Το 44% της αποχής, που καταγράφηκε στις κάλπες της 20ής Σεπτέμβρη, αποτελεί ιστορικό ρεκόρ σε βουλευτικές εκλογές και ήταν αυξημένη κατά 764.133 ψήφους σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2015.

Τότε είχε φτάσει στο 36,4%, έναντι 37,5% τον Ιούνιο του 2012. Πριν από τα μνημονιακά χρόνια η αποχή ήταν κάτω του 30%, ενώ παλιότερα δεν ξεπερνούσε το 25%. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις εκλογές του 2009 μέχρι σήμερα, το δρόμο για την κάλπη «έχασαν» περίπου 1,5 εκατ. άνθρωποι. 
Η αποχή εκφράστηκε ιδιαίτερα έντονα στα αστικά κέντρα, καταδεικνύοντας μια ευρύτερη τάση απογοήτευσης –μετά την «εξαπάτηση ΣΥΡΙΖΑ»– και απάθειας. Για παράδειγμα, στη Β’ Αθήνας η συμμετοχή κυμάνθηκε στο 63,3% από 72,8% τον Ιανουάριο του 2015. Φυσικά, ενισχύθηκε και στην επαρχία, όπου επέδρασαν και οι οικονομικοί λόγοι, όπως τα ακριβά διόδια και το κόστος μετακίνησης. Ίσως οι εκλογικοί κατάλογοι να μην έχουν εκκαθαριστεί στο σύνολό τους, αλλά η σταθερή αύξηση της αποχής τα τελευταία χρόνια είναι υπαρκτό και άκρως ανησυχητικό φαινόμενο. 
Μήνυμα
Το μεγάλο μέγεθος της αποχής είναι αναμφισβήτητα ένα πολύ ηχηρό μήνυμα στο πολιτικό προσωπικό και αποτύπωση αυτού που ορίζεται ως «κρίση πολιτικής εκπροσώπησης» ή «αμερικανοποίηση της πολιτικής ζωής». Δηλαδή αυτό το αίσθημα ματαιότητας που οδηγεί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού στο να θεωρούν ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει στη ζωή τους, ότι δεν υπάρχει καμία πολιτική δύναμη που να τους αντιπροσωπεύει, ότι όλα όσα συμβαίνουν γύρω τους δεν τους αφορούν. Πρόκειται κύρια για φτωχούς ή νεολαίους, που δεν βλέπουν καμία προοπτική για το μέλλον. Συμπεριφορά που οδηγεί αναπόφευκτα στην περιθωριοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Είναι το «μη ορατό» τμήμα που δεν μπορούν να ανιχνεύσουν οι δημοσκόποι και γι’ αυτό πέφτουν συνέχεια έξω στις προβλέψεις τους. 
Αν σε αυτή την εικόνα προστεθεί και η είσοδος στη βουλή του κόμματος-παρωδία της Ένωσης Κεντρώων του Βασίλη Λεβέντη, είναι ορατός ο κίνδυνος να μετατραπεί η απογοήτευση από τον ΣΥΡΙΖΑ σε πολιτική αφασία και να παγιωθούν παρακμιακές καταστάσεις που ανήκουν στο πεδίο της μετα-πολιτικής. Γιατί μόνο αθώος δεν ήταν ο «πολιτικός χαβαλές» και ο «χλευασμός» προς το πολιτικό κατεστημένο, μέσω της ψήφου στην Ένωση Κεντρώων, όταν το διαδίκτυο γέμισε (τυχαία;) με βιντεάκια από τις λεγόμενες «προφητείες» του Λεβέντη, ο οποίος από «έξαλλος γραφικός» της μεταμεσονύκτιας τηλεοπτικής ζώνης μετατράπηκε, ως διά μαγείας, για τα ΜΜΕ σε «νηφάλιο» και «διορατικό» πολιτικό. 
Τόσο η κοινωνική περιθωριοποίηση, όσο και η πριμοδότηση θνησιγενών  και ακίνδυνων πολιτικών μορφωμάτων (με το ΝΑΙ και το πάση θυσία στο ευρώ είναι ο Λεβέντης), προφανώς εξυπηρετούν τις επιδιώξεις της άρχουσας τάξης. Σε μεγάλο βαθμό, αυτές οι τάσεις προωθούνται από το σύστημα και φυσικά εντάσσονται στην επιχείρηση «επαναφορά στην κανονικότητα», που έχει διαταραχθεί από την οικονομική και πολιτική κρίση των τελευταίων ετών, η οποία έχει δημιουργήσει ένα τοπίο ρευστότητας, ανοιχτό σε κάθε πιθανή εξέλιξη: σε ριζοσπαστική ή αντιδραστική κατεύθυνση. 
Απουσία πειστικής εναλλακτικής
Σίγουρα, η απουσία πειστικής εναλλακτικής στο αντιμνημονιακό στρατόπεδο, και ειδικότερα από μεριάς ριζοσπαστικής Αριστεράς, συνέβαλε και αυτή με τη σειρά της στην αποχή. Το στοίχημα για τη Λαϊκή Ενότητα είναι να αποτελέσει μαζική πολιτική έκφραση για τις δυνάμεις της εργασίας και της νεολαίας και να συμβάλει αποφασιστικά στην οργάνωση της κοινωνικής αντίστασης, απέναντι στη μνημονιακή λαίλαπα. Και για να κερδηθεί, υπάρχουν βασικές προϋποθέσεις: ένα πιο ξεκάθαρο πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα, δημοκρατική συγκρότηση «από τα κάτω», διαφορετικές κινηματικές και πολιτικές πρακτικές, που σημαίνει διαζύγιο με τις εύκολες «βεβαιότητες» και τις απωθητικές «γραφειοκρατίες».