Το Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία είναι το τρίτο μικρότερο κρατίδιο της Γερμανίας. Ωστόσο η εκλογική επιτυχία του ακροδεξιού AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία) στις τοπικές εκλογές (κερδίζοντας το 20,8% των ψήφων και τη 2η θέση, ξεπερνώντας τους Χριστιανοδημοκράτες της Μέρκελ) σημαδεύει το πολιτικό σκηνικό, καθώς έχει μια συμβολική σημασία –είναι η εκλογική περιφέρεια της Μέρκελ.

Δεν είναι το πρώτο κρατίδιο όπου το AfD πιάνει εντυπωσιακά ποσοστά. Τον περασμένο Μάρτη το AfD σημείωσε μεγάλη επιτυχία τόσο στη Σαξονία-Άνχαλτ (24,3%, 2η θέση) όσο και στη Βάδη-Βιρτεμβέργη (15,1%, 3 θέση) και στη Ρηνανία-Παλατινάτο (12,6%, 3η θέση).
Η νέα του επιτυχία έρχεται να επιβεβαιώσει το βάθεμα της πολιτικής κρίσης που χτυπάει πλέον τον πυρήνα της ΕΕ. Το φόντο σε Γερμανία και Ευρώπη συνθέτουν η οικονομική και πολιτική κρίση, η προσφυγική κρίση, η κλιμάκωση της ισλαμοφοβίας και της τρομοϋστερίας, η κλιμάκωση των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, η άνοδος του αυταρχισμού και του μιλιταρισμού. Ειδικά στη Γερμανία, αυτό το σκηνικό πλαισιώθηκε από μια σειρά τρομοκρατικών χτυπημάτων (σε Μόναχο, Άνσμπαχ και Βίρτσμπουργκ), με την κυβέρνηση να καλλιεργεί τον ρατσιστικό φόβο και να ανακοινώνει αύξηση των στρατιωτικών δαπανών. 
Ρατσισμός
Τις προηγούμενες δεκαετίες, Δεξιά και Κέντρο αξιοποίησαν το χαρτί του ρατσισμού –δημιουργούσαν αποδιοπομπαίους τράγους για να εξασφαλίσουν την πολιτική τους επιβίωση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο ρατσισμός να αποτελεί πλέον «κοινή λογική» σε μεγάλο τμήμα της γερμανικής κοινωνίας. Το 2011, το 30,2% ένιωθαν «ξένοι στην ίδια τους τη χώρα» εξαιτίας του (υποτιθέμενου) μεγάλου αριθμού μουσουλμάνων. Το 2014 το ποσοστό έγινε 43%. Το 2014 περίπου η μισή Γερμανία θεωρούσε τις διαδηλώσεις του PEGIDA δικαιολογημένες απέναντι στην «επικίνδυνη εξάπλωση του Ισλάμ». 
Το καλοκαίρι του 2015, με την κλιμάκωση των προσφυγικών κυμάτων, η Μέρκελ απάντησε αρχικά με την «ανθρωπιστική στροφή» και την απορρόφηση ενός τμήματος των αιτούντων άσυλο προσφύγων (εξυπηρετώντας τις ανάγκες του ντόπιου κεφαλαίου για εργατικά χέρια). Αυτή η στροφή κράτησε λίγους μήνες, με τη γερμανική κυβέρνηση να υιοθετεί τελικά τη ρατσιστική επιχειρηματολογία, προωθώντας αντιπροσφυγικές μεταρρυθμίσεις, τη λογική των «κλειστών συνόρων», των εγκλεισμών σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και των απελάσεων, και να υπογράφει τη συμφωνία ντροπής με την Τουρκία. Αυτό έδωσε «χώρο» στις -αρχικά πιο περιθωριοποιημένες- ρατσιστικές φωνές. Στη διάρκεια της τρίτης θητείας της Μέρκελ, οι επιθέσεις στα τζαμιά και στους πρόσφυγες έκαναν απανωτά ρεκόρ, ενώ πάνω από το 57% θεωρεί πλέον το Ισλάμ κίνδυνο και ότι «πλημμυρίσαμε μουσουλμάνους».
Τα ΜΜΕ επέβαλαν το δίπολο «φιλόξενη Μέρκελ - ακροδεξιά», αποδίδοντας μάλιστα την πτώση δημοτικότητας της καγκελαρίου στην υπερβολικά... φιλομεταναστευτική της πολιτική. Το Προσφυγικό κυριάρχησε στην ατζέντα με τρόπο που μετατόπισε το πολιτικό σκηνικό δεξιά. Ο ρατσισμός, ωστόσο, είναι μόνο ένα κομμάτι της εξήγησης για την άνοδο της ακροδεξιάς –άλλωστε το Μεκλεμβούργο είναι το κρατίδιο της χώρας με τους λιγότερους πρόσφυγες και μετανάστες.
Λιτότητα
Στη βάση της πολιτικής κρίσης βρίσκεται η λαϊκή δυσαρέσκεια για τις πολιτικές λιτότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας. Σε πρώτη φάση η Γερμανία πέρασε από νωρίς τα δικά της «μνημόνια» με κυβέρνηση SPD-Πρασίνων μετά το 2001, δημιουργώντας τη βάση για τη μετέπειτα κρίση της Σοσιαλδημοκρατίας. Μετά το 2008 υπήρξε επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου για μεγάλο τμήμα των εργαζομένων, με την επίσημη φτώχεια να μετρά 8 εκατομμύρια, τα εργασιακά δικαιώματα να ωθούνται προς τα κάτω, την ανασφάλεια να μεγαλώνει.
Έτσι λοιπόν, μετά την κρίση της Σοσιαλδημοκρατίας, αρχίζει να επωάζεται κρίση στη Χριστιανοδημοκρατία και η αποσταθεροποίηση του «συστήματος Μέρκελ». Η αυξανόμενη δυναμική του AfD παγιώνεται, λίγες μέρες πριν από τις τοπικές εκλογές στο Βερολίνο (στις 18 Σεπτέμβρη, όπου επίσης τα γκάλοπ δίνουν διψήφια νούμερα στην ακροδεξιά), λίγους μήνες πριν από το Συνέδριο της Χριστιανοδημοκρατίας (με τη δημοτικότητα της Μέρκελ πλέον να έχει πέσει στο 45% και μεγάλο τμήμα του κόμματός της να την αμφισβητεί ανοιχτά), ακριβώς έναν χρόνο πριν από τις κεντρικές εκλογές (στις οποίες το AfD φαίνεται να «χτυπά» την 3η θέση).
Οι τελευταίες εκλογικές μάχες φαίνεται να έχουν κοινά χαρακτηριστικά: Το AfD προβάλλει ως η πιο δυναμική αντιπολίτευση στη Μέρκελ με κέντρο το Προσφυγικό και την ασφάλεια, κερδίζοντας μεγάλο κομμάτι από την εκλογική πελατεία του CDU αλλά και από τους Σοσιαλδημοκράτες και από το κόμμα της Αριστεράς. Το πιο σημαντικό ίσως είναι ότι κινητοποιεί ένα μεγάλο κομμάτι της «αποχής» προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων. Η ακροδεξιά επιχειρεί να εκφράσει την οργή ενάντια στα «συστημικά κόμματα», δημαγωγώντας πως «αυτοί που νοιάζονται για τους πρόσφυγες, είναι εκείνοι που σας παραμελούν».
Προβλήματα της Αριστεράς
Ήταν το Die Linke αυτό που τα προηγούμενα χρόνια διεκδικούσε να γίνει «η φωνή των αποκλεισμένων», ενάντια στα «συστημικά κόμματα» και είχε συσπειρώσει την αντινεοφιλελεύθερη οργή του κόσμου, φτάνοντας σε σημαντικές εκλογικές επιτυχίες. 
Αλλά σε αρκετά κρατίδια συγκυβέρνησε με τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους, υλοποιώντας νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις και κοινωνικές περικοπές. Παρά τα δείγματα φθοράς από αυτή την επιλογή (στο Βερολίνο η συγκυβέρνηση κόστισε πτώση ποσοστών κατά 10% τα τελευταία 10 χρόνια, ενώ στις εκλογές του Μεκλεμβούργου έχασε περισσότερη δύναμη από όλα τα άλλα κόμματα, 5,2%!), επιμένει να εκφράζει ως κεντρική φιλοδοξία του να συγκυβερνήσει με το SPD και τους Πράσινους και σε κεντρικό (ενόψει εκλογών του 2017) επίπεδο.
Ο εκφυλισμός της Σοσιαλδημοκρατίας έχει καθηλώσει τα συνδικάτα σε μια παρατεταμένη περίοδο εργασιακής ειρήνης και αυτό ενισχύει περαιτέρω τις δεξιόστροφες τάσεις στο Die Linke. Με αυτή τη διαδρομή, δυστυχώς πλέον καταγράφεται σε μεγάλα τμήματα των φτωχών Γερμανών ως τμήμα του «πολιτικού κατεστημένου» ενάντια στο οποίο δημαγωγεί το AfD. 
Στο Προσφυγικό υπάρχει αδυναμία μιας απάντησης ταξικής και αντιφασιστικής, ικανής να σπάσει το τεχνητό «δίπολο» που περιγράψαμε. Η δεξιά πτέρυγα του Die Linke τείνει να μετατραπεί σε απολογητή της Μέρκελ, ενώ η αριστερή πτέρυγα του κόμματος –στα ζητήματα Κεντροαριστεράς, ΕΕ, χρέους κ.λπ.– (Λαφοντέν, Βάγκενκνεχτ κ.ά.) έκανε αντιπολίτευση στη Μέρκελ... από τα δεξιά, καλώντας σε πιο αποτελεσματικό περιορισμό των προσφυγικών ροών. 
Το AfD ιδρύθηκε το 2013, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, από τα σπλάχνα της Δεξιάς ως ένα «λάιτ» ακροδεξιό κόμμα με σημαία τον ευρωσκεπτικισμό. Στις εκλογές του 2013 έμεινε εκτός Βουλής χάνοντας για λίγο το όριο του 5%. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησε μια πορεία δεξιάς ριζοσπαστικοποίησης και ταυτόχρονα αύξησης των ποσοστών του (π.χ. κερδίζοντας 7,1% στις ευρωεκλογές, και έχοντας πλέον τοπικούς βουλευτές σε εννιά κρατίδια). 
Εκείνη την περίοδο ξεκίνησε και το ρατσιστικό κίνημα των δρόμων PEGIDA, που διαδήλωνε ενάντια στους μουσουλμάνους-τρομοκράτες, τα τζαμιά, τον κίνδυνο «ισλαμοποίησης» της Γερμανίας και της Δύσης. Το PEGIDA κατάφερε να κινητοποιεί αρκετές χιλιάδες ρατσιστές και συντηρητικούς, με ένα φάσμα από μέχρι φανατικούς ναζί. Αυτό το δεξιό «ενιαίο μέτωπο» πέρα από το ρατσισμό και την ισλαμοφοβία υιοθετεί κάθε φονταμενταλιστική και σκοταδιστική κριτική (από την ομοφοβία μέχρι τον αγώνα ενάντια στις αμβλώσεις) και επιταχύνει τις διεργασίες ώσμωσης και δεξιάς ανασύνθεσης στη βάση της δεξιάς πολυκατοικίας.
Το AfD στο συνέδριο του το καλοκαίρι του 2015 απομάκρυνε τις πιο «φιλελεύθερες»-μετριοπαθείς τάσεις του και άλλαξε ηγεσία. Διά στόματος της νέας επικεφαλής, Φράουκε Πέτρι, το AfD καλεί πλέον σε ανοιχτό αγώνα κατά του Ισλάμ, προτείνει να πυροβολούνται οι πρόσφυγες στα σύνορα και να απαγορευτούν τα τζαμιά στη χώρα. Έχει μετατραπεί σε «κανονικό» ακροδεξιό κόμμα, με ανοιχτά ναζιστική πτέρυγα που κερδίζει έδαφος ιδιαίτερα στη νεολαία (με το γραμματέα της νεολαίας Μάρκους Μάιερ να καλεί σε εκκαθαρίσεις αριστερών). Οι εξελίξεις κάνουν το AfD κεντρικό πολιτικό εκφραστή των διαφόρων ρατσιστικών δυνάμεων (πχ PEGIDA) ή των κλασσικών νεοναζί (που ήταν στο NPD ή σε περιθωριακές ομάδες) και αυτές οι διεργασίες δημιουργούν για πρώτη φορά μεταπολεμικά τις προϋποθέσεις για νεοφασιστικό ρεύμα στη Γερμανία. 
Απάντηση από τα κάτω 
και τα αριστερά

Τα καλά νέα είναι ότι το σκηνικό είναι αναστρέψιμο: οι φασίστες έχουν ακόμα μικρές δυνατότητες κινητοποίησης στους δρόμους, ενώ οι δεσμοί του AfD με την εκλογική του βάση δείχνουν ακόμα «χαλαροί» (ψήφος διαμαρτυρίας, «τιμωρίας» κλπ). Ένα μικρό –για την ώρα– τμήμα του Die Linke, μαζί με άλλες αριστερές, αντιφασιστικές και κοινωνικές κινηματικές οργανώσεις οργανώνουν συστηματικά αντιρατσιστικές και αντιφασιστικές κινητοποιήσεις και αντιδιαδηλώσεις πολλαπλάσιου μεγέθους. Αυτές οι ανεκτίμητης αξίας κινητοποιήσεις ήταν που οδήγησαν το πρώτο κύμα μαζικοποίησης του PEGIDA (στα τέλη του 2014) να ξεφουσκώσει. Αλλά η ακροδεξιά ανασύνταξη έδειξε πως δεν αρκούν. Χρειάζονται αγώνες (και πολιτικές δυνάμεις!), που θα συνδέουν την ταξική αντίσταση με τον αντιφασισμό/αντιρατσισμό, για να αντιτάξουν έναν «τρίτο» δρόμο απέναντι στο «συστημικό» νεοφιλελευθερισμό και τη φασιστική δημαγωγία…