Η «κοινή κοίτη» της Αριστεράς

αριστερά / Αντώνης Νταβανέλος / 10.03.2016

Μπαίνοντας σε μια κρίσιμη περίοδο, είναι χρήσιμο να δηλώνει ο καθένας εξαρχής τις προθέσεις του: εμείς επιδιώκουμε την ταχύτερη συγκρότηση της κατά το δυνατόν πλατύτερης κοινής κοίτης της αντιμνημονιακής-ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Και επειδή αυτά δεν γίνονται με ευχές, ο καθένας οφείλει να μιλήσει για τις επιλογές του, αυτές να γίνουν αντικείμενο δημόσιας συζήτησης, ώστε να διαπιστωθούν τα ειλικρινώς κοινά σημεία (που θεωρώ ότι είναι πολλά) και να επιταχυνθούν οι διεργασίες.

Εμείς έχουμε κάνει την επιλογή της ΛΑΕ. Επιμένουμε σε αυτήν, ενώ ταυτόχρονα διεκδικούμε αλλαγές στη ΛΑΕ, με στόχο να μπορεί να εκπληρώσει τις εξαγγελίες της. Σε αυτές τις αλλαγές υπάρχουν δύο έννοιες-κλειδιά: Διεύρυνση και δημοκρατική συγκρότηση και λειτουργία.
Ας δούμε κάποια σημεία πιο συγκεκριμένα:
1. Η Συγκυρία
Θα έχουμε να λειτουργήσουμε μέσα σε συνθήκες οξυμένου κοινωνικού πολέμου και ακραίας πολιτικής αστάθειας. 
Αποδεικνύεται σήμερα ότι η 20/9 δεν ήταν αυτό που δήλωσαν ο Τσίπρας και τα παπαγαλάκια του. Η φιλομνημονιακή πλειοψηφία στη Βουλή δεν αντανακλούσε μια φιλομνημονιακή στροφή της κοινωνικής πλειοψηφίας. Η ψήφος των εργαζομένων και των λαϊκών δυνάμεων πάρθηκε με υφαρπαγή: πριν υπάρξουν κοινωνικές εμπειρίες για το Μνημόνιο 3, με την ψευδή υπόσχεση για παράλληλο πρόγραμμα, με τη συναίνεση των δανειστών. 
Η πρώτη σοβαρή απόπειρα της κυβέρνησης να εφαρμόσει τις δεσμεύσεις της, με το «άγριο» αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο, έφερε στην επιφάνεια των κοινωνική αντίσταση. Οι κινητοποιήσεις των αγροτών και των αυτοαπασχολούμενων επιστημόνων (παρά τα προφανή ελλείμματα της συνδικαλιστικοπολιτικής ηγεσίας τους...) έχουν ήδη συγκλονιστικά πολιτικά αποτελέσματα. Και είμαστε ακόμα στην αρχή: η οριστική μορφή του αντιασφαλιστικού νόμου θα συναντήσει έναν ακόμα πιο επικίνδυνο αντίπαλο, τις αντιδράσεις των μισθωτών, του οργανωμένου εργατικού κινήματος. Παρά τα προβλήματα αποθάρρυνσης και σύγχυσης που έχει προκαλέσει η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, οι αγώνες και η πολιτική μετατόπιση των εργαζομένων και των λαϊκών δυνάμεων παραμένουν στην Ελλάδα ως καθοριστικός παράγοντας.
Όμως ταυτόχρονα με τη Χάρυβδη των αγώνων, η κυβέρνηση συναντά τη Σκύλλα των δανειστών. Η ένταση της κρίσης του διεθνούς καπιταλισμού διαψεύδει τα χαζοχαρούμενα σενάρια του οικονομικού επιτελείου και οι «θεσμοί» στέλνουν στυγνό μήνυμα: Εφαρμογή, ηλίθιοι! Αυτό σημαίνει την πιθανότητα ακόμα πιο σκληρής μορφής του αντιασφαλιστικού νόμου, την υποχρέωση για πρόσθετες αντιμεταρρυθμίσεις (φορολογικό, εργασιακό), ακόμα και την πίεση του ΔΝΤ για ένα νέο κολοσσιαίο «πακέτο» πρόσθετης λιτότητας, της τάξης των 7,5-9 δισ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή βρισκόμαστε μπροστά στην επανάληψη ενός σκληρού πολιτικού μηνύματος: μια κυβέρνηση που υποχωρεί στην οικονομία και στα «ταξικά ζητήματα» είναι υποχρεωμένη να υποχωρήσει σε όλη τη γραμμή, σε όλα τα μέτωπα.
Μια κυβέρνηση της τάχα μου Αριστεράς έφτασε στην κατάντια να καλέσει το ΝΑΤΟ (για πρώτη φορά από το 1974!) να παρέμβει στρατιωτικά στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο. Η «ατζέντα» της αρμάδας είναι ένας εξαιρετικά αντιδραστικός σχεδιασμός: βίαια «αποτροπή» των προσφύγων, επιτήρηση του πολεμικού πεδίου στη Συρία, ανταγωνισμός ισχύος με τη ρωσική αρμάδα που ήδη βρίσκεται εκεί... Για τη ριζοσπαστική Αριστερά επείγει το «πάντρεμα» της καθαρής αντιρατσιστικής πάλης σε αλληλεγγύη με τους πρόσφυγες, με την αντιιμπεριαλιστική-αντιπολεμική πολιτική γραμμή και δράση.
Οι συνέπειες αυτού του «φορτίου» πάνω στην πολιτική αντοχή της κυβέρνησης είναι ήδη ορατές. Η δημόσια συζήτηση για την ανάγκη «διεύρυνσης» του κυβερνητικού στρατοπέδου δρομολογεί μια πορεία είτε προς κυβέρνηση εθνικής ενότητας, είτε και προς ανεξέλεγκτη πολιτική κρίση με υποχρεωτική καταφυγή στις κάλπες, σενάριο που αυτήν τη φορά δεν έχει τη συναίνεση των δανειστών. 
2. Πρόγραμμα
Από τις μέχρι σήμερα εμπειρίες όλων μας προκύπτει μια ελάχιστη βάση προγραμματικής συνεννόησης, που δεν χρειάζεται να «μασκαρευτεί» σε δήθεν «κυβερνητικό» πρόγραμμα (τάχα λεπτομερές, δήθεν κοστολογημένο κ.ο.κ.). Αντίθετα, μια σαφής προγραμματική συνεννόηση μπορεί να έχει το ρόλο μεταβατικού προγράμματος. Αυτό οφείλει να περιλαμβάνει τα εξής:
1. Να ενσωματώνει τα αιτήματα των αγωνιζόμενων μαζών, σε μια σαφή πολιτική αντιλιτότητας, σε ένα αντίστροφο μνημόνιο υπέρ των λαϊκών τάξεων και σε βάρος των καπιταλιστών και των διεθνών συμμάχων τους. 
2. Να ενσωματώνει τους «ενδιάμεσους στόχους» χωρίς τους οποίους ήδη γνωρίζουμε ότι είναι αδύνατον να απαντηθεί η λιτότητα (στάση πληρωμών, διαγραφή χρέους, εθνικοποίηση τραπεζών, αντιστροφή ιδιωτικοποιήσεων, κατάργηση «ελευθεριών» δραπέτευσης κεφαλαίων κ.ο.κ.). Οι στόχοι αυτοί υποχρεώνουν να μιλήσουμε ξανά για το σχέδιο «κυβέρνηση Αριστεράς», σε συνδυασμό με τη σαφέστερη στήριξη στις αγωνιζόμενες μάζες και στις οργανώσεις τους, έξω από τη στρατηγική της εκλογικής «ανάθεσης».
3. Να απαντάμε με σαφήνεια αλλά και μεταβατική πολιτική στο ζήτημα του ευρώ. Η εμπειρία της Κύπρου και –κυρίως!– της «διαπραγμάτευσης» Τσίπρα αποδεικνύει ότι δεν είναι δυνατόν να ανατραπεί η λιτότητα μέσα στα όρια αντοχής του ευρώ και με τη «συναίνεση» της Ευρωζώνης και της ΕΕ. Η συζήτηση αυτή αγκαλιάζει ήδη σχεδόν όλη τη ριζοσπαστική Αριστερά στην Ευρώπη και η διεθνοποίησή της διευκολύνει τα συμπεράσματα αλλά και τις κοινές τακτικές. 
4. Να ενσωματώνει τη σοσιαλιστική στρατηγική. Ο σκοπός σε όλα τα μεταβατικά προγράμματα είναι καθοριστικός. Γιατί «φωτίζει» με σαφήνεια όλες τις προγραμματικές επιλογές. Έτσι, π.χ., η αντι-ευρώ στάση της ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν έχει τίποτα κοινό με τον ευρωσκεπτικισμό αστικών δυνάμεων ή και τις δημαγωγίες της ακροδεξιάς. Ο «σκοπός» καθορίζει επίσης τις επιλογές στο κρίσιμο ζήτημα των συμμαχιών: που δεν μπορεί να είναι «ευρύτερες» από το μέτωπο δυνάμεων της πολιτικής Αριστεράς (δηλαδή των εργατικών κομμάτων και οργανώσεων), αποκλείοντας τη σύμπλευση με αστικά κόμματα και οργανωμένες δυνάμεις υπό όποια συγκυριακή μετατόπιση (δημοκρατική, πατριωτική ή άλλη...). 
3. Με τι οργανωτικές επιλογές;
Το καλοκαίρι του ’15 στηρίξαμε αποφασιστικά τη ΛΑΕ, αποδεχόμενοι την ανάγκη να παρουσιαστεί –έστω και βιαστικά– πολιτική και εκλογική εναλλακτική λύση στη βίαιη στροφή του ΣΥΡΙΖΑ στο Μνημόνιο 3. Εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι ήταν αναγκαίο και σωστό και ότι όσοι το υποτίμησαν έκαναν πολιτικό λάθος.
Η ΛΑΕ ηττήθηκε στις επιλογές της 20/9. Ο απολογισμός και η αναγκαία αυτοκριτική έχουν μόνο σε έναν βαθμό γίνει και αυτή η συζήτηση πρέπει να συνεχιστεί συγκεκριμένα. Όμως η ΛΑΕ κράτησε έναν σημαντικό αριθμό αγωνιστών-στριών πανελλαδικά, ένα δυναμικό οργανωμένο και με εμπειρία πολιτικής παρέμβασης και μαζικής δράσης. Είναι ένας παράγοντας που κανείς δεν έχει δυνατότητα να υποτιμά. 
Όμως είναι φανερό ότι η ΛΑΕ για να υπηρετήσει τους σκοπούς της οφείλει να αλλάξει. Κρίσιμοι παράγοντες είναι:
α) Διεύρυνση. Υποστηρίζουμε ανοιχτά την ανάγκη σύμπλευσης των δυνάμεων, μεταξύ Δικτύωσης Ριζοσπαστικής Αριστεράς και ΑΝΤΑΡΣΥΑ (τουλάχιστον όσων κάνουν την επιλογή μιας ειλικρινούς και συστηματικής αντισεχταριστικής «στροφής»).
β) Δημοκρατική λειτουργία. Με συλλογική ηγεσία, με συμφωνημένο δημόσιο λόγο, με αυθεντική εσωτερική πολιτική συζήτηση, με αναγνώριση ρόλου-ευθύνης-αρμοδιοτήτων στις οργανώσεις, με ειδική μέριμνα για το ρόλο του «ανένταχτου» δυναμικού.
γ) Μετωπική αντίληψη. Περιγράψαμε, αρχικά, τη ΛΑΕ ως «μέτωπο υπό κατασκευή». Συμφωνούμε με όσους-ες υπογραμμίζουν ότι η ΛΑΕ είναι «βήμα» προς το αναγκαίο μέτωπο. Αυτά σημαίνουν ότι κάθε «συνιστώσα» οφείλει να έχει μια καθαρή διάκριση ανάμεσα στις ανάγκες δικής της συγκρότησης και τις ανάγκες συγκρότησης της ΛΑΕ. Σημαίνουν ότι οι προγραμματικές επιλογές και ο δημόσιος πολιτικός λόγος δεν μπορούν να στηρίζονται σε μια «στενή» εκδοχή του μαρξισμού ή της πολιτικής παράδοσης της Αριστεράς, αλλά οφείλουν να ενσωματώνουν και όχι να αποκλείουν δυνάμεις. 
Μετωπική αντίληψη, επίσης, σημαίνει δέσμευση για στήριξη αυθεντικών μετωπικών σχημάτων (επιτροπών βάσης, πρωτοβουλιών κ.ο.κ.) στις συνοικίες και στους χώρους δουλειάς. Με πραγματικά πλατύ χαρακτήρα και όχι με μια τυπική συγκόλληση δυνάμεων (π.χ. μεταξύ ΛΑΕ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ) στη βάση κάποιου «πλαισίου» στο χαρτί. 
Η ΛΑΕ βαδίζει προς μια σημαντική διαδικασία: την ιδρυτική Συνδιάσκεψή της. Αυτή η διαδικασία πρέπει να παραμείνει «ανοιχτή», επιδιώκοντας σημαντική συσπείρωση δυνάμενων. 
Αυτό σημαίνει μια πραγματικά ανοιχτή πολιτική συζήτηση μέσα στο «λαό» της Αριστεράς. Αυτήν την έννοια είχε και η πρωτοβουλία του Κόκκινου Δικτύου και δεσμευόμαστε να συνεχίσουμε αυτήν τη συζήτηση. 

*Η ομιλία του Αντώνη Νταβανέλου, στην εκδήλωση του Κόκκινου Δικτύου «Τι Αριστερά χρειαζόμαστε» (ΕΣΗΕΑ, 29/2)