Με αφορμή τα υποβρύχια, το Βενιζέλο και την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ

 

Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για σύσταση εξεταστικής επιτροπής για τις διαβόητες συμβάσεις παραχώρησης των ναυπηγείων Σκαραμαγκά και το χορό των δισεκατομμυρίων ευρώ γύρω από αυτές αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι έτσι γίνονται πάντα οι «δουλειές» στον καπιταλισμό. Μίζες, σκάνδαλα, διαφθορά. Όμως η κάθαρση δεν μπορεί να είναι απλά μια δικαστική υπόθεση. 
 
Η σημερινή κατάσταση των ναυπηγείων Σκαραμαγκά (Ελληνικά Ναυπηγεία ΑΕ) είναι δραματική. Υποβρύχια σκουριάζουν παρατημένα σε εγκαταστάσεις οι οποίες διατηρούνται ακόμη σε ικανοποιητική κατάσταση χάρη στις ηρωικές προσπάθειες των απλήρωτων για μήνες εργαζομένων (πάνω από 1.200 άτομα), ενώ το εμπορικό κομμάτι των ΕΝΑΕ δεν λειτουργεί πια. 
 
Το κόστος που κλήθηκε να πληρώσει ο φορολογούμενος για τη δήθεν «θωράκιση της χώρας» δεν είναι καθόλου αμελητέο. Από το πρόγραμμα ναυπήγησης των υποβρυχίων του Πολεμικού Ναυτικού η γερμανική HDW αρχικά και στη συνέχεια ο «επενδυτής» της κυβέρνησης Παπανδρέου, Ισκαντάρ Σάφα, εισέπραξαν περίπου 2,5 δισ. ευρώ κατά το χρονικό διάστημα 2000-2011. Μετά από 11 χρόνια και τόσο χρήμα, το Ελληνικό Δημόσιο έχει πληρώσει για έξι νέα υποβρύχια τύπου Τ-214 και για τον εκσυγχρονισμό ενός ακόμη παλαιότερου, τύπου Τ-209, έχοντας παραλάβει μόνο ένα που γέρνει! 
 
Η κύρωση της τελευταίας συμφωνίας, με την οποία το κράτος «ξεφορτώθηκε» τα ναυπηγεία με το νόμο 3885/2010, είναι έργο του τότε υπουργού «Εθνικής Άμυνας», Ε. Βενιζέλου. Ο ίδιος, με σχετική τροπολογία λίγο αργότερα, απαγόρευσε την επιβολή διοικητικών κυρώσεων σε όσες εταιρείες εμπλέκονταν σε αδιαφανείς διαδικασίες και έβλαψαν το Δημόσιο. Γι’ αυτό κάνει σαν «δαιμονισμένος» στο άκουσμα και μόνο της λέξης υποβρύχια.  
 
Συνειδητή ζημιά
Τα πανάκριβα εξοπλιστικά προγράμματα σε μια χώρα χιλιάδων αστέγων δεν είναι ζήτημα «καλής ή κακής διαχείρισης των πόρων». Μπροστά στην ανάγκη εξυπηρέτησης των εμπόρων όπλων και όχι μόνο, μικρά και μεγάλα στελέχη των αστικών κομμάτων (υπουργοί, βουλευτές, διοικητές οργανισμών, διευθυντές υπηρεσιών, δήμαρχοι κλπ) συνειδητά και σχεδόν αναπόφευκτα ζημίωσαν επί δεκαετίες και ζημιώνουν ακόμη το Δημόσιο. Δεν είναι ούτε «προδότες», ούτε «ανίκανοι». Είναι σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό εκτελεστικά όργανα μιας συγκεκριμένης πολιτικής, που υπηρετεί το κοινωνικό σύστημα της κερδοφορίας των λίγων, σε βάρος των αναγκών της συντριπτικής πλειοψηφίας του κόσμου. 
 
Οι μίζες, οι ευνοϊκές νομοθετικές ρυθμίσεις, είναι το μέσο για να μπορεί η άρχουσα τάξη να διατηρεί την εξουσία της και να λεηλατεί ανενόχλητη τους λαούς σε κάθε γωνιά του πλανήτη (αναρίθμητα τα ανάλογα σκάνδαλα σε Γερμανία, ΗΠΑ, Ιταλία, Κίνα).
 
Το πρόβλημα όμως δεν βρίσκεται μόνο στους διεφθαρμένους πολιτικούς, αλλά κυρίως στην ασκούμενη πολιτική και στον τρόπο οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας. Σε τελική ανάλυση, στον ίδιο τον καπιταλισμό, δομικό χαρακτηριστικό του οποίου, εκτός από την καταπίεση, την εκμετάλλευση, τους ρατσιστικούς διαχωρισμούς, είναι και η διαφθορά. 
 
Το παράδειγμα των ναυπηγείων είναι η ακραία εκδοχή ενός συστήματος που σαπίζει, που μέσα στη βαθιά κρίση του ισοπεδώνει κλάδους και ανθρώπινες ζωές. Μοναδική λύση είναι η εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση των ναυπηγείων από μια κυβέρνηση της Αριστεράς, που θα τα επαναλειτουργήσει και θα κατευθύνει την παραγωγή σε εμπορικά πλοία κάτω από δημόσιο-εργατικό έλεγχο. Για παράδειγμα, οι πανάκριβες και ανεπαρκέστατες συγκοινωνίες και η μεταφορά αγαθών στα νησιά θα μπορούσαν να στηριχτούν αποφασιστικά από μια τέτοια πολιτική. 
 
«Κάθαρση»;
Τέλος, η Αριστερά χρειάζεται να θυμάται το φιάσκο του 1989. Απέναντι στη «δυσωδία» του Βενιζέλου και των ομοίων του οφείλει να έχει ακόμα πιο αποτελεσματική απάντηση, πέρα από τις δεδομένες ποινικές ευθύνες για τις σκανδαλώδεις συμβάσεις του Δημοσίου με τους ιδιώτες. Τη στήριξη των συλλογικών αγώνων των «από κάτω» για την υπεράσπιση των εργατικών κατακτήσεων και των κοινωνικών δικαιωμάτων, για την ανατροπή της συγκυβέρνησης και των μνημονίων της ακραίας λιτότητας και τον προσανατολισμό τους σε συνειδητό αντικαπιταλισμό.