Τι δείχνει η εμπειρία μισού αιώνα

Η λογική του «μικρότερου κακού», δηλ. η λογική πως προκειμένου να γλιτώσουμε από μια πολύ κακή κυβέρνηση για τους εργαζόμενους και τον λαό, ας ψηφίσουμε μια λιγότερο κακή, είναι αρκετά παλιά και δοκιμασμένη. Δυστυχώς έχει αποτύχει πάντα σε σχέση με το στόχο της: το «λιγότερο κακό» μετατρέπεται κι αυτό σε όλο και περισσότερο κακό, το δε «χειρότερο κακό» τελικά επικρατεί με τη χειρότερή του μορφή. 
Στην Ελλάδα υπάρχει η εμπειρία του ΠΑΣΟΚ. Ειδικά τις δεκαετίες του ’90 και του 2000, οι εργατικές και οι φτωχές λαϊκές μάζες καλούνταν να ψηφίσουν ΠΑΣΟΚ (γνωρίζοντας ότι πλέον αυτό το κόμμα δεν εξυπηρετούσε αυθεντικά τα συμφέροντα των πλειονότητας του πληθυσμού) για να αποτρέψουν την άνοδο της ΝΔ στην κυβέρνηση, ειδικά με τη μορφή του ακραίου νεοφιλελεύθερου μητσοτακισμού το 1989. 
Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: Το ΠΑΣΟΚ άρχισε να μοιάζει όλο και περισσότερο με τη ΝΔ με τον Σημίτη, το ασφαλιστικό Γιαννίτση και αργότερα με τον Γ. Παπανδρέου και τα μνημόνια. Στο μεταξύ δεν είχε καν εμποδιστεί η άνοδος της Δεξιάς. Τόσο το 1990 όσο και το 2003 η ΝΔ επανήλθε στην εξουσία. Το δρόμο τον έστρωσαν αυτοί οι οποίοι είχαν υπερψηφιστεί για να τη σταματήσουν δηλ. οι ηγέτες του ΠΑΣΟΚ, ακόμη και ο Α. Παπανδρέου. Η πολιτική τους έμοιαζε τόσο πολύ με αυτή της μητσοτακικής Δεξιάς που πια δεν είχε κανείς επιχείρημα γιατί να ψηφίσει το ΠΑΣΟΚ, που στο κάτω-κάτω είχε βουλιάξει σε σκάνδαλα διαφθοράς, όχι μία αλλά πολλές φορές.
Δεν ήταν, όμως, μόνο η ελληνική σοσιαλδημοκρατία που επέλεξε το δρόμο της σοσιαλφιλελεύθερης διαχείρισης. Στη Γερμανία η σοσιαλδημοκρατία πρωτοστάτησε στις αντιλαϊκές και αντεργατικές πολιτικές, ώστε η Μέρκελ και ο Σόιμπλε όχι μόνον να κερδίσουν τις εκλογές, αλλά να βρουν και στρωμένο έδαφος.  
Ευρώπη
Το 2003 ο σοσιαλδημοκράτης Γκ. Σρέντερ εισήγαγε πρώτος τις βάρβαρες πολιτικές ώστε να… μη βγει η Δεξιά και τις εφαρμόσει με άπονο τρόπο. Τι προέβλεπε, μεταξύ άλλων, η περίφημη Ατζέντα 2010; «Συγχώνευση» του επιδόματος ανεργίας με το λεγόμενο «κοινωνικό βοήθημα», δηλ.  δραματική μείωση του επιδόματος ανεργίας στο επίπεδο του βοηθήματος απορίας. Μείωση του χρονικού διαστήματος παροχής τού επιδόματος ανεργίας σε 12 αντί 32 μήνες όπως ίσχυε μέχρι τότε. Βαθμιαία «ελαστικοποίηση» της προστασίας των εργαζομένων από απολύσεις στις μικρές επιχειρήσεις. Αύξηση της οικονομικής συμμετοχής των ασφαλισμένων στην τιμή των φαρμάκων. Περιορισμός της δυνατότητας πρόωρης συνταξιοδότησης. Άνοιγμα της «συζήτησης» για αύξηση του ορίου από τα 65 στα 67 έτη. Μείωση των κονδυλίων υγείας κατά 23 δισ. ευρώ μέχρι το έτος 2007.
Αντίστοιχα πράγματα έγιναν και στην Ιταλία. Τα αποτελέσματα ήταν ακόμη χειρότερα. Η Αριστερά έπαψε να είναι Αριστερά και μετεξελίχθηκε σε… Ελιά και Δημοκρατικό Κόμμα. Για να ΜΗΝ βγει ο Μπερλουσκόνι, εκείνη η Αριστερά εφάρμοσε νεοφιλελεύθερες πολιτικές και συμμετείχε ενεργά στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Η «Αριστερά» του Ντ’ Αλέμα συμμετείχε στους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας. Κι έπειτα από όλο αυτό το «για-να-μη- βγει-η-Δεξιά-και-ο-Μπερλουσκόνι», βγήκαν η Δεξιά και ο Μπερλουσκόνι. Σήμερα αυτά τα απομεινάρια της πρώην Αριστεράς έφτασαν στις τωρινές εκλογές να συμμαχούν με το κόμμα του Μπερλουσκόνι για να αντιμετωπίσουν τους ακροδεξιούς του Σαλβνίνι και τους… λαϊκιστές. Πάλι στη λογική του «μικρότερου κακού». Μόνο που τώρα το «μικρότερο κακό» περιλαμβάνει και τη δεξιά του Μπερλουσκόνι. Ποιος ξέρει ποιον θα περιλαμβάνει αύριο το «μικρότερο κακό»; Τα ιταλικό βαρέλι δεν έχει πάτο.
Αντίστοιχο είναι το παράδειγμα της Βραζιλίας. Στη δεκαετία του 1990 οι εργαζόμενοι και ο κόσμος της φτωχολογιάς έφεραν στην κυβέρνηση γεμάτοι ελπίδες, το Εργατικό Κόμμα, το PT, του Λούλα. Οι ελπίδες διαψεύδονταν σταδιακά χρόνο με το χρόνο καθώς το PT διαπλεκόταν όλο και περισσότερο με το μεγάλο κεφάλαιο, όμως, καθώς επικρατούσε η λογική του «μικρότερου κακού» δεν μπόρεσαν να ενισχυθούν εκείνες οι αριστερές οργανώσεις που επέμεναν στα στοιχειώδη που είχε αρχικά υποσχεθεί ο Λούλα. Περικοπές, λιτότητα, ιδιωτικοποιήσεις, έγιναν ανεκτά από ευρύτατες λαϊκές μάζες για να μην έρθει η Δεξιά και πάλι στην κυβέρνηση. Τελικά ο Λούλα φυλακίστηκε, το PT έχασε πριν από τρία χρόνια την κυβέρνηση (με πραξικοπηματικό τρόπο, αλλά ο λαός δεν είχε πια τη διάθεση να υπερασπιστεί το κόμμα που κάποτε τον γέμισε ελπίδες) και τώρα πια κυβερνάει ένας φασίστας, για πρώτη φορά στη ιστορία της Βραζιλίας.
ΗΠΑ
Στις ΗΠΑ η λογική αυτή απέτυχε επανειλημμένα: To 1964, πολλοί, διανοούμενοι και ακτιβιστές καλούσαν τις λαϊκές μάζες να ψηφίσουν τον Δημοκρατικό Λίντον Τζόνσον ενάντια στον Ρεπουμπλικανό Μπ. Γκόλντγουότερ, ως μόνο τρόπο για να σταματήσει ο πόλεμος στο Βιετνάμ. Ο Τζόνσον επικράτησε με το ιστορικό ρεκόρ του 61,1% (σας θυμίζει τίποτα το ποσοστό αυτό;), όμως αντί να σταματήσει τον πόλεμο, ο Τζόνσον τον κλιμάκωσε. Ακόμη χειρότερα, το ιστορικό αυτό ποσοστό του Τζόνσον δεν απέτρεψε τελικά το «μεγαλύτερο κακό»: Τα επόμενα χρόνια βρέθηκαν στην κυβέρνηση τα πιο διαβόητα ονόματα της αμερικανικής Δεξιάς: ο Νίξον, ο Ρίγκαν και η οικογένεια Μπους! Από την άλλη τα επόμενα 50 χρόνια μετά την ιστορική νίκη, το Δημοκρατικό Κόμμα εγκατέλειψε το New Deal και αγκάλιασε τη νεοφιλελεύθερη λιτότητα, το νεοσυντηρητικό μιλιταρισμό και την περιβαλλοντική καταστροφικότητα της ρεπουμπλικανικής Δεξιάς. Υπό την προεδρία των Δημοκρατικών, Τζ. Κάρτερ, Μπ. Κλίντον και Μπ. Ομπάμα (και μάλιστα πολλές φορές με πλειοψηφία Δημοκρατικών και στο Κογκρέσο) αυτό που εφαρμόστηκε ήταν η ρεπουμπλικανική οικονομική ατζέντα: Αύξηση στρατιωτικών δαπανών και πολεμικών επεμβάσεων σε όλον τον πλανήτη. Μαζικοί και συστηματικοί βομβαρδισμοί αμάχων σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική. Προώθηση της ιδιωτικής έναντι της δημόσιας ασφάλισης. Απορρύθμιση των μεταφορών, των ΜΜΕ, των τηλεπικοινωνιών, της ενέργειας, του πιστωτικού συστήματος κ.λπ. Εγκατάλειψη των υπεσχημένων όσον αφορά τις φιλεργατικές νομικές μεταρρυθμίσεις. Βαθιές περικοπές στις δαπάνες για εργατικές κατοικίες και για επιδότηση στέγης. Θεσμοθέτηση «νόμου και τάξης» που οδήγησε σε ραγδαία αύξηση των φυλακισμένων. Νομοθεσία που ενίσχυσε τη δύναμη των μεγάλων επιχειρήσεων και που διασπούσε το εργατικό κίνημα στη βάση της εθνικής καταγωγής. Εγκατάλειψη της νομοθεσίας για την αντιμετώπιση των φυλετικών διακρίσεων στη στέγαση, στην παιδεία, στην εργασία. Κοντολογίς, τα τελευταία 50 χρόνια οι Δημοκρατικοί υπήρξαν πιο αποτελεσματικοί στην εφαρμογή της πολιτικής των Ρεπουμπλικανών, απ’ ό,τι οι τελευταίοι. 
Και όχι μόνον: Η υποχώρηση, ο αφοπλισμός και η αποσύνθεση του εργατικού κινήματος είναι επίσης ένα -πολύ σημαντικό για το σύστημα- «παραπροϊόν» της επικράτησης του «λιγότερου κακού». Το είδαμε αυτό στις ΗΠΑ, όταν ενώπιον της επερχόμενης νίκης του Ομπάμα, εξαφανίστηκε ένα ρωμαλέο μέχρι τότε αντιπολεμικό κίνημα. 
Στο μεταναστευτικό το «μικρότερο κακό» επίσης δεν υπήρξε καθόλου μικρότερο, καθώς οι αριθμοί είναι αμείλικτοι: επί Ομπάμα έγιναν περισσότερες απελάσεις απ’ ό,τι επί της προεδρίας όλων των άλλων προέδρων αθροιστικά στον 20ό αιώνα (στο τέλος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ δυστυχώς θα έχουμε αντίστοιχο αρνητικό απολογισμό και στην Ελλάδα)! Πώς μπόρεσε να γίνει αυτό; Επί Ομπάμα εξαφανίστηκε ένα επίσης λαμπρό κίνημα που μέχρι το 2008 έκανε τεράστιες διαδηλώσεις για τα δικαιώματα των μεταναστών, όπως ακριβώς εξαφανίστηκαν και άλλα κινήματα που υποτάχθηκαν και –κυρίως– απορροφήθηκαν στη λογική του «μικρότερου κακού». 
Στην Ελλάδα αντίστοιχο «αφοπλισμό» απέναντι στην κυβέρνηση και στο κράτος υπέστησαν και πολλοί αγωνιστές, όχι μόνον του προσφυγικού, αλλά και του κινήματος κατά των διοδίων ή των πλειστηριασμών που περίμεναν πλέον τις λύσεις από τα πάνω (και που φυσικά έγιναν ακριβώς τα ανάποδα).
Όσον αφορά το περιβάλλον, η ανατροπή της οικογένειας 
Μπους δεν σήμαινε λιγότερους υδρογονάνθρακες στις ΗΠΑ. Επί προεδρίας Ομπάμα οι ΗΠΑ ξεπέρασαν τη Σαουδική Αραβία και έγιναν η πρώτη χώρα στον κόσμο σε εξορύξεις υδρογονανθράκων. Η δική του κυβέρνηση ήταν αυτή που προώθησε την καταστροφική για το περιβάλλον μέθοδο του hydraulic fracturing. Η σύγκριση –και πάλι– με την Ελλάδα του Τσίπρα και των φαραωνικών και εφιαλτικών σχεδίων για πλατφόρμες αντλήσεων υδρογονανθράκων σε όλη την Α. Μεσόγειο είναι προφανής.
Αποτυχία
Στις ΗΠΑ, στις προηγούμενες εκλογές το «μικρότερο κακό» απέναντι στον Τραμπ, ήταν «εντελώς κακό», δηλ. η Χίλαρι Κλίντον: Διασύνδεση και υποστήριξη από το μεγάλο κεφάλαιο (με ό,τι ανταλλάγματα σημαίνει αυτό) και το βαθύ κράτος, ψυχροπολεμικές κραυγές εναντίον της Ρωσίας, θερμή προώθηση μιας πιο επιθετικής πολιτικής στη Λιβύη παλιότερα και στη Συρία και το Ιράν μετά, βαθύ μίσος και προσπάθεια καταστολής του κινήματος υποστήριξης των Παλαιστινίων, διαφθορά και διαπλοκή. Η κατάντια του «μικρότερου κακού» δεν μπορούσε πια να πείσει. Για πολλούς αριστερούς Δημοκρατικούς δεν ήταν καν μικρότερο κακό, γι’ αυτό και δεν πήγαν να ψηφίσουν.
Αυτή είναι τελικά η κατάληξη της λογικής του «μικρότερου κακού». Ο εκάστοτε φορέας του μικρότερου κακού, μπορεί να ξεκινάει να εφαρμόζει «με πόνο» την πολιτική που θα εφάρμοζε με «απονιά» το «μεγαλύτερο κακό». Αλλά σύντομα ο πόνος φεύγει, η πολιτική αυτή γίνεται θεσμός. Και στο τέλος έρχεται σαν οδοστρωτήρας και το «μεγαλύτερο κακό».