Ο Μάικλ Μπράουν ήταν το τελευταίο θύμα ενός ακήρυχτου πολέμου του αμερικανικού κράτους ενάντια στον φτωχό μαύρο πληθυσμό. Η τοπική κοινωνία, με την εξέγερσή της ενάντια στην αστυνομική βία, έφερε στο επίκεντρο τη ζοφερή πραγματικότητα πίσω από τη «μεταφυλετική» βιτρίνα της «χώρας με μαύρο πρόεδρο» και πυροδότησε πανεθνικές αντιδράσεις. Απέναντι σε αυτήν την εξέγερση, το αμερικανικό κράτος έδειξε τα δόντια του. Το Φέργκιουσον βρέθηκε υπό κατοχή.

Πίσω από τη βιτρίνα των «μεταφυλετικών» ΗΠΑ

Τ α γεγονότα στο Φέργκιουσον έφεραν στην επιφάνεια το άσχημο πρόσωπο του πιο ισχυρού κι ανεπτυγμένου καπιταλισμού στον πλανήτη, που αρέσκεται να προβάλλει τον εαυτό του ως την «καλύτερη δημοκρατία στον κόσμο».
Η πολυήμερη εξέγερση της τοπικής κοινωνίας προφανώς και ξέσπασε από την οργή για τη δολοφονία του 18χρονου Μάικλ Μπράουν και απαιτεί την τιμωρία του δολοφόνου. Αλλά ήταν μια οργή που συσσωρευόταν για χρόνια στον προαστιακό δήμο του Σεντ Λούις. Το Φέργκιουσον είναι ένας δήμος στον οποίο οι φτωχοί διπλασιάστηκαν ανάμεσα στο 2000 και το 2012. Ένας στους τέσσερις ζει κάτω από το ομοσπονδιακό όριο της φτώχειας.
Ρατσισμός
Ταυτόχρονα, το Φέργκιουσον είναι ένας δήμος όπου οι μαύροι αποτελούν το 67% του πληθυσμού, αλλά 5 στους 6 δημοτικούς συμβούλους και οι 50 από τους 53 αστυνομικούς είναι λευκοί. 
Αυτός ο συνδυασμός φτώχειας και ρατσισμού είναι έντονος για ιστορικούς λόγους στην κομητεία του Σεντ Λούις και γενικότερα στην πολιτεία του Μιζούρι. Ωστόσο, δεν είναι παρά μικρογραφίες του αμερικανικού καπιταλισμού. Οι ταξικές ανισότητες αυξάνονται ασταμάτητα εδώ και δεκαετίες στις ΗΠΑ, η κρίση επιδείνωσε δραματικά την κατάσταση των εργαζομένων και των φτωχών, ενώ η ανάπτυξη των τελευταίων χρόνων χαρακτηρίζεται ορθά «άνεργη» και «χαμηλόμισθη». Ο συστημικός ρατσισμός, που αξιοποιείται για να στηρίξει το σύστημα της εκμετάλλευσης, επίσης δεν είναι τοπικό πρόβλημα, του «καθυστερημένου Νότου», αλλά χαρακτηριστικό του αμερικανικού καπιταλισμού. 
Σύμφωνα με έρευνα του Malcolm X Grassroots Movement (Κίνημα Βάσης Μάλκολμ Χ), το 2012, 313 Αφροαμερικανοί δολοφονήθηκαν από αστυνομικούς, σεκιουριτάδες ή «αυτόκλητους υπερασπιστές της τάξης». Αυτό σημαίνει ένας δολοφονημένος μαύρος κάθε 28 ώρες. Από τους νεκρούς, ένα 73% ήταν άοπλο και ένα 27% κουβαλούσε μαχαίρι ή όπλο. Μόνο ένα 13% έκανε χρήση του όπλου του «πριν ή αφού έφτασε ο αστυνομικός». Το 88% των 313 δολοφονιών θεωρούνται περιπτώσεις «υπερβολικής βίας» από την πλευρά της αστυνομίας.
Οι δολοφονίες είναι αποτέλεσμα μιας συνολικότερης πολιτικής απέναντι στον μαύρο πληθυσμό. Σχεδόν κάθε νεαρός μαύρος στην Αμερική έχει μια ιστορία να πει με την αστυνομία να τον σταματά, να τον ψάχνει, να τον παρενοχλεί, για λόγους που ένας λευκός έφηβος δεν θα φανταζόταν ποτέ ότι θα μπορούσαν να τον οδηγήσουν απέναντι σε έναν μπάτσο: φορούσε την κουκούλα του φούτερ, τακτοποιούσε τη ζώνη του, οδηγούσε ύποπτα γρήγορα, οδηγούσε ύποπτα αργά κ.λπ. Ενώ οι μαύροι αποτελούν το 13% του πληθυσμού των ΗΠΑ, αποτελούν το 40% των φυλακισμένων. Αν και πουλάνε ή χρησιμοποιούν ναρκωτικά στον ίδιο βαθμό με τους λευκούς, είναι 3 ως 5,5 φορές πιθανότερο να συλληφθούν γι’ αυτό. Οι ποινές των μαύρων συνήθως είναι μεγαλύτερες από των λευκών (για το ίδιο αδίκημα). 
Ο «νέος Τζιμ Κρόου»
Πρόκειται για μια πολιτική που ξεκίνησε με τον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών», που χρησιμοποιήθηκε για τη στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας αλλά και για την προώθηση μιας –στην πράξη– ρατσιστικής πολιτικής, στη «μεταφυλετική» Αμερική. Το σωφρονιστικό σύστημα και η αστυνομία αποτελούν τα βασικά όργανα αυτής της πολιτικής, την οποία περιγράφει η ακτιβίστρια δικηγόρος Μισέλ Αλεξάντερ στο διάσημο στις ΗΠΑ βιβλίο της «Ο νέος Τζιμ Κρόου (σ.σ. η ρατσιστική νομοθεσία που ίσχυε κάποτε στον αμερικανικό Νότο): Μαζικές φυλακίσεις στην εποχή της αχρωματοψίας». Σύμφωνα με την Αλεξάντερ, μετά το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα οι μαύροι δεν είναι πια ανεκτό να στοχοποιούνται για το χρώμα τους, οπότε πλέον παρουσιάζονται ως «εγκληματίες», αλλά η κατάστασή τους (αν συνυπολογιστούν οι φυλακισμένοι στις στατιστικές) στην πράξη παραμένει ίδια όπως στην Αλαμπάμα του 1950. Η εμμονή με την «εγκληματικότητα» φυσικά στοχοποιεί συνολικά τους φτωχούς και τη νεολαία (βλ. το πρωτοπόρο δόγμα «Μηδενική Ανοχή» του πρώην δημάρχου της Νέας Υόρκης Τζουλιάνι), ωστόσο ο βασικός στόχος στην εκστρατεία πειθάρχησης-τρομοκράτησης της κοινωνίας παραμένει ο μαύρος πληθυσμός. 
Κλασικό δείγμα αυτής της πολιτικής ήταν η διαχείριση της δολοφονίας του Μάικλ από την αστυνομία και τα ΜΜΕ. Σε αυτό που ονομάστηκε «δεύτερη δολοφονία του Μάικλ» (και που οδήγησε τη μητέρα του σε κατάθλιψη), τα ΜΜΕ άρχισαν να επιχειρούν να φτιάξουν «το προφίλ του» (αν ήταν σε συμμορία κ.λπ.), ενώ η αστυνομία τη μέρα που εδέησε να δώσει στη δημοσιότητα το όνομα του δολοφόνου ανακοίνωσε παράλληλα πως ο Μάικλ ήταν ύποπτος για ληστεία (κάτι φτηνών πούρων...), με το σχετικό βίντεο (που δεν φαίνεται καθαρά) που έδωσαν να παίζει όλη μέρα κάθε μέρα στα κανάλια. Ενώ ο Ντάρεν Γουίλσον (ο δολοφόνος μπάτσος) δεν γνώριζε καν για τη ληστεία (όπως διευκρίνισε η αστυνομία αργότερα), οι Αρχές έκριναν ότι οι δύο ειδήσεις έπρεπε να βγουν μαζί. 
Ενώ όλα τα ΜΜΕ, για να «εξηγήσουν» τη δολοφονία, ασχολούνταν με το «προφίλ» του... θύματος, κανείς δεν ασχολήθηκε με το προφανές: το «προφίλ» του θύτη! Αν το έκαναν τα κανάλια (όπως το έκανε η Washington Post, 12 μέρες μετά βέβαια), θα μάθαινε το κοινό πως ο Ντάρεν Γουίλσον ανήκε μέχρι πρότινος σε ένα αστυνομικό σώμα 45 λευκών που περιπολούσε σε μια μικρή φτωχή πόλη με 89% μαύρους κατοίκους το οποίο διαλύθηκε σύσσωμο από τις ίδιες τις Αρχές λόγω των υπερβολικά πολλών περιστατικών ρατσιστικής βίας. 
Στις ΗΠΑ, η επιβίωση του συστήματος της εκμετάλλευσης και η θωράκιση του κράτους που το προστατεύει αξιοποιούσε ιστορικά την καταπίεση και το ρατσισμό εις βάρος των μαύρων. Αυτό δεν έχει αλλάξει ούτε σήμερα.
Ταξικές ρίζες
Οι ταξικές ρίζες του προβλήματος είναι τόσο έντονες που καταπιάστηκε με αυτό το θέμα σε άρθρο του στο περιοδικό «TIME» ο θρύλος του NBA Καρίμ Αμπντούλ Τζαμπάρ. Σε ένα συγκλονιστικό άρθρο, που δεν μένει στο Φέργκιουσον, αναφέρεται σε όλες τις ΗΠΑ και καλεί να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση «όχι ως άλλη μια πράξη του συστημικού ρατσισμού αλλά και ως κάτι άλλο: ως ταξικό πόλεμο». Ο Τζαμπάρ εύχεται τα 50 εκατομμύρια άνθρωποι που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας να ενωθούν σε ένα πανίσχυρο οργανωμένο μπλοκ. Και πράγματι, αυτή είναι η απάντηση. Αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει να αντιμετωπιστεί ο ρατσισμός που περιγράψαμε παραπάνω. Έγραψε ο αριστερός αθλητικογράφος Ντέιβ Ζίριν «απαντώντας» στην αποστροφή του Τζαμπάρ ότι ο ρατσισμός ή οι αμβλώσεις είναι «αποπροσανατολιστικά»: 
«Ο Μάικλ Μπράουν δολοφονήθηκε από την αστυνομία γιατί ήταν μαύρος. Αν ήταν λευκός, όσο φτωχός κι αν ήταν, μάλλον δεν θα είχε πεθάνει... Το Φέργκιουσον είναι με πάρα πολλούς τρόπους ταξικό ζήτημα. Αλλά το Φέργκιουσον και ο θάνατος του Μάικλ Μπράουν είναι ζήτημα ρατσισμού. Αν δεν αντιληφθούμε την κεντρικότητα του ρατσισμού και του πώς χρησιμοποιείται για να διχάσει το λαό, τότε η ενότητα των 50 εκατομμυρίων φτωχών που θέλει να δει ο Καρίμ θα μείνει απατηλό όνειρο». 

 

Η αστυνομική κατοχή του Φέργκιουσον

Τ ον Απρίλη του 2014, ο Άρης Χατζηστεφάνου έγραφε για «πρόβα πραξικοπήματος», μελετώντας τα όσα είχε κάνει έναν χρόνο πριν το αμερικανικό κράτος μετά τη βομβιστική επίθεση στη Βοστόνη. Τα όσα συνέβησαν στο Φέργκιουσον ήταν ένα προχώρημα, κάτι σαν τοπικό «πραξικόπημα». Γιατί αν στη Βοστόνη ο «εχθρός» ήταν κάποιοι «ξένοι τρομοκράτες», στο Φέργκιουσον ο «εχθρός» ήταν η τοπική κοινωνία. 
Από τις πρώτες δύο νύχτες η αστυνομική παρουσία και καταστολή ήταν μεγάλη, με τη διαρκή ρίψη χημικών και τη χρήση πλαστικών σφαιρών ενάντια στους συγκεντρωμένους διαδηλωτές. Ωστόσο, από όταν επιβλήθηκε η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, τα όσα έγιναν στους δρόμους του Φέργκιουσον ξεπερνούσαν τη σκληρή καταστολή μιας διαδήλωσης. 
Ο Mustafa Abdullah, της Αμερικανικής Ένωσης για τις Πολιτικές Ελευθερίες (ACLU), βρέθηκε στο Φέργκιουσον και περιέγραφε πώς στο διάστημα μίας ώρας απειλήθηκε με σύλληψη 5 φορές! Οι αστυνομικοί τού δήλωσαν επανειλημμένα πως δεν μπορεί να στέκεται σε ένα σημείο για πάνω από 5 δευτερόλεπτα! Αυτή ήταν η εικόνα στους δρόμους του Φέργκιουσον κατά την απαγόρευση της κυκλοφορίας. 
Επιθέσεις σε δημοσιογράφους
Το συνεργείο του Αλ Τζαζίρα δέχθηκε επίθεση με χημικά. Ρεπόρτερ του CNN δέχτηκε σπρωξιές από αστυνομικούς την ώρα της ζωντανής μετάδοσης. Ένας άλλος ρεπόρτερ δέχτηκε απειλές να σταματήσει να μεταδίδει. Η πιο χαρακτηριστική εικόνα είναι από τη νύχτα της Δευτέρας 18 Αυγούστου: δημοσιογράφοι περικυκλωμένοι-αποκλεισμένοι από τα ΜΑΤ σε ένα πάρκινγκ, με τα χέρια ψηλά, ενώ κάποιοι από τους αστυνομικούς τούς σημαδεύουν με όπλα. 
Το πιο ανησυχητικό από την καταστολή που είδαμε στο Φέργκιουσον ήταν το πού έχει φτάσει η στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας. 
Δεν είναι τυχαίο ότι από τους πρώτους οι οποίοι αντέδρασαν στο θέαμα της αστυνομίας στο Φέργκιουσον ήταν οι βετεράνοι του Αφγανιστάν, καθώς αναγνώρισαν σοκαρισμένοι τον ίδιο ακριβώς εξοπλισμό με τον οποίον πολεμούσαν τους Ταλιμπάν στα βουνά. Κάποιοι πόσταραν στο Ίντερνετ φωτογραφίες τους δίπλα σε φωτογραφίες αστυνομικών στο Φέργκιουσον, δηλώνοντας μεταξύ σοβαρού και αστείου ότι είχαν ακόμα και ελαφρύτερο εξοπλισμό στο Αφγανιστάν! 
Στρατιωτικοποίηση
Είναι η κορύφωση μιας μακράς διαδρομής οχύρωσης και θωράκισης του κατασταλτικού μηχανισμού. Στις ίδιες τις ΗΠΑ, οι διάσημες ομάδες SWAT (ένοπλα ειδικά σώματα) αναπτύχθηκαν τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 εν μέσω των εξεγέρσεων των μαύρων στα αστικά κέντρα, αλλά χρησιμοποιούνταν μόνο για καταστάσεις υψηλού ρίσκου (πιστολίδι με τους Μαύρους Πάνθηρες, ένοπλες οργανώσεις ή μαφίες). Από όταν ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80 ο Πόλεμος Ενάντια στα Ναρκωτικά, οι SWAT άρχισαν να επιχειρούν πιο εκτεταμένα στις γειτονιές. Το επόμενο σημείο καμπής ήταν φυσικά το 2001 και ο Πόλεμος Ενάντια στην Τρομοκρατία, που έδωσε νέα ώθηση στο κατασταλτικό και νομοθετικό οπλοστάσιο του αμερικανικού κράτους. Σήμερα, τα αστυνομικά τμήματα παίρνουν πλέον τον εξοπλισμό τους από το Πεντάγωνο, ιδιαίτερα μετά τους πολέμους σε Ιράκ και Αφγανιστάν. 
Τα στρατιωτικά τζιπ (Χάμβι) με τους ελεύθερους σκοπευτές πάνω να σημαδεύουν με το λέιζερ περαστικούς ή διαδηλωτές είναι η πιο χαρακτηριστική εικόνα της «νέας αστυνομίας». Και φυσικά, η κλήση της Εθνοφρουράς για πρώτη φορά μετά τη μεγάλη εξέγερση στο Λος Άντζελες το 1992 συμπληρώνει την τρομακτική εικόνα. 
Η επιλογή στρατιωτικοποίησης της αστυνομίας (διεθνές φαινόμενο, έστω και σε διαφορετικές κλίμακες) είναι μια επιλογή που δεν αφορά μόνο την «αποτελεσματικότητά» της αλλά και την «πολιτική» συγκρότησή της. Όπως λέει γλαφυρά η αναφορά της ACLU, «αν δώσεις στις δυνάμεις επιβολής της τάξης ένα σφυρί, θα αναπτύξουν πολύ πιο έντονα την τάση να ψάξουν για πρόκα να χτυπήσουν». 

Ένας ανταποκριτής του CNN σοκαρίστηκε τόσο που είπε τα πράγματα με το όνομά τους στη διάρκεια ζωντανής αναμετάδοσης: «Θέλω να σας το δείξω αυτό... να πάρετε μια ιδέα του τι συμβαίνει. Κανείς εδώ δεν απειλεί τίποτα... Κανένα κατάστημα που βλέπω δεν λεηλατείται. Δεν υπάρχει βία. 
Τώρα θέλω να δείτε τι συμβαίνει στο Φέργκιουσον του Μιζούρι –μέσα στην Αμερική, εντάξει; Αυτοί είναι ένοπλοι αστυνομικοί, με ημιαυτόματα όπλα, με ρόπαλα, με ασπίδες, πολλοί από αυτούς ντυμένοι για μάχη. Γιατί το κάνουν αυτό; Δεν ξέρω. Γιατί δεν υπάρχει καμία απειλή εδώ πέρα. Καμία που να χρειάζεται τέτοια αντιμετώπιση. Καμία, εντάξει; Ναι υπήρξε βία τις προηγούμενες μέρες, αλλά δεν υπάρχει τίποτα σε αυτόν το δρόμο σήμερα που να δικαιολογεί τέτοια σκηνή βγαλμένη από το Bagram (σ.σ. αμερικανική βάση στο Αφγανιστάν). Οπότε, αν ο κόσμος αναρωτιέται γιατί είναι τόσο εξοργισμένοι οι άνθρωποι στο Φέργκιουσον, αυτός είναι ένας από τους σημαντικούς λόγους». 
 

«Χέρια ψηλά - Μην πυροβολείτε»

Η ιστορία του Φέργκιουσον δεν είναι μόνο ιστορία ρατσισμού και ακραίας καταστολής. Ο μικρός δήμος έγινε επίσης το σημείο της πιο μακροχρόνιας εξέγερσης ενάντια στην αστυνομική βία εδώ και τουλάχιστον 2 δεκαετίες στις ΗΠΑ. 
Καθημερινά στη διάρκεια της ημέρας πλήθη συγκεντρώνονταν μπροστά στο βενζινάδικο QuickTrip (δέχθηκε επίθεση την πρώτη μέρα, όταν κυκλοφόρησε πως από κει έγινε το τηλεφώνημα στην αστυνομία και κατόπιν έγινε «σημείο συνάντησης») αλλά και μπροστά στο αστυνομικό τμήμα, στην εισαγγελία της Κομητείας του Σεντ Λούις κ.α.
Ανταποκριτές του Socialistworker.org περιέγραψαν την εικόνα ως εξής: «Σε κάθε κατεύθυνση βρίσκονται μάζες ανθρώπων με τα χέρια τους υψωμένα στον αέρα: “Χέρια ψηλά, μην πυροβολήσετε!”. Αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν πώς ο Μάικ είχε τα χέρια του πάνω από το κεφάλι του και παρακαλούσε για τη ζωή του καθώς ο αστυνομικός τον πυροβόλησε». 
Η αυθόρμητη κραυγή μιας γυναίκας «Ο γιος μου είναι ο επόμενος;» στη θέα των αστυνομικών να πλησιάζουν τους συγκεντρωμένους έγινε σύντομα σύνθημα των γυναικών στις συγκεντρώσεις.
Τα ΜΜΕ, όπως πάντα, εστίασαν στα «επεισόδια». Η αλήθεια είναι πως από τη μέρα της δολοφονίας κι έπειτα, η μοναδική βραδιά που κύλησε ομαλά ήταν η 14η Αυγούστου. Ήταν η μοναδική βραδιά που δεν εμφανίστηκε η αστυνομία...
Ένας νεαρός διαδηλωτής δήλωσε στο Socialist-worker: «Είναι πάντα ειρηνικά τα πράγματα μέχρι που εμφανίζονται οι μπάτσοι. Μας είδες εκεί πίσω –μαγειρεύουμε, ο κόσμος περνά καλά, συζητά μεταξύ του, χτίζουμε τους δεσμούς στην κοινότητά μας. Είναι η αστυνομία. Αυτοί προκαλούν τη βία». 
Αν σκεφτεί κανείς όσα υπέφερε η μαύρη κοινότητα για χρόνια, την οργή της δολοφονίας, την προκλητική παρουσία της αστυνομίας στον τόπο του εγκλήματος που διέπραξε και τη δεύτερη δολοφονία μαύρου μέσα σε λίγες μέρες λίγα μίλια μακριά από το Φέργκιουσον, η αυτοσυγκράτηση των διαδηλωτών φέρνει στο μυαλό τα λόγια του CLR James για τη «βίαιη» εξέγερση των μαύρων σκλάβων της Αϊτής: «Όταν η ιστορία γραφτεί όπως θα όφειλε να γραφτεί, δεν θα προκαλεί πια εντύπωση η αγριότητα των μαζών, αλλά η μετριοπάθεια και η μακρά τους υπομονή». 
Και βέβαια το κίνημα στο Φέργκιουσον είναι πολύ περισσότερα από τις συγκρούσεις των νεαρών με την αστυνομία. Οργανώσεις κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων που έσπευσαν για να ελέγχουν την αστυνομία, οργανώσεις και συλλογικότητες μαύρων, κινήματα κατά της αστυνομικής βίας έχουν ενωθεί και κάνουν δουλειά στους δρόμους του μικρού δήμου. 
Αλληλεγγύη έχουν εκφράσει 18 μουσουλμανικές τοπικές κοινότητες, όπως και δεκάδες οργανώσεις Παλαιστινίων (ενώ η Επιτροπή Αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη του Σεντ Λούις συμμετέχει ενεργά στο κίνημα).
Οργανώνονται πρωτότυπες δράσεις, όπως η απόφαση όταν ξανανοίξουν τα σχολεία οι γονείς να συνοδεύουν τα παιδιά ως το προαύλιο «γιατί μόνα στους δρόμους κινδυνεύουν από την αστυνομία». 
Τα μέλη του κινήματος Νέοι Μαύροι Πάνθηρες έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στη διευθέτηση της κυκλοφορίας, αλλά κυρίως στο να βοηθούν και να ηρεμούν διαδηλωτές που έχουν πιει ή έχουν εξοργιστεί. Και κατά γενική ομολογία, κάνουν πολύ καλύτερη δουλειά από τους «αστακούς» της αστυνομίας του Μιζούρι ή την Εθνοφρουρά. 
Μια άλλη εντυπωσιακή πτυχή του κινήματος είναι η αλληλεγγύη. Εργαζόμενοι από φαστ φουντ φέρνουν άφθονα τρόφιμα και τα διανέμουν στους συγκεντρωμένους στο QuickTrip, προτού μπουν στη διαδήλωση με τις στολές τους. Αντιπροσωπείες του κινήματος «Fight for 15» που οργανώνεται στα φαστφουντάδικα εδώ και ενάμιση χρόνο επίσης έχουν πάει στο Φέργκιουσον από μια σειρά πόλεις. Είναι ένα μικρό δείγμα της αναγκαίας συνάντησης του εργατικού με τα κοινωνικά κινήματα. Όχι τυχαία, είναι αυτοί οι χαμηλόμισθοι εργάτες, που σε μεγάλο βαθμό είναι μαύροι και ισπανόφωνοι –ή λευκοί συνάδελφοί τους– και που έχουν εμπλακεί στην προσπάθεια να στήσουν σωματεία, οι πρώτοι που αντέδρασαν σε όσα έγιναν και συμμερίστηκαν την οργή του Φέργκιουσον. 
Σε πείσμα της καταστολής και όλων των επικριτών τους, οι κάτοικοι του Φέργκιουσον συνέχισαν να αντιστέκονται. Και χωρίς αυτήν τους την αντίσταση, είναι αμφίβολο αν θα διέταζε ο Ομπάμα επανεξέταση του στρατιωτικού εξοπλισμού της αστυνομίας. Είναι αμφίβολο αν θα αποπέμπονταν δύο μπάτσοι από την αστυνομία της κομητείας του Σεντ Λούις για ρατσιστική συμπεριφορά. Είναι αμφίβολο αν θα υποχρεωνόταν ο κυβερνήτης του Μιζούρι να αποσύρει σύντομα την Εθνοφρουρά. 
Κυρίως, ο αγώνας του Φέργκιουσον προκάλεσε αίσθηση σε όλες τις ΗΠΑ. Η «Μέρα Οργής» στις 21 Αυγούστου έζησε διαδηλώσεις σε 37 πόλεις. Πολλές από αυτές ήταν διαδηλώσεις αλληλεγγύης με το Φέργκιουσον. Αλλά πολλές είχαν να παλέψουν και για τους δικούς τους νεκρούς. Υπήρξαν αρκετές δολοφονίες μαύρων από αστυνομικούς τον τελευταίο μήνα (όπως ο Τζον Κρόφορντ που δολοφονήθηκε σε Γουόλμαρτ στο Οχάιο επειδή κρατούσε... παιδικό πιστόλι ή ο Έρικ Γκάρνερ που στραγγαλίστηκε από αστυνομικούς σε πεζοδρόμιο στη Νέα Υόρκη, ο Έζελ Φορντ που σκοτώθηκε στο Λος Άντζελες ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο χωρίς να αντιστέκεται κ.ο.κ.), υπήρξαν επίσης παλιότερες υποθέσεις που δεν απονεμήθηκε δικαιοσύνη. Χάρη στην εξέγερση στο Φέργκιουσον, όλες αυτές οι δολοφονίες τελικά δεν πέρασαν σιωπηλά... 
Σε όλες τις ΗΠΑ, το «No Justice No Peace» ακούγεται στους δρόμους πολλών πόλεων... 

 

Ο 20χρονος Τζέι, γείτονας του Μάικ, περιγράφει πώς η τρίχρονη κόρη του βλέποντας τον Μάικ ξαπλωμένο ήξερε αμέσως και τι είχε συμβεί και ποιος το έκανε...
–Μπαμπάκα, μπουμπούνισαν τον Μάικ; 
–Ναι. 
–Δεν μ’ αρέσει η αστυνομία. 
–Ούτε εμένα.