Η Μικρασιατική Εκστρατεία - Μέρος Γ’

Η εξαπάτηση του λαού από τους μοναρχικούς και τις άλλες αντιβενιζελικές δυνάμεις, που ήρθαν στην εξουσία τον Νοέμβριο του 1920, σε σχέση με τη συνέχιση του πολέμου, είχαν πολύ γρήγορα συνέπειες.
Κυρίως η παράταση του φόρου αίματος των Ελλήνων φαντάρων -πολλοί από τους οποίους πολεμούσαν συνεχώς από το 1912- σήμαινε ότι το ηθικό του στρατού άρχισε να υποχωρεί και μάλιστα ραγδαία και να δυναμώνει το αντιπολεμικό κίνημα στις τάξεις του. Τόσο στο μέτωπο όσο και στα μετόπισθεν ξέσπασαν αντιπολεμικοί αγώνες είτε αυθόρμητα είτε καθοδηγημένοι κυρίως από το ΣΕΚΕ, όπως ονομαζόταν τότε το ΚΚΕ.
Λιποταξία
Ο πιο εκκωφαντικός τρόπος έκφρασης της ανυπακοής των φαντάρων σε όλους τους πολέμους είναι η λιποταξία. Για να παρουσιάσουμε τα στοιχεία σε σχέση με τους λιποτάκτες και τους ανυπότακτους της Μικρασιατικής Εκστρατείας θα χρησιμοποιήσουμε τα δημοσιεύματα κάποιων που είναι υπεράνω υποψίας για διεθνιστικές απόψεις. 
Γράφει, π.χ., ο υποστράτηγος ε. α. και διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης Ιω. Παρίσης: «Μετά από λίγο όλοι οι οπλίτες [άρχισαν] να διακηρύσσουν ότι “δεν πάνε εμπρός”. Άμεση συνέπεια η λιποταξία, συνδυαζόμενη συχνά με τη λεηλασία στο εσωτερικό της Μ. Ασίας, που εξελίχθηκε σε μόνιμη κατάσταση. Σε 80.000 ανήλθαν οι λιποτάκτες που κατόρθωσαν να διαφύγουν στην Ελλάδα. Πολλοί από αυτούς έφθασαν μέχρι την Αμερική ή την Αίγυπτο και έγραφαν από εκεί, υποκινώντας σε λιποταξία συγγενείς και φίλους. Από τη λογοκρισία των επιστολών διαπιστώθηκε ότι λειτουργούσαν και πρακτορεία φυγάδευσης λιποτακτών!!! Μέσα σ’ αυτό το κλίμα βρήκαν πρόσφορο έδαφος κάποιοι που προσπάθησαν να οργανώσουν πολιτικο-ιδεολογικά δίκτυα και να προσελκύσουν τους στρατευμένους στις πολιτικές απόψεις τους, επιδεινώνοντας την κατάσταση του ηθικού».
Ο ίδιος εξηγεί αμέσως παρακάτω ποιοι ήταν αυτοί οι «κάποιοι»: «Την εσωτερική πολιτική κρίση και κυρίως τη φθορά στο ηθικό των στρατιωτών και των οικογενειών τους επέτεινε η όξυνση της κριτικής του ΚΚΕ, κυρίως από τον Μάιο του 1922, οι επίσημες ανακοινώσεις του οποίου καλούσαν λαό και στρατό σε εξέγερση και συγκρότηση λαϊκών δικαστηρίων. Τρεις μήνες πριν την κατάρρευση του μετώπου το Κομμουνιστικό Κόμμα, του οποίου η διείσδυση στις τάξεις του στρατεύματος τότε ήταν εξαιρετικά μεγάλη, διακήρυσσε μεταξύ των άλλων: “Απευθυνόμεθα προς τον εργαζόμενον λαόν και λέγομεν προς αυτόν. Να η αιωνία πληγή σου: η εκστρατεία της Μικρασίας. Να η ρίζα του κακού: ο μικρασιατικός αγών…”».
Ένας άλλος σύγχρονος στρατιωτικός, ο ταξίαρχος ε.α. Βασίλειος Λουμιώτης προσπαθεί να υπολογίσει με ακρίβεια τους αριθμούς των ανυπότακτων: 
«Από τα στοιχεία προκύπτει ότι ένας αριθμός περίπου 70.000 ανδρών που ανήκαν στις κλάσεις που επιστρατεύθηκαν τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο του 1921, δεν προσήλθε προς κατάταξη». Παρακάτω επιχειρεί έναν άλλο υπολογισμό: «Για λόγους οικονομίας μπορούμε να αποδεχθούμε ότι και οι 14.000 περίπου τραυματίες των Βαλκανικών Πολέμων και του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου είχαν εξαιρεθεί νόμιμα από την υποχρέωση στράτευσης. Επομένως από την «ονομαστική» δύναμη των 183.000 περίπου ανδρών που ανήκαν στις κλάσεις που επιστρατεύθηκαν, απέμεναν 169.000 περίπου έφεδροι που θεωρητικά μπορούσαν να στρατευθούν. Η διαφορά από αυτούς που προσήλθαν για κατάταξη ανέρχεται σε 58.000 άνδρες. 
[…] Παρά τις όποιες νόμιμες απαλλαγές από την επιστράτευση για λόγους οικογενειακούς, υγείας και τραυμάτων από τους πολέμους που προηγήθηκαν, είναι βέβαιο ότι ένας μεγάλος ο αριθμός ανδρών από τις κλάσεις που επιστρατεύθηκαν απέφυγε την στράτευση, είτε χρησιμοποιώντας πλάγια μέσα είτε αρνούμενος να προσέλθει στα όπλα, με πολλούς εξ αυτών να καταφεύγουν στα βουνά και να συγκροτούν συμμορίες. Οι αναφορές και οι ιστορικές καταγραφές για αυτό το ζήτημα είναι πάρα πολλές, αν και διίστανται μεταξύ τους όσον αφορά τον ακριβή αριθμό των ανυποτάκτων». 
Οι Μικρασιάτες
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που παρουσιάζει ο Λουμιώτης είναι το πόσο «πρόθυμοι» ήταν να καταταγούν και να πολεμήσουν οι ίδιοι οι Έλληνες της Μ. Ασίας, αυτοί δηλ. στο όνομα των οποίων και για την ελευθερία των οποίων έγινε υποτίθεται η εκστρατεία. Γράφει: «Θεωρώ ότι η δύναμη των 13.000 περίπου Ελλήνων της Μικράς Ασίας που προσήλθε υπό τα όπλα ήταν πάρα πολύ μικρή και ότι ο Μικρασιατικός Ελληνισμός μπορούσε να αποδώσει περισσότερους άνδρες στον διεξαγόμενο αγώνα. 
[…] Η εκτίμηση ότι στην κατεχόμενη από τον Ελληνικό Στρατό ζώνη θα πρέπει να διαβιούσε ένας ελληνικός πληθυσμός 800.000 περίπου ατόμων, δεν πρέπει να βρίσκεται μακριά από την αλήθεια. Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται και από έκθεση της Στρατιάς Μικράς Ασίας που διασώζεται στο αρχείο της ΔΙΣ. Σε αυτόν τον πληθυσμό αντιστοιχούσαν για κάθε μία εκ των κλάσεων που κλήθηκαν υπό τα όπλα, 4.000 περίπου άνδρες. Επομένως η επιστράτευση 12 κλάσεων θα έπρεπε να αποδώσει τουλάχιστον 40.000 χιλιάδες άνδρες».
Ο Λουμιώτης προσθέτει τα εξής: «Δυστυχώς πολύ αργότερα  λίγο πριν την Καταστροφή, θα μάθουμε ότι και πολλοί Έλληνες της Μικράς Ασίας, χρησιμοποιώντας διάφορους ευφάνταστους τρόπους απέφευγαν να προσέλθουν προς κατάταξη όταν καλούνταν υπό τα όπλα». 
Ούτε όμως και οι 13.000 που κατατάχθηκαν δεν πολέμησαν μέχρι τέλος. Ο Λουμιώτης είναι και πάλι διαφωτιστικός: «Επίσης πολλοί από αυτούς που είχαν στρατευθεί, μετά τις επιχειρήσεις προς την Άγκυρα, λιποτάχτησαν μαζικά».
Το ΣΕΚΕ
Ο Παρίσης έχει δίκιο όταν αναφέρεται στο ρόλο του ΚΚΕ (αν και πολλοί ιστορικοί αμφιβάλλουν για την έκταση της επιρροής του κόμματος μέσα στο στράτευμα της Μ. Ασίας).
Πράγματι τα μέλη του ΣΕΚΕ που ήταν φαντάροι στο μέτωπο συγκρότησαν κομματικές οργανώσεις και ομάδες και ανέπτυξαν έντονη αντιπολεμική προπαγανδιστική δράση διακινώντας παράνομα εφημερίδες, προκηρύξεις και κάθε είδους έντυπο υλικό. Στη δράση αυτή ξεχωριστό ρόλο έπαιξε μεταξύ άλλων ο μετέπειτα γραμματέας του ΚΚΕ, Παντελής Πουλιόπουλος. Ο τελευταίος, αν και γόνος αστικής οικογένειας από τη Θήβα, έγινε πολύ γρήγορα αρνητής της τάξης του, καθώς ήδη από το 1919, πρωτοετής φοιτητής της Νομικής και επιστρατευμένος στο μικρασιατικό μέτωπο, πήρε όλα τα ρίσκα, που θα μπορούσαν να έχουν στοιχίσει και την καταδίκη του σε θάνατο για εσχάτη προδοσία, συγκροτώντας μαζί με άλλους κομμουνιστές στρατιώτες οργανωμένους πυρήνες. Με άπειρες αντιξοότητες έβγαζαν στο μέτωπο την εφημερίδα «Ερυθρός Φρουρός», η οποία υπήρξε όργανο ισχυρής αντιπολεμικής και αντικαπιταλιστικής προπαγάνδας, ενώ για πρώτη φορά έβαλαν στο στόχαστρο της παρέμβασής τους και τον εθνικισμό και τον μιλιταρισμό, πράγματα ανήκουστα έως τότε για την ελληνική κοινωνία. 
Μετά την επιστροφή από το μέτωπο, ο Πουλιόπουλος συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία της Ένωσης Παλαιών Πολεμιστών, η οποία τον ανέδειξε πρόεδρό της το 1924, ενώ την ίδια περίοδο έγραψε το βιβλίο «Πόλεμος κατά του πολέμου».
Στον «Εργατικό Αγώνα» (όργανο του ΣΕΚΕ εκείνη την εποχή) στις 20 Σεπτεμβρίου 1920, μετά την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών και λίγο πριν από τις εκλογές του Νοεμβρίου με τίτλο «Η φωνή των στρατιωτών του Μετώπου» δημοσιεύθηκε γράμμα της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των «Ομάδων των κομμουνιστών στρατιωτών του Μετώπου», όπου μεταξύ άλλων αναφέρονταν και τα εξής: «Αφού τόσο καιρό εστρώσαμε της Βαλκανικής, της Ρωσίας (σ.σ. εννοούν την εκστρατεία στην Κριμαία ενάντια στους μπολσεβίκους) και της Ανατολής τα βουνά και τους κάμπους με τα κουφάρια μας και με το σκοτωμένο αίμα μας εβάψαμε το χώμα και τις πέτρες τους, αφού οι αφέντες που μας κυβερνάνε με τις βαριές αλυσίδες της οργανωμένης βίας σαβανώνοντας τα σπιτικά μας με τη μαυρίλα της δυστυχίας, έρχονται τώρα με την απαίσια ικανοποίηση του θριάμβου των να μας ζητήσουνε ψήφο ευγνωμοσύνης για το μεγάλωμα της “Πατρίδος” και για την απελευθέρωση των “υποδούλων αδελφών”. Αυτό κήρυξε ο Αύγουστος (σ.σ. περιπαικτική αναφορά στον Ελευθέριο Βενιζέλο), ο μεγάλος αφέντης, δείχνοντας στα χάσκοντα παράσιτα της πλουτοκρατίας, που λέγονται Λαϊκή Aντιπροσωπεία, τα καινούργια όρια της “μεγαλυνθείσης Ελλάδος” και τα νευρόσπαστα χειροκροτήσανε και χύσανε θερμά δάκρυα “εθνικής χαράς” (…) Το επαναστατικό εγερτήριο κραταιέ Αύγουστε, εσάλπισε προ πολλού στις καρδιές των πολεμιστών του μετώπου. Οι φρικαλεότητες του μεγάλου σας πολέμου ήταν το προανάκρουσμα. Το μεγαλουργό έργο του Βορρά (σ.σ. η Οκτωβριανή Επανάσταση)  ήταν η θριαμβευτική επωδός του. Εκείνος εκορύφωσε τη μεγάλη άρνηση, τούτο επύργωσε τη συνείδηση της θετικής δημιουργικής δύναμης σε όλους μας».
Εκλογές
Λίγες μέρες μετά, στις 11/10/1920 πάλι στον «Εργατικό Αγώνα» δημοσιεύεται προκήρυξη της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΕΚΕ «προς τους στρατιώτες του μετώπου». Μέσα από αυτήν διαφαίνεται ξεκάθαρα η αντιπολεμική πολιτική του κόμματος, αλλά και η καταστολή του από το βενιζελικό καθεστώς:
«Έλληνες εργάται και χωρικοί του μετώπου! Έλληνες στρατιώται!
Ενώ η κυβέρνησις των εκμεταλλευτών σας διακηρύττει ότι θα γίνουν ελεύθερες εκλογές, τα όργανά τους εκβιάζουν και τρομοκρατούν εδώ πίσω τους αδελφούς σας που τολμούν να διαδηλώσουν το φρόνημά τους. Ενώ διακηρύττει ότι θα γίνουν ελεύθερες στο μέτωπο οι εκλογές, απαγορεύει στις εφημερίδες μας, απαγορεύει στις σοσιαλιστικές εφημερίδες να κυκλοφορήσουν στο μέτωπο.
Απαγορεύει δηλαδή στο Κόμμα μας στο κόμμα των Ελλήνων εργατών και χωρικών, στους αδελφούς σας, που μόνοι μπορούν να σας μιλήσουν τη δική σας γλώσσα των φτωχών και των δυστυχισμένων, να επικοινωνήσουν μαζί σας, να σας πουν τι γίνεται εδώ πίσω στα σπίτια σας και στα χωριά σας, να σας διαφωτίσουν, για να δώσετε την ψήφο σας εκεί που πρέπει.
Εκείνοι που σας έστειλαν στο μέτωπο να σκοτωθείτε, εκείνοι που στην ειρήνη εκμεταλλεύονται τον ιδρώτα σας και το αίμα σας στον πόλεμο για να πλουτίζουν, αποφάσισαν τώρα να εκμεταλλευθούν και την ψήφο σας και τη συνείδησή σας για να διατηρήσουν την εξουσία (…) Θέλουν την ψήφο σας για να μπορέσουν κρατώντας στα χέρια την εξουσία, να εξακολουθήσουν τους πολέμους που σας κρατούν οκτώ τώρα χρόνια διαρκώς επιστρατευμένους και σας σέρνουν από μέτωπο σε μέτωπο, για να εξακολουθήσουν να πλουτίζουν εκμεταλλευόμενοι τον ιδρώτα σας, για να εξακολουθήσουν να σας καταπιέζουν και να σας τυραννούν».
Το αντιπολεμικό κάλεσμα είχα πρακτική ανταπόκριση στις εκλογές όπου το ΣΕΚΕ έκανε μια εντυπωσιακή επίδειξη δύναμης.
Η αντίσταση στα μετόπισθεν
Αλλά υπήρχε αντίσταση στο καθεστώς και στα μετόπισθεν όσο κι αν αυτό υποτιμάται από την επίσημη ιστορία: Στα 1921-22 υπήρξε ένα κύμα απεργιών όπου, εκτός από τα αιτήματα για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των λαϊκών στρωμάτων που ήταν τραγικές, κυριαρχούσαν και τα αντιπολεμικά συνθήματα. 
Τον Ιανουάριο του 1921 υπήρξε μαχητικό συλλαλητήριο στην Καβάλα με κορμό τους καπνεργάτες, ενώ στο αντίστοιχο συλλαλητήριο στη Δράμα κύριο αίτημα ήταν το «Κάτω ο πόλεμος». Τον Φλεβάρη του 1921 ξεκίνησε μεγάλη απεργία στο Βόλο, κατά τη διάρκεια της οποίας οι εξεγερμένοι εργάτες με την καθοδήγηση του ΣΕΚΕ και της Πανεργατικής Ένωσης Βόλου κατέλυσαν την τοπική εξουσία και κυριάρχησαν στην πόλη για δυο μέρες. Η κυβέρνηση συνέλαβε τελικά 300 εργάτες, ανάμεσά τους τους ηγέτες της ΓΣΕΕ Αβραάμ Μπεναρόγια και Θωμά Αποστολίδη που έμειναν προφυλακισμένοι για δύο χρόνια.
Τον Μάιο και τον Νοέμβριο του 1921 έγινε απεργία της Ομοσπονδίας Ηλεκτρισμού και Ηλεκτροκίνησης. Η απεργία του Νοεμβρίου χαρακτηρίστηκε από την κυβέρνηση ως στάση, οι απεργοί αρνήθηκαν να υποχωρήσουν και τελικά 11 από αυτούς καταδικάστηκαν από στρατοδικείο και φυλακίστηκαν. Συνολικά το 1921 υπήρξαν 50 απεργίες με 40.000 απεργούς.
Τον Μάρτιο του 1922 ξέσπασε απεργία των εργατών ατμόπλοιων, λιμανιού και τελωνείου της Θεσσαλονίκης, τον Μάιο απεργία φορτοεκφορτωτών, αρτεργατών, ηλεκτροτεχνικών, ξυλουργών, καθώς και των καπνεργατών Καβάλας και Ξάνθης.
Όλα αυτά συντέλεσαν σε μεγάλο βαθμό στο τέλος του πολέμου, με τον τραγικό τρόπο που έγινε, εφόσον η άρχουσα τάξη δεν θέλησε με τίποτε να σταματήσει συντεταγμένα τη σφαγή. Ακόμη και την ύστατη στιγμή, όταν η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία έβλεπε τη διαγραφόμενη ήττα, αντί για εκεχειρία, προσπάθησε να αρπάξει την Κωνσταντινούπολη -για να τους μείνει κάτι από τη μεγάλη περιπέτεια-, μετακινώντας μεγάλο αριθμό στρατιωτών στη Θράκη και αποδυναμώνοντας περαιτέρω το μέτωπο. Ένα μέτωπο όπου στην απέναντι πλευρά του πολεμούσε ένας επαναστατικός στρατός με στόχο την εθνική ανεξαρτησία. Η κατάρρευση της ελληνικής εκστρατείας ήταν προ των πυλών.

«Είμαστε ηρωικοί στρατιώτες της ανθρωπότητας και όχι της πατρίδας σας»

 

Τον Σεπτέμβριο του 1920 η Κεντρική Επιτροπή των «Κομμουνιστών Στρατιωτών του Μετώπου» δημοσίευσε προκήρυξη όπου μεταξύ άλλων τόνιζε:

Όταν οι «μεγαλοπράγμονες πολιτικοί» και οι «πατέρες» του έθνους, ασυνείδητα όργανα της τάξης αυτής, ρητορεύουν κομπαστικά για «εθνικές διεκδικήσεις» και «εθνικά συμφέροντα» υπονοούν τα συμφέροντα αυτής της κυβερνώσης ολιγαρχίας των πλουσίων».
Κάτω η επιστράτευσης και κάθε άλλος εκβιασμός του λαού δια νέους πολέμους. Ζήτω η ειρήνη μεταξύ όλων των λαών της Ανατολής και όλου του κόσμου.
Στις 3/1/1921, με αφορμή την Πρωτοχρονιά, η εφημερίδα «Εργατικός Αγώνας» του ΣΕΚΕ, δημοσίευσε το παρακάτω πολύ χαρακτηριστικό άρθρο-προκήρυξη των «Κομμουνιστών Στρατιωτών του Μετώπου»:
Μη μας μιλάτε πια για λευτεριά, γιατί τόσο πιο αβάσταχτα αισθανόμαστε τη σκλαβιά μας. Είδαμε ότι και οι κυβερνήτες, όποιο χρωματισμό κι αν έχουν, δεν είναι παρά γνήσιοι αντιπρόσωποι της εκμεταλλεύτριας αυτών τάξης και ότι η κρατική εξουσία με την στρατοκρατία της δεν είναι παρά μια οργανωμένη βία σε υπηρεσία των συμφερόντων της. Μη μας μιλάτε λοιπόν για πατρίδες και για εθνικές αποκαταστάσεις γιατί τόσο πιο σιχαμεροί μας φαινόσαστε […] κι όταν πια τα είδωλά σας γκρεμίστηκαν μέσα μας και εμείς οι τυφλοί αναβλέψαμε, εκυριεύτηκε η καρδιά μας από μίσος εναντίον σας.
Μα όχι από το καταστρεπτικό και στείρο εκδικητικό μίσος που σεις και οι όμοιοί σας καλλιεργείτε καταχθόνια ανάμεσα στους λαούς και που γεννάει τις ανθρωποσφαγές των γαλλογερμανικών και ελληνοβουλγαρικών πολέμων, αλλά το μεγάλο και ιερό και δημιουργικό αίσθημα της αγανάκτησης, που κατά τις ώριμες επαναστατικές ιστορικές περιόδους εμψυχώνει τους λαούς που συντρίβουν τα δεσμά της σκλαβιάς τους, γκρεμίζουν την παλιά κοινωνία και οικοδομούν μια καινούργια, ελεύθερη και δίκαιη. Το σπέρμα της καινούργιας ανθρωπότητας έπεσε από πολύ καιρό τώρα και βλάστησε μέσα στους καπνούς του πολέμου, εκεί πάνω στο βοριά. Γι' αυτό, μεγάλοι κυβερνήτες, είμαστε πραγματικά ηρωικοί στρατιώτες της ανθρωπότητας και όχι της πατρίδας σας. Και γι' αυτό η πρώτη του 1921 δεν ακούει εδώ πάνω στο μέτωπο ούτε τα μοιρολόγια των αδικοσκοτωμένων, ούτε τους στεναγμούς των βασανισμένων, αλλά μια κραυγή μεγάλη στεντόρεια, που βγαίνει κι απ' των πολεμιστάδων τα παλληκαρίσια στήθεια κι από των κοιτώμενων ταχτικιασμένα πνευμόνια κι από των αποθαμένων τα χωσμένα κόκκαλα: Ζήτω η Επανάστασις!»

Κομμουνιστές στρατιώτες του μετώπου