Ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε προεδρικό διάταγμα για την επίσημη αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία Σύμπραξης των Δύο Πλευρών του Ειρηνικού (TPP), την εκτεταμένη οικονομική συμφωνία μεταξύ 12 κρατών που είχε διαπραγματευτεί η απελθούσα κυβέρνηση Ομπάμα και έμενε να επικυρωθεί από τη Γερουσία. Ο Τραμπ τήρησε μια κεντρική δέσμευση της δεξιάς του προεκλογικής εκστρατείας, αλλά ένα τμήμα της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος τον επαίνεσε.

Ο Μπέρνι Σάντερς για παράδειγμα είπε σε δήλωσή του: «Αν ο πρόεδρος Τραμπ επιδιώκει ειλικρινά μια νέα πολιτική που θα βοηθάει τους Αμερικανούς εργάτες, τότε θα ήμουν πολύ ευτυχής να συνεργαστώ μαζί του». Και ο πρόεδρος της εργατικής συνομοσπονδίας AFL-CIO, Ρίτσαρντ Τράμκα, έφτασε να πιστωθεί την απόφαση εκ μέρους «μιας ισχυρής συμμαχίας εργατικών, περιβαλλοντικών, καταναλωτικών συλλογικοτήτων, κοινοτήτων δημόσιας υγείας και συμμάχων δυνάμεων που ενώθηκαν για να σταματήσουν την TPP».
Εδώ, ο συνεργάτης του «Socialist Worker», Πράναβ Τζάνι, αμφισβητεί τη λογική τoύ να στοιχίζεται η Αριστερά πίσω από τον Τραμπ, σε ένα άρθρο που βασίστηκε σε σχόλιό του στο Facebook. 

---------

Μισώ τη Συμφωνία Σύμπραξης των Δύο Πλευρών του Ειρηνικού (TPP), στην οποία εναντιώνεται επίσης και ο Ντόναλντ Τραμπ. Αλλά το εργατικό κίνημα και η Αριστερά πρέπει να διασφαλίσουν ότι δεν θα πέσουμε στην παγίδα του οικονομικού εθνικισμού του Τραμπ –που απλώς αλλάζει τους όρους με τους οποίους ο αμερικανικός καπιταλισμός εκμεταλλεύεται τον ντόπιο εργατικό πληθυσμό, ενώ προσπαθεί να διατηρήσει την παγκόσμια κυριαρχία του απέναντι στην άνοδο της Κίνας. 
Η ρητορική του Τραμπ και οι απειλές του για ενέργειες ενάντια στο ελεύθερο εμπόριο –ένας τελωνειακός φόρος για αμερικανικές εταιρείες που βγάζουν στο εξωτερικό τα εργοστάσιά τους, περιορισμοί στις εισαγωγές και τις εξαγωγές– έχουν στόχο να διατηρήσουν το μύθο ότι παλεύει για τους απλούς εργαζόμενους. 
Και από τη στιγμή που ο Μπαράκ Ομπάμα, η Χίλαρι και ο Μπιλ Κλίντον ήταν λίγο-πολύ υποστηρικτές κάθε συμφωνίας υπέρ του ελεύθερου εμπορίου στην οποία μπορούσαν να βάλουν το χέρι τους, η αφήγηση του Τραμπ ότι υπερασπίζεται τους εργάτες απέναντι στο κατεστημένο των οπαδών του ελεύθερου εμπορίου ακούγεται πειστική. 
Η πραγματικότητα ωστόσο είναι αυτή: ο οικονομικός εθνικισμός του Τραμπ και η απόρριψη της TPP εκ μέρους του πάνε χέρι χέρι με τη ρατσιστική και αντιμεταναστευτική ιδεολογία, την ισλαμοφοβία και μια ιμπεριαλιστική ατζέντα που επιδιώκει να επεκτείνει την οικονομική και στρατιωτική κυριαρχία των ΗΠΑ. 
Για τον Τραμπ, το σύνθημα «Στοπ στην TPP» πάει πακέτο με το «Όχι στους πρόσφυγες από Συρία και Σομαλία», το «Χτίζουμε το τείχος» και επιταχύνουμε τις απελάσεις, το «Έξω οι μουσουλμάνοι». 
Ο Τραμπ ισχυρίζεται ότι θα κρατήσει τις θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ για τους ντόπιους εργάτες. Αλλά ταυτόχρονα εναντιώνεται στους αγώνες για μισθολογικές αυξήσεις και στο συνδικαλισμό, και προτείνει τη σύλληψη και την απέλαση των εργατών χωρίς χαρτιά. 
Με ποιον τρόπο είναι αυτά νίκη για τους εργάτες στις ΗΠΑ; Οι δουλειές που θα προκύψουν από τις πολιτικές Τραμπ θα είναι για όλους; Θα έχουν αξιοπρεπείς μισθούς και παροχές; Θα σημαίνουν παροχές στην υγεία ή κατοχύρωση των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων; (ΣτΜ: Τα «αναπαραγωγικά δικαιώματα» περιγράφουν δικαιώματα όπως οι αμβλώσεις, η χρήση αντισυλληπτικών, η σεξουαλική εκπαίδευση στα δημόσια σχολεία, η πρόσβαση σε σχετικές υπηρεσίες υγείας κ.λπ.).
Θα θέσει περιορισμούς ο Τραμπ στους αγωγούς πετρελαίου και θα υπερασπιστεί τα δικαιώματα των Ινδιάνων, ή θα διατάξει μια εκρηκτική κατασκευαστική ανάπτυξη τέτοιων αγωγών και θα ποδοπατήσει αυτά τα δικαιώματα;
Κι όταν οι εργάτες των ΗΠΑ αμυνθούν, θα αντιμετωπίσουν μια πιο κατασταλτική αστυνομική δύναμη, οπλισμένη με ακόμα βαρύτερο στρατιωτικό εξοπλισμό και ενθαρρυμένη από τις επιθέσεις του Τραμπ στο κίνημα «Οι Μαύρες Ζωές Μετράνε». Η πρόσβαση σε στέγαση και εκπαίδευση θα συνεχίσουν να αποτελούν έναν σκληρό αγώνα για την εργατική τάξη και τους φτωχούς, ιδιαίτερα για τους μη λευκούς.
Ενώ διάφοροι μεμονωμένοι καπιταλιστές μπορεί να ζημιωθούν προσωρινά από τις πολιτικές που βάζουν όρια στο ελεύθερο εμπόριο και επιβάλλουν προστατευτισμό, ο στόχος του Τραμπ στην πραγματικότητα είναι να ενδυναμώσει την εξουσία της αμερικανικής αστικής τάξης ως συνόλου. «Μείνετε στην πατρίδα και θα ανταμειφθείτε με μια γλυκιά συμφωνία για μεγάλα κέρδη», αυτό είναι το μήνυμά του στους καπιταλιστές. 
Και με δεδομένο ότι οι επιχειρήσεις ιδιοκτησίας του ίδιου του Τραμπ απλώνονται διεθνώς, δεν πιστεύω ότι πραγματικά οι περιορισμοί που προτείνει θα εμποδίσουν το αμερικανικό κεφάλαιο από το να αρπάζει διεθνείς ευκαιρίες, απλά θα αλλάξουν τους όρους με τους οποίους το κάνει. 
Ενώ φαίνεται ότι η γλώσσα των συνόρων και των φραγμών είναι το ενοποιητικό στοιχείο όλων των πολιτικών του Τραμπ, αυτή είναι επιλεκτική. Όσον αφορά τη στρατιωτική ισχύ ή τις εμπορικές συναλλαγές με συμμάχους όπως το Ισραήλ, η Ινδία και η Σαουδική Αραβία, οι πολιτικές του θα αφορούν απρόσκοπτη κίνηση και πρόσβαση πέρα από τα σύνορα. 
Οπότε η Αριστερά χρειάζεται να είναι εξαιρετικά επιφυλακτική απέναντι στις οικονομικές πολιτικές του Τραμπ που πλασάρονται ως υπεράσπιση των αμερικανικών θέσεων εργασίας, γιατί αυτές αποτελούν τμήμα μιας πολύ ευρύτερης ατζέντας, της ίδιας που υλοποιούσαν ο Ομπάμα και ο Κλίντον, με διαφορετικά μέσα και διαφορετική ρητορική, απευθυνόμενοι σε ένα διαφορετικό ακροατήριο. 
Πρέπει να είμαστε εξαιρετικά επιφυλακτικοί ιδιαίτερα σήμερα, που η αντιιμπεριαλιστική πολιτική της Αριστεράς είναι αρκετά αδύναμη, μετά την υποχώρηση του αντιπολεμικού κινήματος πριν από μια δεκαετία. 
Δεν είναι σύμπτωση ότι η κριτική του Μπέρνι Σάντερς στο κατεστημένο των Δημοκρατικών σε ό,τι αφορά το εμπόριο αποτελούσε το σημείο στο οποίο η πολιτική και η ρητορική του προσέγγιζαν περισσότερο αυτές του Τραμπ. Όπως είχα γράψει και κατά τη διάρκεια της καμπάνιας του Σάντερς για τη διεκδίκηση του χρίσματος των Δημοκρατικών, η αριστερή εκδοχή οικονομικού εθνικισμού που εκπροσωπούσε είχε πολλές αδυναμίες.
Η Αριστερά πρέπει να υπερασπίζεται σταθερά και να αναπτύσσει τις δικές μας αρχές: Όχι αυτές του οικονομικού εθνικισμού ή της «αντιπαγκοσμιοποίησης», αλλά –όπως λέγαμε στην περίοδο μεταξύ της μάχης του Σιατλ και των επιθέσεων της 11ης Σεπτέμβρη– της «παγκόσμιας δικαιοσύνης». Αυτό πηγαίνει χέρι χέρι με τον αντιιμπεριαλισμό και το διεθνισμό. 
Αλλά πρέπει να τα πάμε καλύτερα από το κίνημα της «παγκόσμιας δικαιοσύνης» στα τέλη του ’90, τουλάχιστον στην αμερικανική εκδοχή του, η οποία ενσωμάτωνε και μια δόση οικονομικού εθνικισμού στο εσωτερικό του. Η απόδειξη ήταν η κατάληξή του: Μετά την 11η Σεπτέμβρη και την έναρξη του πολέμου στο Αφγανιστάν, αυτό το κίνημα κατέρρευσε, ενώ οι φιλελεύθεροι και οι προοδευτικοί ευθυγραμμίστηκαν με την υποστήριξη στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο –έναν πόλεμο διαρκείας που δεν έχει τελειώσει ακόμα. 
Ο ιμπεριαλισμός αφορά οικονομικές και στρατιωτικές πολιτικές που συνδυάζονται για να διασφαλίσουν τη διαιώνιση της κυριαρχίας των πλουσιότερων καπιταλιστικών κρατών και των συμμάχων τους πάνω στα υπόλοιπα. Οι μορφές αυτών των πολιτικών αλλάζουν: Ελεύθερη αγορά ή προστατευτισμός. Αποστολή στρατού ξηράς ή βομβαρδισμοί με drones. Πολυμερώς μέσω του ΟΗΕ ή μονομερώς από την πλευρά των ΗΠΑ. Αλλά για την εργατική τάξη στις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο πλανήτη, ένα πράγμα δεν αλλάζει: ο ιμπεριαλισμός δολοφονεί. Τελεία.

(μετάφραση: Αλέξης Λιοσάτος)