Προς τα πού; Μαζί με ποιους; Ενάντια σε ποιους;

Η πειθαρχία της ΚΟ και του κόμματος του ΣΥΡΙΖΑ στις υποχρεώσεις του Μνημονίου 3 –με την ψήφιση του ασφαλιστικού, της νέας φοροεπιδρομής και τη δρομολόγηση ανατροπών ιστορικής σημασίας στα εργασιακά– δημιουργεί μια νέα κατάσταση. Οι μνημονιακές πολιτικές δυνάμεις ανανεώνονται, η κοινωνική αντίσταση στη λιτότητα και στον αχαλίνωτο νεοφιλελευθερισμό παίρνει χαρακτηριστικά δρόμου αντοχής και όχι –ή όχι ακόμα– κούρσας ταχύτητας. 
Στο πολιτικό πεδίο η σύγκλιση της ομάδας Τσίπρα με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και η ανάλογη προεργασία για το 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ προετοιμάζουν μιαν «ανασύνθεση» του αστικού πολιτικού δυναμικού, με συγκολλητική ουσία την υποχρέωση επιβολής του Μνημονίου 3 και, προς τούτο, την αναζήτηση μιας ευρύτερης κυβερνητικής συμμαχίας με (όλο ή μεγάλο τμήμα από) το ΠΑΣΟΚ. Η ολοκλήρωση της μετατροπής του ΣΥΡΙΖΑ σε «κόμμα Τσίπρα» αναδεικνύεται ως η προϋπόθεση για τη συγκρότηση ενός κυβερνητικού «μπλοκ Τσίπρα», ενταγμένου πλέον με σαφήνεια στην παράδοση και την πολιτική της σοσιαλδημοκρατικής κεντροαριστεράς.
Στην επιχείρηση αυτή η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ έχει ως όπλα την κρίση των πολιτικών αντιπάλων της (τόσο της ΝΔ όσο και του ΠΑΣΟΚ), τη φθορά των παραδοσιακών καθεστωτικών δυνάμεων που εξακολουθεί να τροφοδοτεί την αποτελεσματικότητα της ρητορικής «ενάντια στη διαπλοκή», αλλά και τη σκανδαλώδη υποστήριξη μεγάλου τμήματος των δανειστών που πλέον γνωρίζουν ότι δεν διαθέτουν στην Ελλάδα σταθερότερο σημείο στήριξης από την ομάδα Τσίπρα.
Όμως, η επιχείρηση αυτή έχει και συγκλονιστικές αντιφάσεις που την κάνουν εξαιρετικά ασταθή και αβέβαιη. Το Μνημόνιο 3 είναι αδιέξοδη πολιτική και ταυτόχρονα αποκόβει τους υποστηρικτές του από την κοινωνική βάση. Πολύ περισσότερο που το σύστημα διεθνώς –και ειδικότερα στην ευρωζώνη– εξακολουθεί να βυθίζεται στην κρίση. Είναι απολύτως θεμιτό να εκτιμήσουμε ότι η μανούβρα Τσίπρα θα έχει μια ατιμωτική κατάρρευση. Η ταχύτητα όμως της κατάρρευσης θα εξαρτηθεί αποφασιστικά από τις αντιδράσεις των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων, αλλά και από την πολιτική της ριζοσπαστικής αντιμνημονιακής Αριστεράς.
Μεταβατικό πρόγραμμα
Κατά την περίοδο της μεγάλης ανάπτυξης των κοινωνικών αγώνων αντίστασης προέκυψε ένα σύνολο άμεσων και ενδιάμεσων πολιτικοκοινωνικών στόχων, που συγκροτούσε τα θεμέλια ενός μεταβατικού προγράμματος: από τη σκοπιά των εργατικών συμφερόντων και των κοινωνικών δικαιωμάτων πρέπει να ανατρέψουμε τη λιτότητα και τα μνημόνια. Για να το πετύχουμε αυτό οφείλουμε: να σταματήσουμε την πληρωμή του χρέους με στόχο τη διαγραφή του, να εθνικοποιήσουμε τις τράπεζες και να σταματήσουμε τις ιδιωτικοποιήσεις, να συγκρουστούμε με τις ευρωηγεσίες και να προετοιμαστούμε για ρήξη και έξοδο από την ευρωζώνη. Κατά τη γνώμη μας το σύνολο αυτού του «προγράμματος» πρέπει να συνεχίσει να δεσμεύει τη ριζοσπαστική Αριστερά. Όμως η δέσμευση πρέπει να αφορά το σύνολο και όχι την αυτονόμηση της α’ ή της β’ πλευράς αυτής της πολιτικής.
Για παράδειγμα, κάποιοι σύντροφοι θεωρούν ότι η επιμονή στα ταξικά σημεία της αντίστασης (στην προσπάθεια να μην εφαρμοστεί το ασφαλιστικό ή να μην περάσουν τα εργασιακά…) είναι «οικονομισμός» και αντιπροτείνουν μια πολιτική καμπάνια με κέντρο την έξοδο από το ευρώ. Όμως ένας «αντι-ευρώ» προπαγανδισμός, πέρα από την αμφίβολη αποτελεσματικότητά του, στις σημερινές συνθήκες αρχίζει να αποκτά και αμφίσημη πολιτική ταυτότητα.
Στη Βρετανία η νίκη στο δημοψήφισμα για το Brexit ήταν αναμφίβολα μια απόδειξη της κρίσης της ευρωζώνης. Όμως κανείς δεν δικαιούται να υποτιμά το σοβαρό ζήτημα ότι την πολιτική διεύθυνση της γραμμής για το Brexit ανέλαβαν συντηρητικές (νεοφιλελεύθερες και ρατσιστικές) δυνάμεις. Οι σύντροφοί μας της καμπάνιας για το Lexit –παρά την περιορισμένη δύναμή της– πρόσφεραν μια καθοριστικής σημασίας υπηρεσία: την απόδειξη ότι στην πολιτική για το Exit εξακολουθεί να υπάρχει η διάκριση Αριστερά-Δεξιά, η ταξική διάκριση, η αντιπαράθεση του διεθνισμού με τον εθνικισμό. Και η διάκριση αυτή δεν αφορά μόνο τη Βρετανία. Σήμερα στη Γαλλία και στην Ιταλία σοβαρά τμήματα των κυρίαρχων τάξεων και των αστικών πολιτικών δυνάμεων κάνουν λόγο για επιστροφή στο φράγκο και στη λιρέτα. Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για αυταπάτες περί «προοδευτικού ρόλου» αυτών των δυνάμεων, που υποστηρίζουν τη μετάβαση στα εθνικά νομίσματά τους ως μέσον όχι για την ανατροπή, αλλά για την κλιμάκωση της αντεργατικής επιθετικότητας.
Είναι σωστή μια εκτίμηση της ΛΑΕ ότι «η κρίση της ΕΕ, η αμφισβήτηση του ευρώ και της ευρωζώνης από σημαντικούς οικονομολόγους διεθνούς κύρους, του ευρύτερου σοσιαλδημοκρατικού ή και συντηρητικού χώρου, το Brexit, η αμφισβήτηση της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης ακόμα και από τμήματα των αστικών τάξεων ισχυρών χωρών της Δύσης… αρχίζουν να δημιουργούν νέα δεδομένα». Πράγματι. Όλα αυτά αναδεικνύουν τα προβλήματα συνοχής των αντιπάλων μας. Όμως πρέπει να είμαστε καθαροί: με αυτά τα «τμήματα των αστικών τάξεων» δεν υπάρχει κανένα περιθώριο συμμαχίας, έστω και συνεργασίας ή ανοχής, στο όνομα μιας τάχα κοινής πολιτικής για «απο-παγκοσμιοποίηση». 
Αυτές οι εκτιμήσεις προφανώς συνδέονται με το κρίσιμο ζήτημα των πολιτικών συμμαχιών. Γιατί ήταν και παραμένει λάθος μια διεύρυνση των συμμαχιών, ώστε να περιλαμβάνει τις αντιμνημονιακές δυνάμεις γενικώς. Σε ό,τι μας αφορά, προτείναμε και εξακολουθούμε να προτείνουμε την ενότητα στη δράση των αντιμνημονιακών δυνάμεων της Αριστεράς, δηλαδή των κομμάτων και οργανώσεων που συγκρούονται με το Μνημόνιο 3 από τη σκοπιά των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων: της ΛΑΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της Πλεύσης Ελευθερίας, της Δικτύωσης και των άλλων δυνάμεων που εγκατέλειψαν τον μνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ, ενώ θα ήμασταν ευτυχείς αν μια ανάλογη πολιτική συμμεριζόταν το ΚΚΕ. Προς την κατεύθυνση αυτή εξακολουθεί να εκκρεμεί το καθήκον για ανάληψη συγκεκριμένων πρωτοβουλιών. 
Αγώνες
Στη φετινή ΔΕΘ θα έχουμε να αντιτάξουμε στις εξαγγελίες Τσίπρα μια ζωντανή εργατική διαδήλωση, με κέντρο τα αιτήματα της τάξης μας. Στις βδομάδες που θα ακολουθήσουν θα έχουμε να οργανώσουμε τους αγώνες ενάντια στην εφαρμογή του ασφαλιστικού, ενάντια στο πέρασμα των αντιμεταρρυθμίσεων στα εργασιακά, ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις και τους πλειστηριασμούς. Παράλληλα οφείλουμε να ανοίξουμε μια πλατιά δημόσια συζήτηση για το χρέος και την αναγκαία σύγκρουση με την ευρωζώνη, υποστηρίζοντας τη συνεργασία των ριζοσπαστικών, αντιμνημονιακών και αντικαπιταλιστικών δυνάμεων της Αριστεράς στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς. Με τέτοιες πρωτοβουλίες θα πρέπει, επίμονα, να διαμορφώσουμε τους όρους για να επιστρέψει ξανά η ελπίδα στον κόσμο της κοινωνικής αντίστασης.