι έχουν χάσει τη δουλειά τους από το 2009. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν αξιοπρεπείς μισθούς, καθώς και επικουρική ασφάλιση υγείας και σύνταξης. Οι θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν στη θέση τους στον ιδιωτικό τομέα –για τις οποίες κομπορρημονεί ο Ομπάμα– δίνουν ψίχουλα και συνήθως δεν έχουν επικουρική ασφάλιση υγείας και σύνταξης. Ο Ομπάμα μπορούσε να αποτρέψει τις απολύσεις στο Δημόσιο αλλά επέλεξε να μη το κάνει καθώς η διάβρωση της απασχόλησης και των μισθών του Δημοσίου πιέζει και τους μισθούς του ιδιωτικού τομέα προς τα κάτω. Εξάλλου με αυτόν τον τρόπο διατηρεί χαμηλά και τη φορολογία των πλουσίων.

Και δεν είναι μόνον η κεντρική κυβέρνηση. Οι κυβερνήτες πολιτειών που ανήκουν στο Δημοκρατικό Κόμμα ζητούν διαρκώς από τα συνδικάτα των δημοσίων υπαλλήλων μειώσεις μισθών και παροχών. Οι Δημοκρατικοί στο Σικάγο, π.χ., προσπαθούν να συντρίψουν το τοπικό Σωματείο των Εκπαιδευτικών ζητώντας τρομακτικές υποχωρήσεις.

Μία από τις «μεγάλες επιτυχίες» του Ομπάμα υποτίθεται ότι ήταν η «διάσωση» της General Motors. Κι όμως κι αυτή η υπόθεση αποδεικνύει τη συνειδητή πολιτική της κυβέρνησης για μείωση μισθών. Η αρμόδια κρατική υπηρεσία (Auto Task Force) που χειρίσθηκε την υπόθεση συνέβαλε στην απόλυση 35.000 εργαζομένων, ενώ την ίδια στιγμή πετσόκοψε κατά 50% τους μισθούς αλλά και τις επικουρικές παροχές των νεοπροσλαμβανόμενων. Αυτή η εξέλιξη δημιούργησε εκείνο το προηγούμενο που επέβαλε και στις άλλες επιχειρήσεις να κάνουν τα ίδια για να «παραμείνουν ανταγωνιστικές».

Είναι σαφές ότι και τα δύο κόμματα της άρχουσας τάξης των ΗΠΑ θέλουν διαρκή περικοπή των μισθών προκειμένου οι αμερικανικοί κολοσσοί να ανταγωνίζονται καλύτερα στη διεθνή αγορά. Στην προσπάθεια αυτή θέλουν πρώτα να τσακίσουν τους μισθούς στο Δημόσιο, να ξεδοντιάσουν τα συνδικάτα και να διατηρήσουν την ανεργία σε τέτοιο επίπεδο ώστε ολόκληρη η εργατική τάξη να αναγκαστεί να αποδεχθεί αυτό που σχεδιάζεται και στην Ευρώπη. Δεν υπάρχει τέλος σε αυτό το σπιράλ ανταγωνισμού προς τους κινεζικούς μισθούς: Ακόμη κι αν η Ευρώπη εφαρμόσει την ποσοτική χαλάρωση του Μπερνάνκι, επειδή και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού χτυπούν τους μισθούς, κάποιος θα είναι πάντα «φτηνότερος» και «ανταγωνιστικότερος» από τον άλλο.