Ο θάνατος του Κιμ Γιονγκ Ιλ, ο «εθνικός θρήνος» και η απίθανη «διαδικασία» διαδοχής που έφερε στη θέση του νεκρού δικτάτορα το γιο του Κιμ Γιονγκ Ουν, που θα κυβερνήσει έχοντας το πλευρό του το θείο του, προκάλεσαν συζήτηση για το βορειοκορεατικό καθεστώς.Οι απολογητές του καπιταλισμού βρίσκουν και μιλάνε, όσο η Αριστερά αρνείται να ξεκαθαρίσει με το παρελθόν της.

Ο θάνατος του Κιμ Γιονγκ Ιλ, ο «εθνικός θρήνος» και η απίθανη «διαδικασία» διαδοχής που έφερε στη θέση του νεκρού δικτάτορα το γιο του Κιμ Γιονγκ Ουν, που θα κυβερνήσει έχοντας το πλευρό του το θείο του, προκάλεσαν συζήτηση για το βορειοκορεατικό καθεστώς.

Τα δυτικά ΜΜΕ βρήκαν μια καλή ευκαιρία να επιτεθούν στον «κομουνισμό». Οι ειρωνείες και οι απορίες των «πολιτισμένων» για τη μαζική υστερία, που είδαμε στις τηλεοπτικές οθόνες, είναι τσάμπα μαγκιά. Η προσωπολατρία δεν είναι ξένη στην πολιτική πρακτική αστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στις δυτικές δημοκρατίες, ενώ φαινόμενα μαζικής υστερίας (σε χαρές ή σε λύπες) έχουμε δει να καλλιεργούνται στον «πολιτισμένο κόσμο» για πολιτικές προσωπικότητες ή για διασημότητες, με καλύτερο παράδειγμα την Αγγλία –την παλαιότερη δημοκρατία της Ευρώπης– και τις βδέλλες που ονομάζονται «βασιλική οικογένεια». Στο ζήτημα της «οικογενειοκρατείας» μάλιστα, ειδικά το ελληνικό πολιτικό προσωπικό της άρχουσας τάξης δεν θα έπρεπε να μιλά.
Όμως το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Οι απολογητές του καπιταλισμού βρίσκουν και μιλάνε, όσο η Αριστερά αρνείται να ξεκαθαρίσει με το παρελθόν της.

ΚΚΕ

Τις μέρες μετά το θάνατο του Γιονγκ-Ιλ, στο επίκεντρο βρέθηκε το ΚΚΕ, με το συλλυπητήριο τηλεγράφημα στο Εργατικό Κόμμα Β. Κορέας. Είναι ένα πράγμα η καταγγελία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και τελείως διαφορετικό η υπεράσπιση του δικτατορικού καθεστώτος ως «σοσιαλιστικό» ή κάτι παρόμοιο (αντι-ιμπεριαλιστικό, αδέσμευτο...) που υποτίθεται έχει κάποια σχέση με την Αριστερά.

Ο «Ριζοσπάστης» κάνει ελάχιστη κριτική στο καθεστώς, ενώ ξεπερνά την παρατήρησή του ότι η οικογενειοκρατία είναι αταίριαστη με την «εργατική εξουσία» χωρίς καμία εξήγηση. Η ταύτιση της «εργατικής εξουσίας» με το σουλτανισμό του βορειοκορεατικού καθεστώτος, με μια κοινωνία-στρατώνα, όπου ο στρατός απολαμβάνει προνόμια, ενώ μεγάλη μερίδα του πληθυσμού λιμοκτονεί, κάνει την ίδια (και μεγαλύτερη, καθώς προέρχεται από ένα Κομουνιστικό Κόμμα) ζημιά με τη δυτική προπαγάνδα.

Απέναντι σε αυτά τα καθεστώτα, το ΚΚΕ είναι το πιο συνεπές στην ανάλυσή του. Το υπόλοιπο φάσμα της σταλινικής ή σταλινογενούς Αριστεράς, που για δεκαετίες υποστήριξε καθεστώτα του «υπαρκτού» ως σοσιαλιστικά, ποτέ δεν πρόσφερε μια πειστική εξήγηση για το πώς άλλαξαν χαρακτήρα αυτά τα καθεστώτα και τι είναι σήμερα. Κανείς δεν ισχυρίζεται (πέραν του ΚΚΕ) ότι στη Β. Κορέα χτίζεται ο σοσιαλισμός πλέον. Αλλά επίσης κανείς δεν απαντά πώς και πότε έπαψε να είναι «σοσιαλιστική».

Αντι-ιμπεριαλισμός;

Υπάρχει η ευκολία της περιγραφής της Β. Κορέας ως «αγκάθι στα πλευρά» του ιμπεριαλισμού και η απόδοση όλων των δεινών του κορεατικού λαού στην «ιμπεριαλιστική περικύκλωση». Αυτή εξηγεί τη στρατιωτικοποίηση, την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων, το «Τζούχε» (οικονομία της αυτάρκειας). Οι δραματικές επιπτώσεις που έχουν επιφέρει στην κορεατική εργατική τάξη αυτές οι πολιτικές αρκούν για να διαλύσουν το μύθο του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα», αλλά και τις φαντασιώσεις για ένα ενδιάμεσο στάδιο «αυτοδύναμης ανάπτυξης». Η ιμπεριαλιστική περικύκλωση υπάρχει όχι επειδή στη Β. Κορέα κυριαρχεί η εργατική εξουσία, αλλά λόγω του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού των ΗΠΑ με την Κίνα. Για την κορεατική άρχουσα τάξη είναι φυσιολογική επιλογή να αναπτύξει πυρηνικά ως μέσο άμυνας, τη στιγμή που ο λαός λιμοκτονεί, αλλά στην Αριστερά δεν έχει καμιά θέση μια τέτοια αντίληψη για τον αντι-ιμπεριαλιστικό αγώνα.

Το πρόβλημα διαπερνά ένα πολύ πλατύτερο φάσμα της Αριστεράς και επίσης αυτής που επιτέθηκε στο ΚΚΕ ή το ειρωνεύτηκε με αφορμή την ανάλυσή του για τη Β. Κορέα. Ο ευρωκομμουνισμός συγκροτήθηκε παίρνοντας σαφείς αποστάσεις από τη Σοβιετική Ένωση. Αλλά, απομακρυνόμενος από το παλιό «κέντρο» και την υποστήριξή του, βρήκε νέες «σοσιαλιστικές πατρίδες» όπως η Ρουμανία του Τσαουσέσκου. Ανάμεσά τους υπήρξε και η Βόρεια Κορέα, την οποία σήμερα εύκολα απαρνούνται, χωρίς όμως να μπαίνουν στον κόπο να εξηγήσουν πώς και πότε άλλαξε το κοινωνικό σύστημα.

Οι κριτικές στο καθεστώς των Κιμ συνήθως έχουν να κάνουν με χαρακτηρισμούς όπως «απολυταρχία», ενώ πολύς λόγος έχει γίνει για την προσωπολατρία ως πηγή λαθών για την Αριστερά (Στάλιν, Ζαχαριάδης κ.λπ).

Προσωπολατρία

Η προσωπολατρία δεν είναι η αιτία των «προβλημάτων» του παρελθόντος. Είναι σύμπτωμα και υπήρξε ένα αναγκαίο και αποτελεσματικό μέσο υπεράσπισης της αντεπανάστασης για την εδραίωσή της. Ήταν ένα αναγκαίο και αποτελεσματικό μέσο οχύρωσης των ηγεσιών στα ΚΚ, για να επιβάλλουν την υποταγή στο διεθνές κέντρο, τη στρατηγική μετάλλαξη των κομμάτων αυτών και την επιβολή των εκάστοτε εγκληματικών επιλογών τακτικής.
Για τη μεγάλη πλειοψηφία της Αριστεράς ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα για το «σοσιαλισμό που γνωρίσαμε» δεν έγινε ποτέ. Παραπαίει ανάμεσα σε θεωρίες «λαθών» και «στρεβλώσεων» ή αφήνει άλυτα αυτά τα ζητήματα, επιχειρώντας ένα «άλμα προς τα μπρος» και την αναζήτηση του «σοσιαλισμού του 21ου αιώνα».

Στη συζήτηση για τη Β. Κορέα, επαναλαμβάνεται και η ιστορική ευρωκομουνιστική απάντηση της «δημοκρατίας και της ελευθερίας». Είναι ένα επιχείρημα που εξακολουθεί να μην απαντά στο χαρακτήρα αυτών των καθεστώτων, πέρα από το ότι ήταν αντιδημοκρατικά. Ο προσδιορισμός «δημοκρατικός» είναι πλεονασμός, όταν μιλάμε για το σοσιαλισμό. Η εργατική εξουσία παραμένει η δημοκρατικότερη μορφή οργάνωσης που έχει γνωρίσει η κοινωνία. Από αυτή την άποψη πρόκειται για μια απάντηση όχι μόνο ανεπαρκή, αλλά και γεμάτη παγίδες στο τι ακριβώς σηματοδοτεί.

Κρατικός καπιταλισμός

Τα καθεστώτα που προέκυψαν «κατ’ εικόνα» της σταλινικής ΕΣΣΔ ήταν κρατικοί καπιταλισμοί που επέβαλλαν στην εργατική τάξη μια ακραία εκμετάλλευση, για να επιτευχθεί η αναγκαία συσσώρευση και ο στόχος καθυστερημένες οικονομίες να «φτάσουν και να ξεπεράσουν» το δυτικό καπιταλισμό.

Στη σοβιετική Ρωσία, η γραφειοκρατία επέβαλλε μια αντεπανάσταση πάνω στα ερείπια του εργατικού κράτους, που άφησε πίσω του ο εμφύλιος και η ιμπεριαλιστική εισβολή και μέσα από τη φυσική και πολιτική εξόντωση της παλιάς, επαναστατικής «φρουράς» των μπολσεβίκων. Αν η συζήτηση για το πώς χάθηκε η ρώσικη επανάσταση είναι πολύ μεγαλύτερη, τα πράγματα ξεκαθαρίζουν στα υπόλοιπα καθεστώτα που προέκυψαν είτε από τα σοβιετικά τανκς στην Ανατολική Ευρώπη, είτε από αγροτικούς στρατούς καθοδηγούμενους αλλού από ριζοσπάστες στρατιωτικούς και αλλού από διανοούμενους. Πουθενά δεν προέκυψαν από εργατικές επαναστάσεις, στις οποίες οι εργαζόμενοι μέσα από τα δικά τους όργανα ανέλαβαν την οργάνωση της κοινωνίας και της παραγωγής.
Καθώς τα ζητήματα του οράματος και της στρατηγικής ενός σοσιαλιστικού μέλλοντος έρχονται με δριμύτητα στην επιφάνεια, αυτά τα ξεκαθαρίσματα είναι πολύτιμα, για να ξαναγίνει ο σοσιαλισμός πειστική και επιθυμητή προοπτική για τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων.