Λίγες εβδομάδες πριν από τις ευρωεκλογές και οι άρχοντες των Βρυξελλών δεν τηρούν ούτε τα προσχήματα. Το Γιούρογκρουπ επιφύλαξε ψυχρολουσία με τελεσίγραφο στον Σαμαρά και τον Βενιζέλο, απαιτώντας να αποδεχθούν μέσα σε μία εβδομάδα το «μάξιμουμ πρόγραμμα» των δανειστών, ως προϋπόθεση για να εγκρίνει το Γιούρογκρουπ της Πρωταπριλιάς, στην Αθήνα, την εκταμίευση της επόμενης δόσης, έστω και τμηματικά.

Την ίδια στιγμή οι ευρωηγεσίες παίζουν κυριολεκτικά με τη φωτιά στην Ουκρανία. Όχι απλώς εγκρίνουν, αλλά χρηματοδοτούν και στηρίζουν διπλωματικά και πολιτικά τη νέα κυβέρνηση του Κιέβου, που περιλαμβάνει σε πρώτες θέσεις τους ακραιφνείς ακροδεξιούς-εθνικιστές, αλλά και τους καθαρόαιμους νεοναζί. Η απόσχιση της Κριμαίας, αλλά και η επέκταση των συγκρούσεων στην ευρύτερη ανατολική Ουκρανία, ακριβώς έναν αιώνα μετά το 1914, ξυπνούν εικόνες φρίκης στην πόρτα της Ευρώπης.

Τα «αιτήματα» των δανειστών, που τίθενται ως προϋποθέσεις για τη συνέχεια της χρηματοδότησης προς την κυβέρνηση Σαμαρά, είναι αποκαλυπτικά: απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων στον ιδιωτικό τομέα, συγκεκριμένο πρόγραμμα μαζικών απολύσεων στο Δημόσιο, μονομερής μείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, μέτρα που θα επιτρέψουν την υποβάθμιση της ποιότητας πανάκριβων ειδών λαϊκής κατανάλωσης (γάλα, φάρμακα, βιβλία κ.λπ.), συνέχιση της φοροεπιδρομής στα ακίνητα, εγκατάλειψη των ιδεών ακόμα και για εικονική χαλάρωση της λιτότητας (διανομή του «πλεονάσματος»), αλλαγή των προϋποθέσεων κήρυξης απεργίας, νομιμοποίηση του λοκ-άουτ κ.ο.κ. 

Το μόνο σημείο «συναίνεσης» μεταξύ Στουρνάρα και Γιούρογκρουπ αφορούσε τους… αναξιοπαθούντες τραπεζίτες. Οι οποίοι, πριν προλάβουν να χωνέψουν τα 50 δισ. ευρώ των προηγούμενων «ενισχύσεων», ετοιμάζονται ήδη να παραλάβουν τα επόμενα κάτι πάνω από 6,5 δισ. ευρώ. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα φιλοεργοδοτικής αντιμεταρρύθμισης ή, απλούστερα, καπιταλιστικής αντεπανάστασης. 

Αυτή η διακηρυγμένη απληστία, αυτή η ολοφάνερη ταξική μονομέρεια, πάει χέρι-χέρι με την κατρακύλα της ΕΕ στα ζητήματα της δημοκρατίας, ακόμα και της ειρήνης.
Γιατί οι ευρωηγεσίες, που στήριξαν και χρηματοδότησαν τους νεοναζί του Κιέβου, δεν έκαναν ένα «μεμονωμένο» λάθος. Σε όλες σχεδόν τις χώρες της ΕΕ η ακροδεξιά και οι φασιστικές συμμορίες ενισχύονται απειλητικά. Αφενός, δημαγωγώντας πάνω στην κρίση, στη φτώχεια και την απελπισία, αλλά αφετέρου και –κυρίως– απολαμβάνοντας τη στήριξη και την πολύπλοκη ενίσχυση από τη μεριά των κυρίαρχων τάξεων και των κρατικών μηχανισμών.

Αυτή η πολιτική της ενίσχυσης της ακροδεξιάς και του νεοναζισμού είναι τμήμα της γενικότερης αυταρχικής στροφής στην ευρωπολιτική. Προωθώντας τη γραμμή του άγριου νεοφιλελευθερισμού, επιτιθέμενες σε βασικά εργατικά και κοινωνικά δικαιώματα, οι ευρωηγεσίες δεν έχουν άλλο δρόμο από την οχύρωση σε απρόσιτους «θεσμούς» όπως η Κομισιόν, όπως τα Γιούρογκρουπ, όπως η τρόικα, όπου δεν μπορεί να φτάσει η φωνή των εργατών, η φωνή των απεργιών και των διαδηλώσεων, η λαϊκή θέληση ακόμα και με τη στρεβλή έκφρασή της μέσω της ψήφου. 
Αυτή η χωρίς προσχήματα μετατροπή της ΕΕ σε Ιερά Συμμαχία των βιομηχάνων και των τραπεζιτών δεν οδηγεί σε μια –έστω καπιταλιστική, αλλά βιώσιμη– σταθερότητα και ειρήνη. Μπαίνοντας στον 7ο χρόνο της κρίσης, δεν έχουμε πλέον κανένα δικαίωμα για αυταπάτες. Βλέποντας στα σύνορα της Ουκρανίας να συγκεντρώνονται στρατοί, που όλοι διαθέτουν πυρηνικά όπλα, δεν έχουμε δικαίωμα να αφήνουμε τη μοίρα μας στα χέρια των λυκοσυμμαχιών μεταξύ Βρυξελλών και Ουάσινγκτον. 
Μπροστά στην κάλπη των ευρωεκλογών τίθεται, λοιπόν, ένα μεγάλο φάσμα κρίσιμων πολιτικών ερωτημάτων. 

Για τους εργαζόμενους και τη νεολαία όλα αυτά τα ερωτήματα απαντιώνται μόνο με προϋπόθεση μια μαζική στροφή προς τα αριστερά. Στροφή στα αριστερά, σε κάθε χώρα, σημαίνει στροφή στις ιδέες και στις πολιτικές δυνάμεις που λένε ότι προτεραιότητα έχουν οι μαζικοί αγώνες, που υποστηρίζουν την άποψη ότι οι εργαζόμενοι και τα κοινωνικά κινήματα αντίστασης μπορούν να αλλάξουν τη ροή της ιστορίας, όπως έκαναν και στο παρελθόν του 20ού αιώνα. 

Στροφή στα αριστερά, σε κάθε χώρα, σημαίνει να τεθεί συγκεκριμένα το ζήτημα της αναγκαίας ανατροπής. Στην Ελλάδα, μέσα από την ανάπτυξη του ΣΥΡΙΖΑ και την προοπτική μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, η πιθανότητα της ανατροπής των μνημονίων και της λιτότητας έχει δημιουργήσει ένα πανευρωπαϊκό ενδιαφέρον, ένα κύμα ελπίδας, ένα φως αισιοδοξίας μέσα σε μια δύσκολη περίοδο. Αυτή την προοπτική οφείλουμε να τη διαφυλάξουμε, να αποκλείσουμε είτε την ήττα της από δεξιά, είτε τον εκφυλισμό της σε μια επανάληψη της κεντροαριστερής τραγωδίας, όπως αυτές που είδαμε στην Ιταλία ή στη Γαλλία. 

Στροφή στα αριστερά, τέλος, σημαίνει πανευρωπαϊκά επιστροφή στον αυθεντικό διεθνισμό του εργατικού κινήματος και της κομμουνιστικής Αριστεράς. Σημαίνει ότι, επιχειρώντας την ανατροπή στην ίδια μας τη χώρα, υπολογίζουμε στο σπάσιμο του «αδύναμου κρίκου» της ευρύτερης καπιταλιστικής-ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Υπολογίζουμε στις συνέπειες που αυτό θα έχει σε όλη την Ευρώπη. Αναβαθμίζοντας έτσι πολιτικά και πρακτικά την αλληλεγγύη μεταξύ των εργατικών τάξεων και της Αριστεράς, φέρνουμε στην επιφάνεια την «άλλη Ευρώπη». Την Ευρώπη που, για να υπάρξει, οφείλει να αναμετρηθεί και να ανατρέψει την υπαρκτή ΕΕ, την Ευρώπη-Φρούριο του κεφαλαίου, του ρατσισμού, του μιλιταρισμού. 

Την ΕΕ που, με τις αποφάσεις που παίρνει, είτε αυτές αφορούν την Ουκρανία, είτε αυτές αφορούν το δανεισμό στην Ελλάδα και στον ευρύτερο Νότο, είτε αυτές αφορούν το υπό κατασκευή ευρωπαϊκό «υπερ-μνημονίο», μας υπενθυμίζει ξανά και ξανά ότι αποτελεί έναν «υπερ-θεσμό» που δεν είναι εφικτό να μετεξελιχθεί, να αυτομεταρρυθμιστεί, να επανιδρυθεί. Μετατρέποντας έτσι και τις ιδέες ενός σημαντικού τμήματος της ευρωπαϊκής Αριστεράς σε άχρηστες ουτοπίες. 

Με αυτά τα κριτήρια θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια πολυσύνθετη περίοδο. Από τις απεργίες της ΑΔΕΔΥ, μέχρι την κάλπη των ευρωεκλογών, το καθήκον είναι αδιαίρετο: να χτιστεί η αποτελεσματική εναλλακτική λύση στους νέους «βαρόνους», ντόπιους και διεθνείς, του κεφαλαίου, του ρατσισμού, του πολέμου.