Πώς το νεοφιλελεύθερο «ακραίο κέντρο» καλλιέργησε τη ρατσιστική πολιτική

Η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη ξαναέρχεται στο προσκήνιο με αφορμή τη συζήτηση για τις αιτίες ανόδου της Χρυσής Αυγής αλλά και κάποιες ανησυχητικές επιτυχίες της ακροδεξιάς, όπως η είσοδος στην κυβέρνηση του κόμματος από το οποίο προέρχεται ο εγκληματίας δολοφόνος Μπρέιβικ στη Νορβηγία, αλλά και η πολύ πιο συνταρακτική δημοσκοπική πρωτιά του Εθνικού Μετώπου ενόψει ευρωεκλογών στη Γαλλία.

Στα μεγάλα ΜΜΕ, η συζήτηση κινείται ανάμεσα στο ότι «χώρες χωρίς μνημόνιο έχουν άνοδο της ακροδεξιάς» και το ότι «χώρες με μνημόνιο δεν έχουν», σε μια προσπάθεια να αποσυνδεθεί η λιτότητα από το φαινόμενο της ανόδου των ναζήδων στην Ελλάδα.

Η καταρχήν διαπίστωση ότι δεν είναι μια ελληνική ιδιαιτερότητα που οφείλεται αποκλειστικά στο μνημόνιο, είναι γενικά σωστή. Αλλά γίνεται με τρόπο που αποκρύπτει τις πραγματικές αιτίες ανόδου της ακροδεξιάς και στην Ελλάδα και πανευρωπαϊκά. Γιατί αυτές οι αιτίες αγγίζουν τις κεντρικές πολιτικές επιλογές των αρχουσών τάξεων διεθνώς τα τελευταία χρόνια: Τον κρατικό ρατσισμό, το νεοφιλελευθερισμό και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η δυναμική επανεμφάνιση ακροδεξιών κομμάτων έρχεται μετά τη δεκαετία του ’80. Διόλου τυχαία είναι η εποχή που αρχίζει να ξεδιπλώνεται η νεοφιλελεύθερη επίθεση στην Ευρώπη. Όλη την προηγούμενη περίοδο μπήκαν οι βάσεις για τα φαινόμενα που σήμερα οξύνονται από την κρίση: Η κρίση πολιτικής εκπροσώπησης καθώς κεντροαριστερά και κεντροδεξιά ταυτίστηκαν στη γραμμή «όλα για τις αγορές» και η βύθιση τμημάτων του πληθυσμού στην ανασφάλεια και την ανεργία. Παράλληλα η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού οδήγησε και σε αποδυνάμωση των συνδικάτων, σε πολιτική υποχώρηση και οργανωτική αποσύνθεση της Αριστεράς, δηλαδή αποδυνάμωσε το βασικό αντίπαλο δέος στους φασίστες.   

Είναι η πολιτική του νεοφιλελεύθερου «ακραίου κέντρου» (όπως εύστοχα το έχει χαρακτηρίσει ο Ταρίκ Αλί) που οδήγησε στην άνοδο της ακροδεξιάς, η οποία βρήκε χώρο να αναπτυχθεί στα κοινωνικά συντρίμμια και την απελπισία που γέννησε η επίθεση της «αγοράς» στα εργατικά δικαιώματα και το κοινωνικό κράτος.

Συνειδητή προσπάθεια
Όμως οι συνέπειες των οικονομικών πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού δεν θα τροφοδοτούσαν αυτόματα την άκρα Δεξιά. Υπάρχει μια συνειδητή, οργανωμένη προσπάθεια των αρχουσών τάξεων και των αστικών κομμάτων να μετατρέψουν τους μετανάστες σε εξιλαστήρια θύματα για τις δραματικές αλλαγές στις συνθήκες ζωής των ντόπιων εργατών. Αυτός ο «από τα πάνω» ρατσισμός είναι από τους βασικούς λόγους ενίσχυσης του ακροδεξιού, φασιστικού χώρου. Η συνειδητή αυτή προσπάθεια ξεκίνησε από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 στην Αγγλία, συνεχίστηκε με τη Θάτσερ, ενώ σήμερα τα παραδείγματα υπάρχουν παντού: Ο διαχρονικός εναγκαλισμός του «μπερλουσκονισμού» και με τη Λίγκα του Βορρά και με τους νεοφασίστες του MSI. Η ακροδεξιά ατζέντα του Σαρκοζί («τα αποβράσματα των προαστίων») που του χάρισαν –προσωρινά όπως φαίνεται σήμερα– τις ψήφους του FN και την εκλογική νίκη το 2007. Η συνέχεια των ρατσιστικών πολιτικών από τους σοσιαλιστές του Ολάντ και του διαβόητου υπ. Εσ. Μανουέλ Βαλς. Η ελληνική εμπειρία με το «σπρώξιμο» των ΜΜΕ σε «αγανακτισμένους κατοίκους», με τις «υγειονομικές βόμβες» του Λοβέρδου, με τις προεκλογικές εξαγγελίες Σαμαρά-Δένδια. Αντίστοιχες εικόνες υπάρχουν και στη Ρωσία του Πούτιν όπου οι ρατσιστικές, αυταρχικές πολιτικές έθρεψαν το τέρας της «Ρωσίας για τους Ρώσους» που διοργανώνει πογκρόμ για να ακολουθήσει την άλλη μέρα… κρατικό πογκρόμ ενάντια στη στοχοποιημένη γειτονιά μεταναστών, ή στην Ουγγαρία όπου μια ακροδεξιά κυβέρνηση ακολουθεί μια ατζέντα που ενισχύει το νεοναζιστικό Γιόμπικ.

Φυσικά, τα αστικά κόμματα και οι άρχουσες τάξεις δεν μένουν στην ιδεολογική επίθεση, αλλά εφαρμόζουν και πολιτικές κρατικού ρατσισμού. Η διάλυση καταυλισμών των Ρομά, οι μαζικές απελάσεις, το κυνήγι μεταναστών στα σύνορα της Ευρώπης-Φρούριο, η περιθωριοποίηση των «χωρίς χαρτιά», η υποβάθμιση ολόκληρων περιοχών στα αστικά κέντρα, οι «σκούπες» και τα αστυνομικά πογκρόμ δημιουργούν ένα σκηνικό πολέμου της «Ευρώπης» ενάντια στους «εισβολείς». Σε αυτό το τοπίο, τα ακροδεξιά και νεοφασιστικά κόμματα μπορούν και εμφανίζονται ως δυνάμεις πρόθυμες να βρεθούν «στην πρώτη γραμμή αυτού του πολέμου» και να τον διεξάγουν «πιο αποτελεσματικά».

Λυκοσυμμαχία
Αυτές οι πραγματικότητες προϋπήρχαν του 2008 και έθρεφαν το ακροδεξιό τέρας. Η κρίση λειτουργεί πλέον ως καταλύτης. Το «ακραίο κέντρο», επιταχύνοντας τις αντεργατικές πολιτικές, αυξάνει και την κοινωνική απελπισία. Ταυτόχρονα διαρρηγνύει πλήρως τους δεσμούς του με τα λαϊκά στρώματα, αφήνοντας χώρο στην ακροδεξιά να εκφράσει την οργή ενάντια στο «πολιτικό σύστημα».

Η κρίση του 2008 δημιούργησε και έναν επιπλέον παράγοντα, ενισχυτικό στους παραπάνω: Η Ευρωπαϊκή Ένωση έδειξε ανοιχτά το αποκρουστικό της πρόσωπο. Από τη μία απέδειξε πως δεν πρόκειται για «κοινό σπίτι αλληλέγγυων λαών», αλλά για λυκοσυμμαχία. Οι ανταγωνισμοί μεταξύ εθνικών καπιταλισμών παραμένουν, ο κάθε καπιταλισμός κοιτά να σώσει το τομάρι του, και αυτό δίνει τροφή στην εθνικιστική προπαγάνδα: οι «τεμπέληδες του Νότου», οι «χορτάτοι του Βορρά» κ.λπ. Οι όποιοι δεσμοί υπήρχαν στην αστική δημοκρατία ανάμεσα στο εκλογικό σώμα και τους εκλεγμένους αντιπροσώπους υποκαθίστανται όλο και περισσότερο από τη νεοφιλελεύθερη γραφειοκρατία της Κομισιόν. Αυτό αξιοποιεί η ακροδεξιά, υιοθετώντας μια ρητορική «ενάντια στις Βρυξέλλες και τους υπερεθνικούς τραπεζίτες» για να εκφράσει τη λαϊκή οργή, αλλά να τη στρέψει στο επίπεδο «εθνικών» λύσεων. Η Μαρίν Λεπέν αποτελεί πρωτοπόρο σε αυτήν την τακτική, αλλά αντίστοιχες θέσεις εκφράζονται και αλλού: Στο Νότο ενάντια στα «ξένα κέντρα που μας επιβάλλουν λιτότητα» και στο Βορρά ενάντια στα «ξένα κέντρα που αποφασίζουν να δίνουμε τα λεφτά μας σε άλλες χώρες».

Σε αυτό το φόντο, η ανακοπή της ακροδεξιάς απειλής αναδεικνύεται ως υπόθεση αποκλειστικά της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος. Στις λαϊκές συνοικίες, στις εργατογειτονιές, στους χώρους δουλειάς είναι κρίσιμο να ξαναστηθούν στα πόδια τους συνδικάτα, συλλογικότητες, εργαλεία αγώνα και αυτό-οργάνωσης που θα αναζωογονήσουν τις παραδόσεις ταξικής αλληλεγγύης και συλλογικής αντίστασης, σταματώντας έτσι τη διείσδυση της ακροδεξιάς, τραβώντας το χαλί της «κοινωνικής απελπισίας» κάτω από τα πόδια της.
Σε αυτά τα καθήκοντα, δυστυχώς πανευρωπαϊκά είμαστε πίσω. Πτυχές των ρατσιστικών ιδεολογημάτων έχουν διαβρώσει την Αριστερά (θεωρίες της «χωρητικότητας» στην Ελλάδα ή ισλαμοφοβία στη Γαλλία). Πολλές ιστορικές δυνάμεις της έχουν μπει στο «κάδρο της απαξίωσης» μέσα από καταστροφικές κυβερνητικές εμπειρίες (Μιτεράν και ΚΚ στη Γαλλία, συγκυβερνήσεις με την Ελιά και με τον Πρόντι στην Ιταλία). Σήμερα, η στάση της ευρωαριστεράς στα ζητήματα της ΕΕ κινδυνεύει να την τοποθετήσει ξανά στο «κάδρο της απαξίωσης», να αφήσει το τρένο του ευρωσκεπτικισμού να πάρει δεξιά χαρακτηριστικά και να περάσει από πάνω της.

Ελπίδα
Στην Ελλάδα είμαστε σε πολύ καλύτερη θέση από τους Ευρωπαίους συντρόφους. Έχουμε την ευκαιρία -αλλά και την βαριά ευθύνη- να δείξουμε έναν άλλο δρόμο, γι’ αυτό και οι πολιτικές επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ αποκτούν τεράστια σημασία: Η έμφαση στην «από τα κάτω» συντριβή της Χρυσής Αυγής, στην ανάπτυξη ενός εργατικού-πολιτικού ρεύματος που θα αγωνίζεται ενάντια στο «ακραίο κέντρο», η αμείλικτη πάλη ενάντια στις Βρυξέλλες, είναι τέτοιες επιλογές. Και μέσα από αυτές, θα προκύψει και η αναγκαία επανασύνδεση των εργατικών αγώνων με το κοινωνικό όραμα: Για να μην επικρατήσει η «αντεπαναστατική απελπισία» που θρέφει το φασισμό, θα χρειαστεί να επικρατήσει η «επαναστατική ελπίδα».