Η  σύνοδος των G7 τινάχθηκε στον αέρα, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ απέσυρε την υπογραφή των ΗΠΑ από το τελικό ανακοινωθέν της ομάδας των «7 μεγάλων» του καπιταλισμού (ΗΠΑ, Καναδάς, Ιαπωνία, Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία), με βασικό θέμα το «έντιμο εμπόριο», δηλαδή τις κρατικές πολιτικές που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ των οικονομιών των μεγάλων χωρών.

Ο Τραμπ επιτέθηκε δημόσια στον πρωθυπουργό του Καναδά, Τζάστιν Τριντό, χαρακτηρίζοντάς τον «ανέντιμο και αδύναμο», γεγονός που προκάλεσε μια επίσης σκληρή απάντηση της κυβέρνησης του Καναδά, που κάνει λόγο για «αντίποινα» του Καναδά απέναντι στους τελωνειακούς δασμούς των ΗΠΑ στον χάλυβα και στο αλουμίνιο. Οι Ευρωπαίοι δήλωσαν ότι «συνεχίζουν να στηρίζουν τη συμφωνία, που αποτύπωνε το κοινό ανακοινωθέν των G7», όμως είναι καθαρό ότι η συμφωνία αυτή είναι ήδη νεκρή, πριν στεγνώσει το μελάνι στην υπογραφή της. 
Πρόκειται για μια θεαματική εξέλιξη που δείχνει ότι πρέπει να πάρουμε πολύ πιο σοβαρά τις σκέψεις και τις προοπτικές για τη στροφή στον «προστατευτισμό» και το πέρασμα της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης σε μια νέα φάση, πολύ πιο οξυμένων ανταγωνισμών, στα όρια του οικονομικού πολέμου μεταξύ των μεγάλων κέντρων της.
Είναι επίσης φανερό ότι η εξέλιξη αυτή αποτελεί την υλική βάση για την ενίσχυση των ιδεολογικών και πολιτικών «πλαισίων» στροφής προς τον εθνικισμό, το ρατσισμό και το μιλιταρισμό, μεταξύ των καθεστωτικών δυνάμεων διεθνώς.
Την ίδια ώρα στην καρδιά της Ευρώπης, στην Ιταλία, συγκροτήθηκε τελικά η κυβέρνηση που στηρίζεται στη συμμαχία της ακροδεξιάς Λέγκας του Ματέο Σαλβίνι και των «λαϊκιστών» του Κινήματος των 5 Αστέρων (M5S). Μια από τις πρώτες πράξεις της νέας κυβέρνησης ήταν η απόφαση να κλείσει όλα τα λιμάνια της Ιταλίας για τους πρόσφυγες, υπογραμμίζοντας την πρόθεσή της να κάνει πράξη την πολιτική «μηδενικής ανοχής» απέναντι στους πρόσφυγες και τους μετανάστες, όπως έχει υποσχεθεί ο ρατσιστής Σαλβίνι.
Αυτές οι εξελίξεις «επικοινωνούν» μεταξύ τους; Πριν λίγες μέρες ολοκλήρωσε την περιοδεία του στην Ευρώπη (όπου επισκέφτηκε τις Ιταλία, Ελβετία, Γερμανία, Γαλλία και Ουγγαρία) ο ακροδεξιός πρώην σύμβουλος και «μέντορας» του Τραμπ, Στίβεν Μπάνον. Ο Μπάνον, που έπαιξε καθοδηγητικό ρόλο στην εκλογική νίκη του Τραμπ, υποστήριξε στη συνέχεια τόσο «ακραίες» πολιτικές, που υποχρέωσε το αμερικανικό establishment να απαιτήσει από τον Τραμπ την απομάκρυνσή του. Κατά την ευρωπαϊκή περιοδεία του ο Μπάνον χαρακτήρισε τον Βίκτορ Ορμπάν ως «τον πιο σημαντικό ηγέτη αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη», υποστήριξε ανοιχτά το σχηματισμό κυβέρνησης Σαλβίνι-M5S στην Ιταλία, έγινε δεκτός με τυμπανοκρουσίες από τη Μαρίν Λεπέν και δήλωσε πλήρη υποστήριξη στο ακροδεξιό κόμμα AfD στη Γερμανία και στο ξενοφοβικό UKIP στη Βρετανία. Δήλωσε θερμός υποστηρικτής μιας στρατηγικής επιστροφής στην «εθνική κυριαρχία» και προανήγγειλε την πλούσια χρηματοδότηση στα «εθνικιστικά και λαϊκιστικά sites» που, κατά την πρόβλεψή του, θα «κλέψουν την παράσταση» μέσα στο 2019 –τη χρονιά των ευρωεκλογών στην Ευρώπη. Ο Μπάνον τάσσεται υπέρ της «συμφιλίωσης» με τη Ρωσία του Πούτιν, υπέρ της «ανοχής» απέναντι στον Άσαντ, υπέρ της συγκέντρωσης δυνάμεων κατά της Κίνας και του «άξονα» των ισλαμιστών (Ιράν, Τουρκία), που «απειλούν» τους χριστιανικούς-λευκούς λαούς στην Ευρώπη και στον κόσμο. 
Ασφαλώς δεν υποστηρίζουμε κάποια θεωρία «συνωμοσίας». Άλλωστε αυτός ο ανορθολογισμός αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των ακροδεξιών σαν τον Μπάνον και τους Ευρωπαίους ομολόγους του. Όμως, ταυτόχρονα, αυτές οι πολιτικές θέσεις, που επιτίθενται στην «παγκοσμιοποίηση» από τα δεξιά, από μια σκοπιά εθνικιστικής και συνάμα νεοφιλελεύθερης στρατηγικής «εθνικής κυριαρχίας» έχουν ήδη πληθύνει αρκετά και είναι λάθος να μην αντιμετωπίζονται συνεκτικά από τη ριζοσπαστική Αριστερά.
Ασφαλώς, επίσης, η τάση αυτή δεν είναι μοναδική, ούτε και κυρίαρχη. Στην Ευρώπη η τάση που επιμένει στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, η τάση που συγκλίνει στο «ακραίο κέντρο», η τάση που συμβολίζουν η Μέρκελ και ο Μακρόν, παραμένει ως τάση αποφασιστικής ισχύος, παρά τα αυξημένα προβλήματα και τις αμφισβητήσεις που αντιμετωπίζει μετά το Brexit και την άνοδο του ρεύματος του ευρωσκεπτικισμού.
Στην Ισπανία άλλωστε –σε μια χώρα με ανάλογο μέγεθος και σημασία με την Ιταλία– είχαμε μια διαφορετική εξέλιξη. Η κυβέρνηση της Δεξιάς έπεσε, κάτω από τις αποκαλύψεις για τη διαφθορά του κόμματος του Ραχόι, και το καθεστώς εμπιστεύτηκε τη διαχείριση της χώρας σε μια κυβέρνηση μειοψηφίας των σοσιαλδημοκρατών. Οι σοσιαλφιλελεύθεροι του Σάντσεζ καλούνται να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά της κρίσης, μπροστά στην οποία απέτυχε ο Ραχόι, ελπίζοντας να απαιτήσουν «ανοχή» από τους ποταμίσιους Ciudadanos, αλλά και από την ηγεσία του Ποδέμος. Κατά τον ισπανικό Τύπο, η πτώση του Ραχόρι, μετά από μια πρόταση μομφής, συνιστά «τη σοβαρότερη πολιτική κρίση στην Ισπανία, μετά το θάνατο του Φράνκο». 
Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να κρατήσουμε. Οι διχασμοί, οι ταλαντεύσεις, οι στρατηγικές αποκλίσεις μέσα στο εσωτερικό των κυρίαρχων τάξεων, είναι το αδιάψευστο σημάδι ότι η κρίση που ξέσπασε το 2008 συνεχίζει αμείωτα να ροκανίζει τις προοπτικές του συστήματος διεθνώς, έχοντας περάσει ήδη από το επίπεδο της οικονομίας στο πεδίο της πολιτικής. Η «περιπέτεια» της αποσταθεροποίησης που άρχισε το 2008, που ήδη έχει αλλάξει τον πολιτικό χάρτη σε μεγάλα τμήματα του κόσμου, συνεχίζεται με επιταχυνόμενο ρυθμό, οδηγώντας τα μαζικά κινήματα και τις δραστήριες δυνάμεις της Αριστεράς (όσες τουλάχιστον δεν επιλέγουν να αποσυρθούν στην ηρεμία της ιδεολογικής κριτικής) μπροστά σε δύσκολα διλήμματα και κρίσιμες αποφάσεις.
Κυριαρχία;
Από την ελληνική εμπειρία, από το καλοκαίρι της υποταγής της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, έχει γίνει σαφές ότι το βάρος του συνθήματος για «λαϊκή κυριαρχία» πρέπει να ενισχυθεί μέσα στην προγραμματική συγκρότηση και την πολιτική πρακτική των δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς διεθνώς. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τη θεμελιώδη διεκδίκηση δημοκρατικών ελευθεριών: για το δικαίωμα ενός λαού να αποφασίζει ο ίδιος για τις προοπτικές και το μέλλον του. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι τα μνημόνια και το κουαρτέτο έχουν θέσει όλες τις σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές αποφάσεις στην έγκριση μη-εκλεγμένων «σωμάτων», όπως η Κομισιόν, το ΔΝΤ και η ΕΚΤ.
Όμως αυτό το θεμιτό και αναγκαίο προγραμματικό και πολιτικό «βήμα» δεν ταυτίζεται με τις στρατηγικές «εθνικής κυριαρχίας». Γιατί εδώ, η έννοια της «κυριαρχίας» διευρύνεται και στα ζητήματα που αφορούν τον ανταγωνισμό μεταξύ κυρίαρχων τάξεων και κρατών. Γιατί εδώ, η έννοια της «κυριαρχίας» οδηγεί σε μια υποθετική ενοποίηση των συμφερόντων και των προοπτικών του «έθνους», σε βάρος της αναγκαίας ανεξαρτησίας των κυριαρχούμενων τάξεων στο εσωτερικό της κάθε χώρας, απέναντι στις δυνάμεις του κεφαλαίου. Και μετά από αρκετά χρόνια μνημονιακής εμπειρίας, θα έπρεπε να είναι σαφές ότι τα αιτήματα και οι ελπίδες του κόσμου μας δεν έχουν τίποτα το κοινό με την πολιτική της ντόπιας αστικής τάξης, που ταυτίστηκε πλήρως με τη νεοφιλελεύθερη λιτότητα και τις μνημονιακές αντιμεταρρυθμίσεις. 
Το πιο ενδεικτικό είναι ότι οι στρατηγικές «εθνικής κυριαρχίας» οδηγούν τους οπαδούς τους σε επικίνδυνο αποπροσανατολισμό σε σχέση με τις διεθνείς εξελίξεις. Οι συγχύσεις που εκδηλώθηκαν σχετικά με τις εκτιμήσεις για το Brexit, για τη νίκη του Τραμπ, για τις συνέπειες της νίκης του Σαλβίνι κ.ο.κ ήταν απλά προειδοποιήσεις. Όταν σε αριστερά sites φτάνουν να δημοσιεύονται φράσεις όπως: «Είναι ελάχιστες έως ανύπαρκτες οι επαναπροωθήσεις στην Τουρκία(!) κυρίως λόγω ιδεοληψιών της κυβέρνησης(!), καθώς δεν θέλει να βλέπει αλλοδαπούς να επιστρέφουν πίσω στην Τουρκία και μάλιστα σε μεγάλους αριθμούς(!)», τότε γίνεται φανερό ότι οι λογικές της «εθνικής κυριαρχίας» μπορεί να φτάσουν και σε απαράδεκτη υποβάθμιση ταυτοτικών στοιχείων της Αριστεράς, όπως ο αντιρατσισμός. Και αυτές είναι πραγματικά επικίνδυνες ιδεοληψίες που πρέπει να ανασκευαστούν. 
Στην εποχή μας η πάλη για δημοκρατία, η πάλη για αυθεντικά λαϊκή κυριαρχία, είναι άμεσα συνδεδεμένη με το κοινωνικό υπόβαθρό της, με την πάλη για την ανατροπή της λιτότητας. Που πάει να πει ότι ο ορίζοντας αυτής της πάλης είναι η γενικότερη σοσιαλιστική απελευθέρωση και όχι η επιστροφή στο επικίνδυνο έδαφος των εθνικών ανταγωνισμών.