Η εργατική-λαϊκή εξέγερση στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη αποτελεί ένα εξαιρετικά σπουδαίο γεγονός για το κίνημα και την Αριστερά διεθνώς, αλλά ιδιαίτερα στα Βαλκάνια.

Ξεκίνησε από τον αγώνα των απολυμένων εργατών στην Τούζλα, αγκαλιάστηκε από τη νεολαία και τα λαϊκά στρώματα, εξαπλώθηκε στις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας, προκάλεσε αίσθηση, όταν ξέσπασε οργισμένα ενάντια στα κυβερνητικά και τα κομματικά κτίρια, προκάλεσε παραιτήσεις αρκετών τοπικών κυβερνήσεων (στα καντόνια), αλλά η πιο ενδιαφέρουσα και ελπιδοφόρα πτυχή του έχει αποσιωπηθεί. Οι διαδικασίες που αναπτύσσει, τα αιτήματα που διατυπώνει και το συνολικότερο πολιτικό του μήνυμα για την περιοχή είναι τεράστιας σημασίας. 
Στην Τούζλα, το «λίκνο» της εξέγερσης, οι «εργάτες και πολίτες της Τούζλα», αμέσως μετά την ανατροπή της κυβέρνησης του καντονιού, συγκρότησαν το λεγόμενο «Plenum» («Ολομέλεια») της πόλης. Σύντομα αντίστοιχες «Ολομέλειες» (ή απόπειρες για κάτι παρεμφερές) ξεπετάχθηκαν σε μια σειρά πόλεις: Σαράγεβο, Μπρίτσκο, Μόσταρ, Μπίχατς, Ζένιτσα. 
Λαϊκές συνελεύσεις
Οι «Ολομέλειες» είναι λαϊκές συνελεύσεις, γίνονται τακτικά, όπου συμμετέχει και παίρνει το λόγο όποιος το επιθυμεί, οι οποίες αποφασίζουν με ψηφοφορίες και ορίζουν οι ίδιες τους «εκπροσώπους» τους, όταν κάτι τέτοιο χρειάζεται (κυρίως για τις δηλώσεις στα μίντια). Πρόκειται για εργαλεία αυτό-οργάνωσης και αυτό-εκπαίδευσης των «από κάτω», τα οποία, αν σταθεροποιηθούν και διευρυνθούν, μπορούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο για τη συνέχεια του κινήματος. 
Σε αντίθεση με το όνομά τους, φυσικά δεν εμπλέκουν το «σύνολο του πληθυσμού», αντίθετα σε αυτές συμμετέχουν οι αγωνιστικές μειοψηφίες. Αλλά δεν πρόκειται για αμελητέες μειοψηφίες (π.χ. μια χούφτα ακτιβιστών ή πανεπιστημιακών).Εκατοντάδες ή και χιλιάδες άνθρωποι συμμετέχουν και η ταξική σύνθεση που τους δίνουν, καθορίζει σε ένα βαθμό και το περιεχόμενό τους, που αφορά μια πολύ «πραγματική» συζήτηση, για το πώς θα οργανωθεί ο αγώνας, ή πώς θα επιβληθούν τα αιτήματα που έχουν διατυπωθεί. 
Πρόκειται για μια «συλλογική αφύπνιση» που –όπως το έθεσε ο ακτιβιστής Εμίν Εμινάγκιτς– «μπορεί να είναι η ευκαιρία που περιμέναμε εδώ και πολύ καιρό για να επανεισαχθεί η ιδέα της ταξικής πάλης στην κοινωνία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης». 
Από την πρώτη σχεδόν στιγμή η εξέγερση ξεπέρασε τη λογική της απεύθυνσης αιτημάτων προς τις Αρχές, για να ικανοποιηθούν. Όλες οι «Ολομέλειες» συμπεριλαμβάνουν στα αιτήματά τους την πτώση της τοπικής τους κυβέρνησης, ενώ πολλές καλούν και σε ανατροπή της κεντρικής κυβέρνησης. Η απάντηση που δίνεται ως τώρα στο ζήτημα της εξουσίας –τόσο στη συγκρότηση τοπικών οργάνων που θα καλύψουν το κενό εξουσίας, όσο και στο θέμα της αντικατάστασης της υπαρκτής κεντρικής κυβέρνησης– κεντράρει στην επιλογή «ακομμάτιστων», «ικανών», «ασυμβίβαστων» προσώπων, που «δεν έχουν ασκήσει κυβερνητική εξουσία σε κανένα επίπεδο». 
Πρόκειται για το μαζικό φαινόμενο της «αντι-πολιτικής» που έχει χαρακτηρίσει πολλά κινήματα διεθνώς τα τελευταία χρόνια. Οι διαδηλωτές δεν στρέφονται τόσο ενάντια σε μια συγκεκριμένη πολιτική ενός δεδομένου κυβερνητικού κόμματος, όσο στο σύνολο μιας «πολιτικής ελίτ», την οποία βλέπουν ως τελείως ξένο –και εχθρικό–  σώμα προς το κοινωνικό σύνολο. 
Το βασικό εχέγγυο απέναντι στο –αντιφατικό– αίτημα για «τεχνοκρατική κυβέρνηση» είναι τα κοινωνικά αιτήματα. Οι «Ολομέλειες» συνοδεύουν το αίτημα για μια νέα κυβέρνηση με το πρόγραμμα που περιμένουν αυτή να υλοποιήσει. Και η κατεύθυνση αυτού του προγράμματος, με βάση τα αντινεοφιλελεύθερα αιτήματα των «Ολομελειών», κινείται στην κατεύθυνση της «οικονομικής ισότητας».  
Ωστόσο ένα αίτημα, από την Τούζλα, έχει ξεχωριστή βαρύτητα: Να επιστραφούν τα εργοστάσια στους εργάτες, να τεθούν υπό δημόσιο έλεγχο και να ξαναρχίσει η παραγωγή.
Μετά από χρόνια νεοφιλελεύθερων επιθέσεων και ιδεολογικής ηγεμονίας, το αίτημα «να επιστραφούν τα εργοστάσια στους εργάτες» αποτελεί μια σπουδαία παρακαταθήκη για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά διεθνώς.
Διεθνισμός
Ο ταξικός χαρακτήρας της εξέγερσης στέλνει και ένα άλλο σημαντικό μήνυμα στα Βαλκάνια: το διεθνισμό. Πολλές εξεγέρσεις βρέθηκαν γρήγορα αντιμέτωπες με «θεωρίες συνωμοσίας». Αν πιστέψει κανείς τις  –αντιθετικές μεταξύ τους– δηλώσεις των πολιτικών ηγεσιών όλων των εθνικιστικών κομμάτων, όσα συμβαίνουν είναι ταυτόχρονα συνωμοσία ενάντια στο βοσνιακό κράτος, στην κροατική κοινότητα και στη Σερβική Δημοκρατία! Απέναντι σε αυτή την απίθανη μυθοπλασία απαντά το –διάσημο πια– πανό στο Μόσταρ: «Πεινάμε σε τρεις γλώσσες»!
Δεν είναι τόσο υπερβολή αυτό που είπε ο καλλιτέχνης ΝταμίρΝίκσιτς: «Είναι ένα νέο παράδειγμα, ένα νέο Βοσνιακό παράδειγμα. Με άλλα λόγια, δεν μιλάμε πια για εθνικότητες, φυλές, ράτσες και έθνη. Τώρα μιλάμε για τους προλετάριους, τους ανέργους, τον εφεδρικό στρατό της εργασίας». 
Η βαρύτητα αυτού του μηνύματος ξεπερνά την ίδια τη Βοσνία, καθώς η Τούζλα δείχνει το δρόμο στην Ποντγκόριτσα, το Ζάγκρεμπ και το Βελιγράδι. Τα πρώτα «σκιρτήματα» υπήρξαν. Διαδήλωση στην πόλη των Σκοπίων, κινητοποιήσεις στο Ζάγκρεμπ με το σύνθημα «Μία εργατική τάξη – ένας κοινός αγώνας», ακόμα και η ανακοίνωση του σωματείου των αστυνομικών του Βελιγραδίου πως, αν η «βοσνιακή άνοιξη» μεταδοθεί στη Σερβία, δεν θα την καταστείλουν. 
Θα ήταν αφελές να ισχυριστεί κανείς πως όλα θα εξελιχθούν προς το καλύτερο στη Βοσνία και αυτομάτως σε όλα τα Βαλκάνια. Μια τέτοια εξέλιξη δεν θα είναι εύκολη στο «δύσβατο» για την Αριστερά βαλκανικό έδαφος, αλλά διαφαίνεται η δυναμική. 
Η Κροατία έζησε τις δικές της «διαδηλώσεις μέσω φέισμπουκ» το Μάρτη του 2011, δίνοντας για πρώτη φορά «ακροατήριο» στην αντικαπιταλιστική Αριστερά σε μια χώρα της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Το 2012-2013 μια «Σλοβενική εξέγερση» έριξε την κυβέρνηση και οδήγησε στη γέννηση νέων δυνάμεων (όπως η Πρωτοβουλία για Δημοκρατικό Σοσιαλισμό). Κυβερνήσεις έχουν ανατραπεί στη Βουλγαρία. Στη Σερβία η πάλη ενάντια στη νέα αντεργατική νομοθεσία που απαιτεί η ΕΕ, δημιουργεί τις συνθήκες για να συναντηθούν τα πιο μαχητικά συνδικάτα με τις ομάδες της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη ήρθε ως το πιο προωθημένο βήμα αυτού του αναβρασμού. 
Αυτή η δυναμική μπορεί να ξανανοίξει με πιο πραγματικούς όρους μια συζήτηση που διακόπηκε βίαια στο παρελθόν, την αναγκαία συζήτηση για την ανεξάρτητη, αριστερή πολιτική στα Βαλκάνια. Στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, αριστεροί ακτιβιστές θέτουν το ζήτημα πως για να νικήσει ο αγώνας που ξεκινά, πρέπει να μπει ο στόχος της ανατροπής του κράτους-Ντέιτον, που διαιωνίζει τις εθνικιστικές διαμάχες και το στάτους ιμπεριαλιστικού προτεκτοράτου, προς όφελος των τοπικών ελίτ και των Μεγάλων Δυνάμεων.
Αυτή η ανάγκη αφορά όλα τα Βαλκάνια. Από τα τέλη του 19ου αιώνα και την εποχή του «Ανατολικού Ζητήματος» μέχρι σήμερα, η περιοχή βασανίστηκε από αυτή τη διπλή (και αλληλοτροφοδοτούμενη) μάστιγα των ανταγωνισμών μεταξύ των τοπικών αστικών τάξεων και των εκτεταμένων παρεμβάσεων των ιμπεριαλιστών.
Ιμπεριαλισμός
Οι απειλές του Βαλεντίν  Ίντζκο, Ανώτατου Αντιπροσώπου των Δυτικών Δυνάμεων, ότι θα στείλει τα στρατεύματα της ΕΕ στη Βοσνία, είναι η άλλη όψη της Συμφωνίας Ελευθέρου Εμπορίου στα δυτικά Βαλκάνια (Σερβία, Κροατία, Βοσνία, Μακεδονία, Μαυροβούνιο, Αλβανία, Κόσσοβο και Μολδαβία) και των προγραμμάτων λιτότητας που επιβάλλει το ΔΝΤ σε Σλοβενία, Κροατία, Βοσνία, Σερβία. Οι αστικές τάξεις της περιοχής έχουν αποδεχθεί αυτή την προοπτική και κοιτάνε να μετριάσουν τις (καταστροφικές) συνέπειές της, οξύνοντας τον μεταξύ τους ανταγωνισμό. 
Η άνοδος των εργατικών αγώνων και η αναγέννηση της Αριστεράς μπορούν να σπάσουν αυτόν το φαύλο κύκλο, αναδεικνύοντας τη διεθνιστική αλληλεγγύη των λαών των Βαλκανίων ενάντια και στις ντόπιες άρχουσες τάξεις και στους ιμπεριαλιστές συμμάχους τους. 
Όσο μακρινή κι αν δείχνει μια τέτοια προοπτική, αξίζει να ξαναμπεί στο τραπέζι. Γι’ αυτό και την εντοπίζουν αρκετοί Βαλκάνιοι σύντροφοι, αλλά και αρκετοί διεθνείς αριστεροί αρθρογράφοι. Και οι μεν και οι δε φυλάνε μια ξεχωριστή θέση για το ρόλο που μπορεί να παίξει το κίνημα και η Αριστερά στην Ελλάδα, και σωστά. Αλλά το παράδοξο είναι πως αυτή η συζήτηση απουσιάζει παντελώς στην Ελλάδα. 
Η ευρωπαϊκή Αριστερά ταύτισε την Ευρώπη με την ΕΕ και συχνά οι επικλήσεις στο διεθνισμό εξαντλούνται εντός της Ενωμένης Ευρώπης, που είναι μια επιλογή των «δικών μας» αστικών τάξεων. Το άνοιγμα αυτής της σχετικής συζήτησης από μερίδες της Βαλκανικής Αριστεράς είναι ένας άλλος τρόπος να τεθεί το ερώτημα που έχουμε ξαναθέσει: Από πότε το «Δ» του διεθνισμού ταυτίζεται με το «Δ» της Δύσης;