Η εξέγερση της γενιάς μας

νεολαία / Χρήστος Σταυρακάκης / 30.11.2016

Η δολοφονία του Αλ. Γρηγορόπουλου και το ξέσπασμα της νεολαίας

Έχουν περάσει κιόλας οκτώ χρόνια από τη νεολαιίστικη εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 που «πυροδοτήθηκε» από την αναίτια κρατική δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Μια εξέγερση που δεν πρέπει να αφεθεί στη λήθη και στη συκοφάντηση.
Από τις πρώτες μέρες της εξέγερσης εκείνου του Δεκέμβρη, υπήρξε μια συστηματική προσπάθεια από τα αστικά κόμματα και τα ΜΜΕ -με την πολύτιμη συμβολή και του ΚΚΕ- να παρουσιαστεί η εξέγερση ως τα τερτίπια κάποιων κακομαθημένων παιδιών που αρέσκονται στους βανδαλισμούς και τα πλιάτσικα σε συνδυασμό με μία κριτική εξ «αριστερών» για το ποιόν του δολοφονημένου, ότι «δεν ήταν και κάποιος αγωνιστής του κινήματος» αλλά απλά ένας πιτσιρικάς με ενδεχομένως παραβατική συμπεριφορά ενώ ο Κορκονέας ήταν απλώς ένας διεστραμμένος ή τρελός μπάτσος. Όμως η πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετική.
Τράπεζες
Στο πρόσωπο του Γρηγορόπουλου είδαμε τους εαυτούς μας ως εν δυνάμει θύματα μιας κρατικής καταστολής που είχε την πολιτική ελευθερία να δολοφονεί με το «έτσι θέλω» και στο πρόσωπο του Κορκονέα ένα κράτος και ένα σύστημα που ήθελε τη νεολαία υποταγμένη, στο περιθώριο. Και αυτό δεν μπορούσε παρά να μας γεμίσει οργή και μίσος για αυτό το σύστημα, ακόμα και αν δεν μπορούσαμε να το εξηγήσουμε επακριβώς ή να σχεδιάσουμε την επαναστατική ανατροπή του. Η οργή όμως ξεχείλιζε και αυτό δεν μπορούσε παρά να εκφραστεί με τη δυναμική και τη μαχητικότητα μιας εξέγερσης.
Ήταν η περίοδος που «νιώθαμε» την κρίση να πλησιάζει μιας και η γενιά μας -τότε- προοριζόταν να γίνει η γενιά των 700 ευρώ. Τους προηγούμενους μήνες στα φοιτητικά αμφιθέατρα υπήρχε μια πολύ ζωντανή συζήτηση για το δυσοίωνο μέλλον που προετοιμαζόταν για εμάς, με τη μνήμη του φοιτητικού κινήματος το 2006-07 να είναι ακόμα νωπή και να τροφοδοτεί την πολιτική συζήτηση και την κινηματική διεκδίκηση. Σήμερα μπορεί ο μισθός των 700 ευρώ να φαντάζει άπιαστο όνειρο και μπροστά μας έχουμε τον εφιάλτη του «υποκατώτατου μισθου» των 400 ευρώ. Σίγουρα όμως, τότε ήταν αδιανόητο να ζήσουμε χειρότερα από τη γενιά των γονιών μας. Ήταν λίγες μέρες πριν από τη δολοφονία όταν ανακοινώθηκε το πρώτο μεγάλο πακέτο στήριξης των ελληνικών τραπεζών από την κυβέρνηση Καραμανλή, ύψους 28 δισεκατομμυρίων ευρώ, και κάπως έτσι προέκυψε και το σύνθημα «στις τράπεζες λεφτά, στη νεολαία σφαίρες, ήρθε η ώρα για τις δικές μας μέρες» που κυριάρχησε στις διαδηλώσεις εκείνων των ημερών, μαζί με τη διεκδίκηση για την ανατροπή της κυβέρνησης των δολοφόνων αλλά και την πληθώρα αντικατασταλτικών συνθημάτων.
Το μαθητικό κίνημα
Με δεδομένη την πολύ πρόσφατη προηγούμενη εμπειρία του φοιτητικού κινήματος, από τις αμέσως επόμενες μέρες της δολοφονίας, οι σχολές του κέντρου ήταν κατειλημμένες από όλο το φάσμα των δυνάμεων του κινήματος, δημιουργώντας ζωντανά κέντρα αγώνα, αντίστασης, οργάνωσης αλλά και συντονισμού. Ιδιαίτερα η κατειλημμένη Νομική, όπου συσπειρώθηκε η πλειοψηφία των δυνάμεων της Αριστεράς και των φοιτητικών συλλόγων, λειτούργησε πραγματικά ως αγωνιστικό ορμητήριο με πολλές εξώστρεφες και μαζικές δράσεις (όταν δεν υπήρχαν διαδηλώσεις) αλλά και με μαζικές και ζωντανές συνελεύσεις και συζητήσεις με εργαζόμενους, φοιτητές και μαθητές. Ταυτόχρονα, σε πολλές γειτονιές ξεπήδησαν καταλήψεις δημόσιων κτιρίων και λαϊκές συνελεύσεις, με στόχο την εξάπλωση του αγώνα.
Οι μαθητές/τριες ήταν η «ευχάριστη έκπληξη» της εξέγερσης. Το ένα μετά το άλλο τα σχολεία σε όλη τη χώρα τελούσαν υπό κατάληψη μέσα από μαζικές γενικές συνελεύσεις (που από τότε δεν έχουμε ξαναδεί στο πλαίσιο του μαθητικού κινήματος, τουλάχιστον σε τέτοια κλίμακα) και αυθόρμητες πορείες στις πόλεις και στα αστυνομικά τμήματα, τα οποία οι μαθητές και οι μαθήτριες κυριολεκτικά πολιορκούσαν με νεράτζια, πέτρες και ό,τι άλλο έβρισκαν. Ειδικά στην Αθήνα, πολύ μεγάλα τμήματα των διαδηλώσεων τις «μέρες της φωτιάς» ήταν τα μαθητικά μπλοκ από πάρα πολλά σχολεία.
Προοίμιο
Η έκταση και η εξάπλωση των καταλήψεων (καθώς και η σημαντική κοινωνική υποστήριξη της οποίας έτυχαν οι εξεγερμένοι) και η δημιουργία διάφορων δομών οργάνωσης από τα κάτω, σε συνδυασμό με την πρωτοφανή μαχητικότητα των διαδηλώσεων, ήταν δύο στοιχεία που αφενός συνηγορούν στην αυθεντικότητα της εξέγερσης, αφετέρου ήταν και μια «πρώτη γεύση» για το τι θα ακολουθούσε τα επόμενα χρόνια σε επίπεδο κινηματικής και πολιτικής αντιπαράθεσης με την κρατική καταστολή και τις μετέπειτα μνημονιακές κυβερνήσεις. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η δημιουργία των ΔΕΛΤΑ και ΔΙΑΣ (που έχουν οργιάσει τα τελευταία χρόνια) ακολούθησε χρονικά τη «λήξη» της εξέγερσης, ως μία πράξη προετοιμασίας από τη μεριά του κράτους και της κυρίαρχης τάξης, μπροστά στην επανάληψη αντίστοιχων φαινομένων.
Αναμφίβολα, για όσους και όσες ζήσαμε αυτή την εξέγερση (και όχι μόνο), αυτή αποτελεί τομή και επιβαρύνει με το «καθήκον» διατήρησης της μνήμης της, όχι ως επετείου αλλά ως μίας γνήσιας εξέγερσης που μπορεί ακόμα και σήμερα να εμπνέει τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες της Αριστεράς και του κινήματος. Ήταν η πρώτη στιγμή για πολλούς/ες -του γράφοντος συμπεριλαμβανομένου- όπου έγινε μαζικά αντιληπτή η δύναμή μας και ένα πρωτόγνωρο αίσθημα ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο και να φέρουμε τα πάνω κάτω.