Οι αντιφάσεις του ενιαίου νομίσματος γίνονται εκρηκτικές γιατί η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία είναι σε κρίση: η ύφεση είναι διαρκώς παρούσα, ενώ την ίδια στιγμή ΟΛΑ ανεξαιρέτως τα μεγάλα καπιταλιστικά κράτη (δηλ. εκτός από την ΕΕ, οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, ο Καναδάς) έχουν τεράστια δημόσια χρέη.

Σε όλη την ιστορία του καπιταλιστικών κρίσεων οι εκάστοτε ηγέτες, ανήμποροι στην πραγματικότητα μπροστά στην καταστροφική μανία των σχέσεων παραγωγής αυτού του συστήματος, «έβλεπαν» διαρκώς να έρχεται η έξοδος από την κρίση. Στη δεκαετία του 1930, π.χ. ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χ. Χούβερ έλεγε συστηματικά ότι «η ανάκαμψη είναι ήδη στην επόμενη γωνία». Ο Σαρκοζί, για να έρθουμε στο σήμερα, επαναλάμβανε αντίστοιχες «προβλέψεις», ενώ μόλις στις αρχές Σεπτέμβρη (2/9) ο επικεφαλής του EFSF (του προσωρινού μηχανισμού διευκόλυνσης)  Κ. Ρέγκλινγκ δήλωνε πεπεισμένος πως η κρίση στο ευρώ μπορεί να ξεπεραστεί σε 1-2 χρόνια. Όλοι μαζί οι ηγέτες και τα φερέφωνα του συστήματος ανακήρυτταν επίσης «με ανακούφιση» έπειτα από κάθε σύνοδο κορυφής της ΕΕ ότι «επιτέλους το νερό έχει μπει στο αυλάκι». Και δεν χρειάζεται να υπενθυμίσουμε πόσες φορές ο Παπανδρέου, ο Βενιζέλος, ο Παπαδήμος και ο τώρα ο Σαμαράς έχουν κάνει αντίστοιχες προβλέψεις για το τέλος της ελληνικής κρίσης –προβλέψεις που όλες ανεξαιρέτως αποδεικνύονταν παντελώς εκτός πραγματικότητας.

Όμως φέτος το καλοκαίρι, με την Ελλάδα χρεοκοπημένη, και την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Κύπρο στην κόψη του ξυραφιού, οι «προβλέψεις» αυτές ακούγονται γελοίες ακόμη και από αυτούς που θα ήθελαν να τις πιστέψουν. Η ίδια η ευρωζώνη, το τραπεζικό σύστημα και το εγχείρημα του ευρώ βρίσκονται μπροστά σε γκρεμό και η προπαγάνδα δεν μπορεί πια να κρύψει την αλήθεια.

Πηγή προβλημάτων

Η ΕΕ και η ευρωζώνη είναι στοιχήματα που έπαιξαν οι άρχουσες τάξεις της Ευρώπης με στόχο να διασφαλίσουν περισσότερα κέρδη και να αποκτήσουν μια ισχυρότερη βάση εξορμήσεων σε ανταγωνισμό με τους υπόλοιπους καπιταλιστικούς γίγαντες του κόσμου. Πράγματι το ευρώ σε συνδυασμό με το νεοφιλελευθερισμό, τις πολιτικές λιτότητας και περιστολής των πραγματικών μισθών, έφερε σημαντικά κέρδη στις άρχουσες τάξεις των κρατών της Β. Ευρώπης και κύρια στη Γερμανία. Οι βιομηχανίες του Βορρά θησαύρισαν πουλώντας προϊόντα σε μια ενιαία αγορά πλέον χωρίς τους περιορισμούς των συνόρων. Τα θύματα δεν ήταν συλλήβδην οι χώρες του νότου. Ίσα ίσα εκεί υπήρξαν οι υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης μέχρι το 2008. Γι’ αυτό και οι άρχουσες τάξεις του νότου θησαύρισαν –και σε πολλές περιπτώσεις συνεχίζουν να θησαυρίζουν– τόσο σε βάρος των ντόπιων πληθυσμών (με τους χαμηλούς μισθούς και με την πολύ χαμηλή έως ανύπαρκτη φορολόγηση του κεφαλαίου) όσο και σε βάρος των πληθυσμών των γειτονικών κρατών (π.χ. Βαλκάνια) όπου επεκτάθηκαν στηριζόμενοι στην ισχύ του ευρώ και της ΕΕ, καθώς και σε φθηνά δάνεια λόγω του επιτοκίου του ευρώ.

Τώρα βέβαια αποδεικνύονται οι αδυναμίες του ευρώ τις οποίες παραδέχεται ο ίδιος ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) Μ. Ντράγκι, π.χ., η έλλειψη πραγματικής κεντρικής τράπεζας που θα κόβει χρήμα, ή η αδυναμία των πιο αδύναμων χωρών να προχωρήσουν σε ανεξάρτητη νομισματική πολιτική. Θα ήταν πολύ εύκολη η έξοδος από την κρίση αν αυτές οι αδυναμίες έκαναν την εμφάνισή τους σε έναν καπιταλιστικό κόσμο ανάπτυξης. Όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Οι αντιφάσεις του ενιαίου νομίσματος γίνονται εκρηκτικές γιατί η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία είναι σε κρίση: η ύφεση είναι διαρκώς παρούσα, ενώ την ίδια στιγμή ΟΛΑ ανεξαιρέτως τα μεγάλα καπιταλιστικά κράτη (δηλ. εκτός από την ΕΕ, οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, ο Καναδάς) έχουν τεράστια δημόσια χρέη. Στα μέσα Ιουλίου 2012, το ΔΝΤ δημοσίευσε τις προβλέψεις του για την παγκόσμια οικονομία, τονίζοντας ότι η ανάκαμψή της δείχνει καινούργια σημάδια αδυναμίας.

Στις αρχές του 21ου αιώνα ο αδύναμος κρίκος του καπιταλισμού και η βασική πηγή προβλημάτων για όλο το σύστημα είναι σαφώς η ευρωζώνη, καθώς δείχνει τα χειρότερα σημάδια όσον αφορά την ανάπτυξη (-0,3% το 2012 και μόλις +0,7 το 2013 σύμφωνα με το ΔΝΤ). Η μείωση των εισαγωγών, εξαιτίας της ύφεσης του 2012, αδυνατίζει το παγκόσμιο εμπόριο και έτσι επιβραδύνει την οικονομική δραστηριότητα και σε άλλες χώρες. Ταυτόχρονα η χρηματοπιστωτική της κρίση (η κατάσταση των τραπεζών και τα δημόσια χρέη) αυξάνουν την παγκόσμια αβεβαιότητα.

Οι προτάσεις

Απέναντι σε αυτή την κατάσταση οι εκπρόσωποι του ευρωπαϊκού κεφαλαίου είναι ανήμποροι να καταλήξουν σε οριστικές πολιτικές διεξόδου. Βεβαίως συμφωνούν μεταξύ τους ότι πρέπει να πληρώσουν οι φτωχοί. Αλλά στο πώς θα επιβιώσει το σύστημα δεν έχουν σαφή απάντηση.

Οι εκπρόσωποι του βρετανικού κεφαλαίου –το οποίο δεν συμμετέχει στο ευρώ– καταφέρονται εναντίον του γαλλογερμανικού «άξονα» και όλο και περισσότερες φωνές του βρετανικού κοινοβουλίου ζητούν ολοκληρωτική έξοδο από την ΕΕ –με δεξιότερες θέσεις από αυτές των Βρυξελλών αφού δεν θέλουν να ισχύσει για το Σίτι του Λονδίνου ο στοιχειώδης έλεγχος των τραπεζών που θέλει η ΕΕ μέσα από το σχέδιο για ενοποιημένο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα (νομοθετικές πρωτοβουλίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα παρουσιαστούν το Σεπτέμβριο με στόχο η ένωση να έχει πάρει σάρκα και οστά το Δεκέμβριο).

Μέσα στην ευρωζώνη ο Ολάντ έχει διαφορετικές εμφάσεις από αυτές της Μέρκελ. Ωστόσο ακόμη και ο νεοεκλεγείς Γάλλος πρόεδρος έχει ήδη χάσει τη δυναμική του γι’ αυτό και  δέχεται κριτική από τον Τύπο (η «Liberation» και η φιλική προς τον Ολάντ «Le Monde» έχουν αρχίσει να κάνουν λόγο για διστακτική στάση και «ακινησία»). Δεν είναι όμως οι αποκλίσεις μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, καθώς η Γερμανίδα καγκελάριος έχει απέναντί της και στενούς ομοϊδεάτες της: Ο δεξιός πρωθυπουργός της Ισπανίας Μαριάνο Ραχόι καταγγέλλει τη Γερμανία επειδή σε συνθήκες κατάρρευσης των χωρών του νότου αυτή συνεχίζει να κερδίζει από την υπάρχουσα κατάσταση. Ο Ραχόι έχει κι αυτός τις δικές του προτάσεις καθώς μιλάει για τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής δημοσιονομικής ένωσης σε τρία βήματα το αργότερο μέχρι το 2018, περιλαμβάνοντας στις προτάσεις του και την έκδοση ευρωομολόγων και μάλιστα κοινών ευρωπαϊκών ομολόγων.

Ισχυρός αντίπαλος της πολιτικής Μέρκελ είναι και ο Ιταλός πρωθυπουργός Μάριο Μόντι. Στη συνάντησή τους στο Βερολίνο στο τέλος Αυγούστου η Μέρκελ δήλωσε πως διαφωνεί με την πρόταση να δοθεί τραπεζική άδεια στον μηχανισμό στήριξη (ESM), ενώ ο  Μόντι υποστήριξε πως η χορήγηση τραπεζικής άδειας θα έπρεπε να θεωρείται επιλογή. Ο ESM προικοδοτείται με 500 δισ. ευρώ κι αν του δινόταν άδεια τράπεζας, θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει αυτό το ποσό, όπως κάνουν και οι άλλες τράπεζες που έχουν συγκεκριμένα ποσά στη διάθεσή τους. Όμως κι αυτή η μέθοδος έχει κοντά ποδάρια, καθώς ήδη ο σημερινός πρόγονος του ESM, το EFSF, έχει αρνητική πιστοληπτική αξιολόγηση από τους γνωστούς οίκους και άρα οι προοπτικές «τραπεζοποίησης» του ESM θα μετέθεταν το πρόβλημα: παρότι μπορεί να είχε περισσότερα λεφτά να διαθέσει, θα του κόστιζαν πολύ περισσότερο να τα βρει.

Η «ιταλογερμανική» σύγκρουση κορυφώθηκε με την οξύτατη διαφωνία του προέδρου της ΕΚΤ, Ντράγκι, με τον επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της Γερμανίας (Bundesbank) Γ. Βάιντμαν με αφορμή την πρόταση του πρώτου να έχει το δικαίωμα η ΕΚΤ να αγοράζει απευθείας χρέος των υπερχρεωμένων χωρών στη δευτερογενή αγορά. Ο Ντράγκι και άλλοι Ευρωπαίοι γραφειοκράτες θεωρούν πως πλέον δεν μπορεί να γίνει αλλιώς και ίσως στις 6/9 ανακοινωθεί η απόφαση αυτή της ΕΚΤ. Αντίθετα οι εκπρόσωποι του γερμανικού κεφαλαίου επισείουν (όπως πάντα) το φόβο του πληθωρισμού και η σθεναρή αντίδραση της Bundesbank, ίσως καθυστερήσει την δημοσιοποίηση των λεπτομερειών της πρότασης Ντράγκι έως τουλάχιστον την 12η Σεπτεμβρίου, οπότε το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας θα αποφανθεί για τον ESM. Όμως ακόμη κι αν περάσει όμως η άποψη του Ντράγκι, δεν θα λύσει κανένα πρόβλημα: Κάποια στιγμή η ΕΚΤ θα σταματήσει να αγοράζει χρέος και τότε και πάλι θα εκτοξευθούν τα επιτόκια δανεισμού αυτών των χωρών, όπως έχει γίνει και στο παρελθόν.

 

Απόκλιση

 

Όπως γράφει ο Γάλλος ερευνητής-οικονομολόγος Michel Husson στο «International Viewpoint», «η ευρωπαϊκή πολιτική ταλαντεύεται μεταξύ δομικής ρύθμισης και άσκησης κατά περίπτωση πολιτικής. Τη μια μέρα ρίχνει λάδι στη φωτιά, μόνον και μόνον για να ενεργοποιήσει τον πυροσβεστήρα την επομένη. Η πρόσφατη ιστορία της Ευρώπης είναι μια εναλλαγή μεταξύ της ενίσχυσης των μηχανισμών λιτότητας και της διάσωσης της κατάστασης όταν αυτή φτάσει στο χείλος της αβύσσου. Η ασυνέπεια και η ασυνέχεια των διαδοχικών αποφάσεων και η απόλυτη ανικανότητα πρόβλεψης των εξελίξεων είναι ενδείξεις ενός βαθύτερου διλήμματος: πώς να γυρίσουν πίσω στο παλιό καθεστώς όταν αυτή ακριβώς η κατάσταση είναι που οδήγησε στην κρίση;».

Είναι πράγματι σαφές ότι όλες οι προτάσεις που πέφτουν στο τραπέζι είναι κοντόθωρες και αντιφατικές. Γι’ αυτό και οι διαφωνίες δεν θα έχουν ημερομηνία λήξης. Είναι όμως επίσης σαφές ότι η ΕΕ και το ευρώ όχι μόνον δεν οδήγησαν σε σύγκλιση των οικονομιών και των εισοδημάτων των εργαζομένων, αλλά οδήγησαν σε απόκλιση. Και τώρα έρχεται η πολιτική απόκλιση, οι πολιτικές διαφωνίες και οι πολιτικές φιλονικίες αποδεικνύοντας ότι το «ευρωπαϊκό κεκτημένο» όχι μόνον δεν σημαίνει κοινωνικό κράτος και καλύτερη ζωή για τη μεγάλη μάζα του πληθυσμού, αλλά ότι και μεταξύ των αφεντικών της Ευρώπης δεν υπάρχει καμία αλληλεγγύη. Ο Μαρξ έλεγε ότι το κεφάλαιο υπάρχει μόνον ως πολλά κεφάλαια: ο ανταγωνισμός είναι ο κανόνας του καπιταλισμού και από αυτόν τον κανόνα δεν ξεφεύγει η ευρωζώνη.  

Αναφερόμενος στις προοπτικές ο Henri Wilno αναφέρει τα εξής, επίσης στο «International Viewpoint»: «Μεταξύ των Ευρωπαίων αστών θα υπάρξουν νικητές και ηττημένοι από τις πολιτικές λιτότητας και από την παγκοσμιοποίηση. Οι νικητές θα είναι οι πιο διεθνοποιημένοι τομείς, ενώ οι ηττημένοι θα είναι, π.χ., οι μικρές και οι μεσαίες επιχειρήσεις, μερικά ελεύθερα επαγγέλματα και κάποιες κρατικές ή περιφερειακές γραφειοκρατίες. Κανείς δεν θα μπορεί να αδιαφορήσει για τις επιθέσεις στις κοινωνικές κατακτήσεις και για την αποσύνθεση των εργατικών δικαιωμάτων. Η Ελλάδα δίνει μια πρόγευση για το πώς μπορεί να μοιάζει η κρίση  που έρχεται».